Η θάλασσα ήταν ήρεμη πριν από τη σύγκρουση εκείνη τη φωτεινή νύχτα της 3ης Φεβρουαρίου. Είχε σχεδόν πανσέληνο όταν ένα μικρό φουσκωτό σκάφος, υπέρφορτο με σχεδόν 40 ανθρώπους, βρισκόταν μια ανάσα από τις ακτές της Χίου.

Τα όσα ακολούθησαν αποτελούν αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης. Το ελληνικό Λιμενικό υποστηρίζει ότι το φουσκωτό των μεταναστών προσέκρουσε στα πλάγια του περιπολικού σκάφους της ακτοφυλακής που είχε σταλεί στο σημείο. Επιζώντες επιμένουν ότι το σκάφος του Λιμενικού ήταν εκείνο που τους διεμβόλισε, χωρίς καμία προειδοποίηση.

Δεκαπέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους τουλάχιστον τέσσερις ανήλικοι που αναγνωρίστηκαν από μέλη της οικογένειάς τους, σύμφωνα με κατάλογο ταυτοποίησης θυμάτων που εξασφάλισε το Solomon. Περισσότεροι από είκοσι άνθρωποι τραυματίστηκαν και νοσηλεύτηκαν με σπασμένα πλευρά, σπασμένα χέρια και σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

«Δεν είχαμε καμία προειδοποίηση από κανέναν. Κανείς δεν μας φώναξε κάτι από μεγάφωνο. Ένα μεγάλο σκάφος απλά εμφανίστηκε ξαφνικά και έπεσε πάνω μας», αφηγείται ένας από τους επιζώντες, που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, φοβούμενος τυχόν δυσμενείς συνέπειες για την υπόθεση ασύλου του. «Ο κόσμος πρέπει να μάθει την αλήθεια — δεν ήταν ατύχημα. Δεν ήταν».

Στο πλαίσιο της έρευνας, το Solomon εξέτασε δημόσιες ανακοινώσεις, οκτώ ένορκες καταθέσεις επιζώντων στις ανακριτικές αρχές, τις ένορκες καταθέσεις του κυβερνήτη και ενός μέλους του πληρώματος του σκάφους του Λιμενικού Σώματος που ενεπλάκη στο περιστατικό, δεδομένα παρακολούθησης πλοίων, την έκθεση πραγματογνώμονα για την εκτίμηση των ζημιών που υπέστη το περιπολικό σκάφος που διενεργήθηκε για λογαριασμό του Λιμενικού, τα δεκαπέντε πιστοποιητικά θανάτου των θυμάτων, καθώς και έναν πίνακα ταυτοποίησης θυμάτων και αγνοουμένων. Η έρευνα του Solomon περιλαμβάνει επίσης συνομιλίες με έναν εν ενεργεία και ένα πρώην ανώτερο στέλεχος του Λιμενικού Σώματος, καθώς και την πρώτη έως τώρα δημόσια συνέντευξη επιζώντος.

Συγκεντρωτικά, το υλικό που εξετάστηκε αποκαλύπτει έντονες αντιφάσεις ανάμεσα στην επίσημη εκδοχή των γεγονότων και τις μαρτυρίες των επιζώντων — αφήνοντας κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα για τη σύγκρουση και τις ενέργειες των Αρχών. 

Εάν το σκάφος του Λιμενικού Σώματος ήταν όντως αυτό που προσέκρουσε στη λέμβο των μεταναστών, το περιστατικό στη Χίο θα προστεθεί σε ένα μοτίβο αντίστοιχων επιχειρήσεων που έχουν καταγραφεί στο Αιγαίο και θα μπορούσε να εγείρει νομικές συνέπειες βάσει του ελληνικού και διεθνούς ναυτικού δικαίου.

Πέρασμα στο σκοτάδι

«Η ιστορία μου είναι πολύ σκληρή. Ήρθαμε εδώ για προστασία», λέει ο επιζών που μίλησε στο Solomon. Για την ασφάλειά του/της, ο επιζών αναφέρεται εδώ ως Sayed. Το όνομα αυτό δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στο φύλο του επιζώντος, για την προστασία της ταυτότητας του οποίου παραλείπονται επίσης λεπτομέρειες σχετικά με την οικογένειά του.

