19 Φεβρουαρίου 2026

Τι «ζωντάνεψαν» οι φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής - Σύντομο ιστορικό των γεγονότων (ΕΙΚΟΝΕΣ & VIDEO)

«Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου»

Τι «ζωντάνεψαν» οι φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών που εκτελέστηκαν από τους ναζί κατακτητές, την Πρωτομαγιά του 1944, στην Καισαριανή - Σύντομο ιστορικό των γεγονότων, γιατί στις φωτογραφίες με τους 200 της Καισαριανής, δεν απεικονίζεται μόνο η στιγμή, αλλά και η Ιστορία που κουβαλάει.

Οι φωτογραφίες από την ημέρα της εκτέλεσης των 200 κομμουνιστών από τους ναζί κατακτητές, στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, έχουν συγκλονίσει έναν ολόκληρο λαό.

Κάθε μια από τις λέξεις έχουν τη σημασία και το βάρος της ιστορίας τους:

– Αυτοί που εκτέλεσαν τους 200 ήταν ναζί κατακτητές.

– Οι 200 ήταν κομμουνιστές, πατριώτες κομμουνιστές δύο λέξεις που ήταν δεμένες στην αντίσταση κατά των ναζί, όσο κι αν θέλουν διάφοροι σύγχρονοι θαυμαστές του Τσολάκογλου να ψάχνουν αλλού τους Έλληνες κι αλλού τους κομμουνιστές. 

– Υπάρχουν και ορισμένοι που δεν έχουν συγκλονιστεί από τις φωτογραφίες. Είναι αυτοί που βρίσκονται στον υπόνομο της Ιστορίας, οι ιδεολογικοί απόγονοι εκείνων που εκτέλεσαν τους 200 κομμουνιστές, εκείνα τα σκουπίδια που τη μέρα που βγήκαν οι φωτογραφίες βεβήλωσαν το μνημείο για τους εκτελεσμένους, εκείνα τα ανθρωπάρια που «δυσκολεύονται» να πούνε ποιοι και τι ήταν οι 200 που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.

Ας πάμε, όμως, στη μεγάλη εικόνα, που συνθλίβει εκείνους που στο δίλημμα «άνθρωπος ή κτήνος» θα επιλέγουν το κτήνος.

Στις φωτογραφίες «ζωντάνεψε» η Ιστορία των Ανθρώπων.

Έγραφε ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημα του «Πρωτομαγιά του 1944»:  «..Ετούτ’ η μάντρ’ αγνάντια σου το σύνορο του κόσμου / Σ’ αυτήν απάνου βρόντηξεν ο Διγενής το Χάρο/ Ήτανε πρώτη του Μαγιού, φως όλα μέσα κι έξω…» 

Στην Καισαριανή, η «μάντρα», «το σύνορο του κόσμου», εκεί που ο άνθρωπος σήκωσε ανάστημα στον θάνατο, την ώρα της εκτέλεσης.

Στον τοίχο της Καισαριανής, εκεί «στον τοίχο της Καισαριανής μάς φέραν από πίσω / κ’ ίσα έν’ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό» (Νίκος Καββαδίας, Federico Garcia Lorca).

Το συγκλονιστικότερο, ίσως, με τις φωτογραφίες που αντικρίσαμε είναι πως είδαμε αυτό που είχαμε φανταστεί:  Το μεγαλείο του ανθρώπου όταν κοιτάζει τον θάνατο με ένα βλέμμα που «φωνάζει» ζωή.

200 ζευγάρια μάτια εκείνη τη μέρα, την Πρωτομαγιά του 1944, δεν έκλεισαν ποτέ, κοίταξαν προς το ανθρώπινο, αφήνοντας μήνυμα αντίστασης και λεβεντιάς.

Κι αν όλα αυτά αναρωτιόμαστε, σήμερα, πώς μπορεί να γίνονται, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στους διαδρόμους του απίθανου και του υπερ-ανθρώπου. Γιατί οι 200 κομμουνιστές της Καισαριανής είναι ήρωες, διότι ακριβώς είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που υπερασπίστηκαν το ανθρώπινο.  Άνθρωποι που στάθηκαν όρθιοι απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα με «ασπίδα» ιδέες. Όχι γενικά ιδέες, ιδέες αντίστασης και κοινωνικής απελευθέρωσης. Κομμουνιστές. 

Ακολουθεί ένα σύντομο ιστορικό των γεγονότων, γιατί στις φωτογραφίες με τους 200 της Καισαριανής, δεν απεικονίζεται μόνο η στιγμή, αλλά και η Ιστορία που κουβαλάει. 

«Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

H εντολή των ναζί: 

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι, παρά τους Μολάους, κατόπιν μιας εξ ενέδρας επιθέσεως, εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανό στρατηγό και τους τρεις συνοδούς του αξιωματικούς και ετραυμάτισαν πολλούς Γερμανούς στρατιώτες. Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν: 1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μάη 1944. 2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωριών. Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς. Ο στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδος».

  Οι «εθελοντές» δεν ήταν τίποτα άλλο από ταγματασφαλίτες.