Από το Αφγανιστάν, όπως και οι περισσότεροι από τους επιβαίνοντες, ο/η Sayed ήθελε να φτάσει στην Ελλάδα με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον για όλη την οικογένεια. Η ανάμνηση εκείνης της νύχτας ταράζει τον/την Sayed, και τα λόγια βγαίνουν ολοένα και πιο γρήγορα.

Το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου, ο/η Sayed ήταν ανάμεσα σε μια ομάδα μεταναστών που συγκεντρώθηκαν σε μια παραλία της πόλης Τσεσμέ στην Τουρκία. Επιβιβάστηκαν σε ένα φουσκωτό σκάφος με προορισμό τη Χίο, μια απόσταση περίπου 18 χιλιομέτρων. Για το πέρασμα, η οικογένεια του/της Sayed πλήρωσε περίπου 4.000 ευρώ για κάθε μέλος της.

Αρκετοί επιζώντες θα κατέθεταν αργότερα ότι οι διακινητές απείλησαν τους επιβάτες πριν τον απόπλου να είναι σκυμμένοι. Ένας εξ αυτών ανέφερε ότι τους απείλησαν με ξυλοδαρμό εάν απειθούσαν.

Το σκάφος ξεκίνησε υπό την κάλυψη του σκότους. Κανείς από τους επιβαίνοντες δεν φορούσε σωσίβιο.

Η στιγμή της σύγκρουσης

Το σκάφος τους πέρασε από τα τουρκικά στα ελληνικά χωρικά ύδατα και προσέγγισε την ακτή της Χίου έπειτα από 20 με 50 λεπτά πλεύσης.

Ο/η Sayed είπε στο Solomon ότι οι επιβάτες παρακολουθούσαν το GPS στα κινητά τους και πίστευαν ότι βρίσκονταν λίγα λεπτά από τη στεριά, όταν τα μάτια τους τυφλώθηκαν από μια ισχυρή δεσμίδα λευκού φωτός.

«Είδαμε ένα φως, σαν έκτακτης ανάγκης, και μετά μάς πλησίασαν γρήγορα και έπεσαν πάνω μας», είπε ο/η Sayed. «Μετά κανείς μας δεν κατάλαβε τι συνέβαινε. Κοίταξα ολόγυρα και […] είδα νεκρούς».

Δύο από τις καταθέσεις επιζώντων που εξέτασε το Solomon αναφέρουν ότι πριν από τη σύγκρουση επικρατούσε ησυχία, ενώ σε αρκετές οι επιζώντες θυμούνται ένα άσπρο δυνατό φως δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση.

Αρκετοί επιζώντες ρωτήθηκαν από την ανακρίτρια αν το φουσκωτό σκάφος τους έκανε κάποια στροφή. Όλοι απάντησαν αρνητικά, κι ότι η λέμβος τους κινούνταν ευθεία όταν ένιωσαν την πρόσκρουση. 

«Υπήρχαν πολλοί χτυπημένοι και πολύ αίμα, δεν θέλω να τα θυμάμαι», κατέθεσε ένας επιζών. «Ήταν πολύ δύσκολα. Όταν έγινε το τρακάρισμα, εγώ είδα μπροστά μου κάποιους να σκοτώνονται από το χτύπημα των σκαφών μεταξύ τους. Δεν ξέρω εάν πνίγηκε κάποιος».

«Δεν θέλαμε να χάσουμε τις οικογένειές μας, τα παιδιά μας», είπε ο/η Sayed, που καταλογίζει πρόθεση στο Λιμενικό: «Θα είχαμε σταματήσει [το ταξίδι μας]. Το Λιμενικό ήρθε από πίσω μας. Μας ήθελαν νεκρούς. Μας σκότωσαν», προσέθεσε ο/η Sayed, περιγράφοντας το συμβάν και υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για σκόπιμο διεμβολισμό. Το Λιμενικό Σώμα αρνείται τον ισχυρισμό.

Η εκδοχή του Λιμενικού Σώματος

Το Λιμενικό Σώμα έχει παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε την επομένη του δυστυχήματος, οι αρχές ανέφεραν ότι ο χειριστής του ταχύπλοου φουσκωτού «δεν συμμορφώθηκε στα φωτεινά και ηχητικά σήματα του περιπολικού του Λ.Σ., αντιθέτως ανέστρεψε πορεία και ακολούθησε πρόσκρουση στην πλάγια δεξιά πλευρά του περιπολικού».

Στην ένορκη κατάθεσή του, ο κυβερνήτης του σκάφους ΠΛΣ 1077 δήλωσε ότι ειδοποιήθηκε για το φουσκωτό στις 20:25 και το πλήρωμα άναψε αμέσως το «καρούμπαλο», έναν φάρο με μπλε φως όπως των περιπολικών της αστυνομίας. Κατέθεσε επίσης ότι εντόπισαν το φουσκωτό σκάφος των μεταναστών μέσα σε τρία με τέσσερα λεπτά».

«Εμείς όλοι ήμασταν στον εσωτερικό χώρο του σκάφους, με ανοιχτά τα παραθυρά κι έτσι θα μπορούσαν οι μετανάστες να ακούσουν τις φωνές μας για να σταματήσουν. Υπάρχουν μεγάφωνα από τα οποία ακούγεται η σειρήνα» κατέθεσε ο κυβερνήτης. «Τους προβολείς, έναν που έφεγγε μπροστά κι έναν που έφεγγε προς τα δεξιά τους ανάψαμε μολις εντοπιστηκε ο στόχος περί τα 100 μ[έτρα]».

Σύμφωνα με τον κυβερνήτη, το φουσκωτό σκάφος στη συνέχεια έστριψε απότομα αριστερά, «προφανώς έχασε τον έλεγχο» και προσέκρουσε στο σκάφος του Λιμενικού. Παρόμοια εκδοχή των γεγονότων έδωσε στη δική του κατάθεση και ο αρχικελευστής του πληρώματος. 

Όταν ρωτήθηκε για τις περιγραφές των επιζώντων σχετικά με το λευκό φως ελάχιστο χρόνο πριν από τη σύγκρουση, ο αρχικελευστής δήλωσε ότι του «κάνει εντύπωση αυτό που λένε» και ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει.

Στοιχεία που γεννούν ερωτήματα

Έγγραφα, πιστοποιητικά θανάτου, μαρτυρίες και ναυτιλιακά δεδομένα που εξέτασε το Solomon εγείρουν ερωτήματα σχετικά με την εκδοχή του Λιμενικού.

Δεν υπάρχει καμία καταγραφή της σύγκρουσης στο ημερολόγιο πλοίου του ΠΛΣ 1077, διότι, όπως ανέφερε ο κυβερνήτης στην ένορκη κατάθεσή του, ένας τραυματισμός στο αριστερό του χέρι τον εμπόδισε να καταγράψει το συμβάν, «παρότι είμαι δεξιόχειρας». Παρότι υπάρχει ένα χρονικό περιθώριο για μεταγενέστερες εγγραφές, το ημερολόγιο πλοίου αποτελεί κύριο αποδεικτικό μέσο για τη νομική λογοδοσία, βάσει του ελληνικού και του διεθνούς ναυτικού δικαίου.

Φωτογραφίες της δεξιάς πλευράς του σκάφους του Λιμενικού που δόθηκαν στη δημοσιότητα δείχνουν φθορές και γδαρσίματα στα δεξιά του σκάφους. 

Μια επίσημη έκθεση πραγματογνώμονα για λογαριασμό του ΛΣ που εκπονήθηκε από απόστρατο του σώματος, αναφέρει ότι το ΠΛΣ 1077 υπέστη πολλές επιφανειακές ζημίες στη δεξιά πλευρά του, και ένα βαθύτερο γδάρσιμο περίπου μισό μέτρο στη γάστρα του σκάφους, δηλαδή στο μέρος του πλοίου που βρίσκεται μέσα στο νερό. Καταγράφηκε επίσης μια «χαραματιά» στη αριστερή πλευρά, από την πλώρη περίπου μέχρι την πρύμνη. Οι σχετικές φωτογραφίες της πραγματογνωμοσύνης είναι έντονα περικομμένες.

Σε γραπτές απαντήσεις του πραγματογνώμονα που συνοδεύουν την ανάλυσή του, ο ίδιος δηλώνει ότι «υπήρχε εμβολισμός από το ταχύπλοο [των μεταναστών] προς το ΠΛΣ-1077».

Πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του Λιμενικού Σώματος, που μίλησε στο Solomon υπό τον όρο της ανωνυμίας, είπε ότι η επίσημη εκδοχή, και ειδικά ο ισχυρισμός ότι η λέμβος των μεταναστών εμβόλισε το περιπολικό και όχι το αντίθετο, φαντάζει εξωπραγματικός.

«Όλες τις δεκαετίες της υπηρεσίας μου, δεν έχω δει ποτέ ένα μικρό φουσκωτό με σχεδόν 40 άτομα να εκτελεί έναν απότομο αριστερό ελιγμό με 30 κόμβους, για να εμβολίσει ένα περιπολικό σκάφος· ρωτήστε οποιονδήποτε εμπειρογνώμονα, από τις ΗΠΑ μέχρι την Αυστραλία, και θα σας πει ότι είναι αδύνατο με βάση τους νόμους της φυσικής», δήλωσε ο πρώην αξιωματικός.

Ο ίδιος αξιωματικός εξέτασε την πραγματογνωμοσύνη για το Solomon και επισήμανε δύο στοιχεία, τα οποία, κατά τη γνώμη του, εγείρουν ερωτήματα: Το ένα αφορά τη «χαραματιά από την πλώρη περίπου μέχρι την πρύμνη», την οποία χαρακτήρισε δύσκολο να συμβιβαστεί με πρόσκρουση από ένα μικρό φουσκωτό σκάφος. Το δεύτερο αφορά τη στρέβλωση του χειραγωγού πίσω από το κάθισμα του κυβερνήτη του σκάφους του λιμενικού, την οποία αποδίδει «στον εμβολισμό που δέχθηκε». Η ζημιά αυτή, είπε, υποδηλώνει περισσότερο ότι το περιπολικό σκάφος ήταν αυτό που λειτούργησε σαν «σφυρί» παρά ως δέκτης της δύναμης της σύγκρουσης.  

Ένας δεύτερος αξιωματικός που υπηρετεί σήμερα στο Σώμα, ο οποίος επίσης ζήτησε να τηρηθεί η ανωνυμία του καθώς δεν είχε άδεια να σχολιάσει την υπόθεση δημόσια, ανέφερε ότι, βάσει της εμπειρίας του, αυτού του είδους οι εμπλοκές με βάρκες που μεταφέρουν μετανάστες αποσκοπούν κατά κανόνα στη δημιουργία μιας έντονης φυσικής παρουσίας, που θα αναγκάσει το σκάφος να προχωρήσει σε αναστροφή πορείας.

«Οι τακτικές που χρησιμοποιούνται, όπως η πολύ κοντινή απόσταση, η δημιουργία κυματισμού και η αιφνίδια προσέγγιση, έχουν σκοπό να εκφοβίσουν τον χειριστή, ώστε να αλλάξει πορεία προτού εισέλθει στα ελληνικά ύδατα ή, σε αυτή την περίπτωση, πριν φτάσει στις ακτές της Χίου».

Και πρόσθεσε: «Αν η ταχύτητά σου είναι 30 κόμβοι, όπως αναφέρει η τεχνική έκθεση του Λιμενικού, το περιθώριο λάθους είναι μηδενικό. Με αυτή την ταχύτητα δεν κάνεις “περιπολία”, κάνεις αναχαίτιση με πρόθεση ανακατεύθυνσης του άλλου σκάφους».

Ο συνήγορος υπεράσπισης Αλέξης Γεωργούλης, ο ένας από τους δύο δικηγόρους που εκπροσωπούν τον Μαροκινό άνδρα που κατηγορείται ως κυβερνήτης του φουσκωτού που μετέφερε τους μετανάστες, δήλωσε στο Solomon: «Εάν, αντί να ξεκινήσουν επιχείρηση διάσωσης, οι αρχές επιχείρησαν να ανακατευθύνουν ή να αναχαιτίσουν το φουσκωτό με τρόπο που δημιουργούσε πρόσθετο κίνδυνο, αυτό θα ήγειρε σοβαρά νομικά ζητήματα». 

Σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο, τα πλοία έχουν καθήκον να βοηθούν άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο στη θάλασσα, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή νομικού καθεστώτος. Οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί απαιτούν επίσης τη λήψη μέτρων έρευνας και διάσωσης όταν αναχαιτίζονται υπερφορτωμένα ή μη ασφαλή σκάφη.

Το περιπολικό σκάφος του Λιμενικού που ενεπλάκη στη σύγκρουση, το ΠΛΣ1077, δεν καταγράφεται στα πολιτικά συστήματα εντοπισμού σκαφών. Το Solomon ρώτησε το Λιμενικό Σώμα κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα ραντάρ, GPS ή ραδιοεπικοινωνιών από τη νύχτα της σύγκρουσης στη Χίο. Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, δεν είχαμε λάβει απάντηση.

Στη Χίο

Οι επιζώντες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο της Χίου. Το προσωπικό του νοσοκομείου ανέφερε ότι πέντε άνθρωποι υποβλήθηκαν σε χειρουργικές επεμβάσεις την ίδια νύχτα, ενώ άλλοι τρεις βρίσκονταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Ένα παιδί, με επιδέσμους τυλιγμένους γύρω από το κεφάλι, είπε σε δημοσιογράφους ότι ταξίδευε με τον πατέρα του, χωρίς να γνωρίζει με βεβαιότητα αν εκείνος είχε πεθάνει. Περισσότεροι από 24 επιζώντες τραυματίστηκαν. Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, ένας επιζών παρέμενε σε κώμα.

Τις επόμενες μέρες, ο/η Sayed περιέγραψε μια κατάσταση μεγάλης σύγχυσης, καθώς οι επιζώντες προσπαθούσαν να διαπιστώσουν ποιοι ήταν οι νεκροί. Ανέφερε ότι αστυνομικοί ζήτησαν το κινητό του/της «για έναν απλό έλεγχο», αλλά στη συνέχεια το κράτησαν, στερώντας κάθε δυνατότητα επικοινωνίας με την αγωνιούσα οικογένεια του επιζώντα.

Η Ruhi Loren Akhtar, ιδρύτρια της φιλανθρωπικής οργάνωσης Refugee Biriyani & Bananas με έδρα τη Βρετανία η οποία δραστηριοποιείται στη Χίο, είπε στο Solomon ότι τα τηλέφωνα των περισσότερων επιζώντων φαίνεται πως κατασχέθηκαν, επιτείνοντας την αβεβαιότητα για την ταυτότητα των επιβαινόντων και επιζήσαντων. 

«Δεχόμαστε πολλές κλήσεις από Αφγανούς που μας λένε ότι συγγενείς και φίλοι τους ήταν στη λέμβο, αλλά δεν έχουμε επιβεβαιώσει τίποτα ακόμα», μας είπε λίγες μέρες μετά το συμβάν. «Επικρατεί ένα είδος αποκλεισμού, καθώς [οι αρχές] δεν επιτρέπουν ούτε ΜΚΟ ούτε σε οποιονδήποτε άλλο να έχει πρόσβαση στους ανθρώπους».

Το Solomon έθεσε στο Λιμενικό Σώμα το ερώτημα γιατί κατασχέθηκαν τα τηλέφωνα και με ποια νομική βάση, αλλά δεν έλαβε απάντηση.

Εκείνες τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα, ο/η Sayed δεν γνώριζε ποια μέλη της οικογένειάς του/της είχαν χαθεί. Θυμάται την πίεση που δέχθηκε από τις αρχές να δώσει κατάθεση, ενώ η τύχη των αγνοούμενων συγγενών του/της παρέμενε άγνωστη.

«Η αστυνομία μού είπε: “Φίλε μου, σου υπόσχομαι ότι [οι δικοί σου] είναι ζωντανοί, απλώς πες μου ποιος ήταν ο καπετάνιος”», θυμάται. «Ένας επιβάτης είναι από το Μαρόκο και φαίνεται πως πίστευαν ότι αυτός είναι ο καπετάνιος. Αλλά εγώ δεν ξέρω ποιος ήταν ο καπετάνιος. Όλοι μπήκαν στο σκάφος ως επιβάτες», είπε ο/η Sayed.

Αργότερα, οι αρχές έδειξαν στον/στην Sayed φωτογραφίες των θανόντων. Ανάμεσά τους, αναγνώρισε έναν συγγενή. Ο/η Sayed πασχίζει να βρει λόγια για να περιγράψει την απώλεια.

Το Solomon εξέτασε λίστα ταυτοποίησης θυμάτων και αγνοουμένων, που δείχνουν ότι τουλάχιστον τέσσερα από τα θύματα που αναγνωρίστηκαν από συγγενείς ήταν ανήλικοι – ηλικίας 12, 16, 17 και 17 ετών – ενώ ένα 14χρονο αγόρι επισήμως αγνοείται. Μία οικογένεια έχασε έξι δικούς της ανθρώπους.

«Καθοδήγηση μάρτυρα»

Το πρωί μετά τη σύγκρουση, ενώ στην ελληνική Βουλή συνεχιζόταν η συζήτηση για το νέο νομοσχέδιο για τη μετανάστευση, ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, δήλωνε ότι το τραγικό συμβάν στη Χίο καταδεικνύει «τη μάχη που πρέπει να δώσουμε απέναντι στους δολοφόνους διακινητές», προσθέτοντας ότι το νέο νομοσχέδιο επιβάλει αυστηρότερες ποινές. 

Την ίδια ημέρα, ένας 31χρονος Μαροκινός που επέβαινε στο φουσκωτό, ο μοναδικός μη Αφγανός επιβαίνων, συνελήφθη και κατηγορείται για διακίνηση μεταναστών και πρόκληση ναυαγίου. Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι ήταν και ο ίδιος επιβάτης. Παραμένει υπό κράτηση εν αναμονή της δίκης.

Ο δικηγόρος του, Αλέξης Γεωργούλης, δήλωσε ότι δύο άτομα αναγνώρισαν τον πελάτη του ως τον οδηγό του σκάφους, αλλά αργότερα ανακάλεσαν αυτές τις καταθέσεις.

Στις καταθέσεις αυτές που εξέτασε το Solomon, οι επιζώντες ρωτήθηκαν για τον πλοηγό του σκάφους και τους επιδείχθηκε μία μόνο φωτογραφία. Όλοι κατέθεσαν ότι δεν αναγνωρίζουν το πρόσωπο ή δεν είναι βέβαιοι αν τον είχαν δει ποτέ.

«Είναι υπόδειξη. Δεν αποτελεί νομότυπη διαδικασία αναγνώρισης κατηγορουμένου», δήλωσε ο Γεωργούλης. «Αν θέλεις να προβείς ως προανακριτική αρχή σε μια νομότυπη αναγνώριση, τι κάνεις; Παίρνεις δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε, δέκα φωτογραφίες, υπόπτων και μη».

Ο ίδιος ανέφερε ότι η υπεράσπιση έχει καταθέσει αίτημα για πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης μιας πραγματογνωμοσύνης για το φουσκωτό των μεταναστών, και ότι η υπεράσπιση θα ορίσει τους δικούς της τεχνικούς συμβούλους.

Στις 19 Φεβρουαρίου το Λιμενικό επιχείρησε να εντοπίσει το φουσκωτό στη θαλάσσια περιοχή όπου συνέβη η σύγκρουση, παρουσία του Γεωργούλη. Η έρευνα απέβη άκαρπη.

Κλειστές κάμερες και έλλειψη λογοδοσίας

Ο κυβερνήτης και ο αρχικελευστής του Λιμενικού Σώματος κατέθεσαν ότι δεν είχαν ενεργοποιήσει την κάμερα στο περιπολικό τους και ότι δεν τους είχε παρασχεθεί κάρτα μνήμης από την υπηρεσία, καθιστώντας την καταγραφή αδύνατη.

Αυτή δεν είναι η μόνη περίπτωση απουσίας διαθέσιμου οπτικού υλικού μετά από ένα θανατηφόρο περιστατικό στη θάλασσα.

Μετά το ναυάγιο ανοιχτά της Πύλου τον Ιούνιο του 2023, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 600 άνθρωποι, επιζώντες κατηγόρησαν το Λιμενικό ότι ρυμούλκησε το υπερφορτωμένο αλιευτικό στο οποίο επέβαιναν, προκαλώντας την ανατροπή του. Το οπτικό υλικό από εκείνη την επιχείρηση επίσης δεν ήταν διαθέσιμο, όπως είχε καταγράψει το Solomon και συνεργαζόμενα ΜΜΕ σε προηγούμενη έρευνα.

«Είναι αδιανόητο σε κάθε τραγικό περιστατικό το οποίο λαμβάνει χώρα στις θάλασσές μας να μην λειτουργούν οι κάμερες του λιμενικού», δήλωσε ο Γεωργούλης.

Στην υπόθεση της Πύλου, εννέα επιζώντες διώχθηκαν ως ύποπτοι διακινητές και αργότερα αθωώθηκαν. Έρευνα του Solomon και συνεργαζόμενων ΜΜΕ αποκάλυψε ότι οι ελληνικές αρχές είχαν εξαρχής πληροφορίες που υποδείκνυαν ότι οι άνδρες αυτοί δεν ήταν μέλη του κυκλώματος διακίνησης, παρ’ όλα αυτά παρέμειναν υπό κράτηση για σχεδόν έναν χρόνο.

Αναπάντητα ερωτήματα

Το Solomon ζήτησε από το Λιμενικό Σώμα διευκρινίσεις σχετικά με τις διαδικασίες χρήσης καμερών καταγραφής επί των σκαφών και τη διεξαγωγή αποστολών έρευνας και διάσωσης. Το Λιμενικό Σώμα κλήθηκε επίσης να σχολιάσει τις καταγγελίες επιζώντων που υποστηρίζουν ότι η σύγκρουση «δεν ήταν ατύχημα». Μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης, δεν είχαμε λάβει απάντηση.

Δικηγόροι και υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι η τραγωδία της Χίου δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Επισημαίνουν και άλλες καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες σκάφη του Λιμενικού κινήθηκαν κατά λέμβων με μετανάστες με σκοπό, κατά πως φαίνεται, να υποχρεώσουν τις λέμβους να γυρίσουν πίσω.

Ένα βίντεο που έδωσε στη δημοσιότητα ο δικηγόρος Δημήτρης Χούλης, επίσης συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου Μαροκινού άνδρα, το οποίο δημοσιεύθηκε αργότερα από το The Press Project, φαίνεται να δείχνει ένα περιπολικό σκάφος του Λιμενικού Σώματος να κατευθύνεται προς φουσκωτό σκάφος, ενώ οι επιβαίνοντες ουρλιάζουν έντρομοι.

Σε ένα άλλο περιστατικό, τον Αύγουστο του 2024, το Λιμενικό είχε ανακοινώσει ότι σκάφος με μετανάστες ανέπτυξε ταχύτητα «με σκοπό τη διαφυγή του». Ακολούθησε καταδίωξη, κατά την οποία, σύμφωνα με τις αρχές, το σκάφος των μεταναστών εκτέλεσε επικίνδυνους ελιγμούς και εμβόλισε το περιπολικό του Σώματος. Το Λιμενικό απάντησε με βολές με σκοπό «την ακινητοποίηση του σκάφους». Ένας 39χρονος άνδρας τραυματίστηκε θανάσιμα.

Η απώλεια του/της Sayed

Τα 15 πιστοποιητικά θανάτου που εξέτασε το Solomon δείχνουν ότι 14 από τα 15 θύματα πέθαναν από σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, και ένα από πνιγμό. Από όσους έφεραν τραύματα στο κεφάλι, πέντε είχαν σύνοδες κακώσεις στον θώρακα και ένας στον αυχένα. Η φύση των θανατηφόρων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που καταγράφονται στα πιστοποιητικά είναι συμβατά με αμβλεία τραύματα που προκλήθηκαν από σύγκρουση υψηλής έντασης.

«Κάθε φορά που μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η νύχτα, τρέμω σύγκορμος, σαν να έχω ένα νευρικό τικ. Μου συμβαίνει κάθε φορά», είπε ο/η Sayed στο Solomon.

Δεν μπορεί να φανταστεί καν πώς θα είναι η ζωή του την επόμενη μέρα. Το μόνο για το οποίο είναι βέβαιος/η είναι ότι θέλει η σορός του συγγενούς του/της να επιστραφεί προς ταφή στο Αφγανιστάν. 

«Θέλω να τους πάω στη χώρα μου. Δεν θέλω [ο συγγενής μου] να μείνει εδώ, νεκρός στη χώρα που τον σκότωσε. Δεν θέλω να μείνει εδώ».