  Ο Θέμος Κορνάρος έγραψε: «Ο διοικητής του Χαϊδαρίου (σ.σ. του στρατοπέδου όπου ήταν φυλακισμένοι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές και άλλοι αγωνιστές της Αντίστασης) δεν είχε κανένα δικαίωμα ν’ αλλοιώσει τη σύνθεση του καταλόγου. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι ν’ αντικαταστήσει έναν ορισμένο αριθμό ονομάτων με άλλα(…) Ο διοικητής απάν’ στη βιάση του φώναξε το επίθετο του Ναπολέοντα (…)Οχι. Οχι εσύ Ναπολέων(…) Το στρατόπεδο αναταράσσεται.

  Ως ετούτη τη στιγμή αιτία της αναταραχής είναι η αγωνία και ο φόβος για τη ζωή του «Παιδιού». Ο Ναπολέων απαντά στο διοικητή. Κι όλα τα αυτιά είναι τεντωμένα και αφουγκράζονται. Οσοι ξέρουν γερμανικά μεταφράζουνε την ίδια στιγμή τα λόγια του: Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!…

  Το στρατόπεδο ξεχνά τον κανονισμό, ξεχνά τη θέση του, ξεπερνά κάθε όριο πειθαρχίας και χειροκροτά σαν ηλεχτρισμένο την αποκάλυψη. Την κρυμμένη ψυχή της Ελλάδας που κάνει την παρουσία της. Οι Γερμανοί σαστίζουν, κοιτάζονται και σα νευρόσπαστα χτυπούνε τα τακούνια και στέκονται προσοχή!…».

  Ο Ναπολέων Σουκατζίδης στο δρόμο για το εκτελεστικό απόσπασμα γράφει στον πατέρα του: «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση, να ‘σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου». Στην αρραβωνιαστικιά του: «Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ‘θελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιό μου».

  Το ίδιο δωρικά και τα γράμματα των άλλων ηρώων. Ο Ηπειρώτης δάσκαλος Κώστας Τσίρκας: «Πρωτομαγιά. Γεια σας, όλοι πάμε στη μάχη».

  Ο εργάτης μεταλλουργός Σάββας Σαββόπουλος: «Ας μάθει όλη η Ελλάδα, δε χάσαμε την πίστη μας στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης… Καμία δύναμη δε θα τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει. Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλιά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

  Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας: «Οταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτές». Ο Νίκος Μαριακάκης: «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος». Ο νεαρός Δημήτρης Σοφής από την Πεντέλη με μόλις οκτώ λέξεις: «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα».

  Ηταν, έγραψε ο Νίκος Καραντηνός, «μέρα μουντή πνιγμένη στην ομίχλη. Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα ‘βγαινε στις 5.33΄… Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλικάρια είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση.

  Ηταν 200 αντιφασίστες. Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, που η μεταξική δικτατορία τους είχε παραδώσει στους χιτλερικούς. Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές… Από τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σοφή. Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. Στο προσκλητήριο του θανάτου. Με την ιαχή της λευτεριάς. Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: Το Σκοπευτήριο.

  (…) Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμόνταν: «Τέτοιο δράμα, τέτοια μέρα η Καισαριανή δεν την ξανάζησε. Περιμένοντας να ακούσει 10 φορές την ομοβροντία και δέκα φορές τις χαριστικές βολές, που τις διέκοπταν τα τραγούδια κι οι ζητωκραυγές των μελλοθάνατων».

  (…) Η Μαίρη Παρασκευοπούλου ήταν τότε 14 χρόνων. Είχε βρεθεί σε μια ταράτσα. Και καθώς θυμάται κόντευε μεσημέρι. Ηταν η ταράτσα του αστυνομικού Θάνου. Από εκεί με τα κιάλια παρακολουθούσαν. Διέκρινες μια ομάδα να σηκώνει τα χέρια. Είδε τα χέρια ψηλά με τ’ άσπρα πουκάμισα. Και είχε καρφωθεί στη μνήμη της η κραυγή και μια ριπή: Αδέλφια Γεια σας. Και με το Γεια σας η ριπή. Κι αμέσως μετά οι χαριστικές βολές».

  Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει για τις «ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΕ ΑΘΗΝΑΙΟΣ»:

  «… Η φρικώδης και πρωτάκουστη τρομοκρατία που εξασκεί στην Ελλάδα ο καταχτητής με τη βοήθεια γερμανοράλληδων δεν είναι στην ουσία αντίποινα για τη δράση του ΕΛΑΣ εδώ και στην ύπαιθρο. Αυτό είναι απλή δικαιολογία. Γίνεται για να τρομοκρατηθεί ο λαός να σταματήσει την αντίστασή του και να πραγματοποιήσουν ανενόχλητοι οι καταχτητές την επιστράτευση και τη ληστεία του τόπου μας.

  (…) Η στιγμή είναι κρίσιμη. Αν σκύψουμε το κεφάλι είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά φωνάζουν. Μην αφήστε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχθείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε μας. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».

Πηγές: Ριζοσπάστης 30/4/2006 – Θέμος Κορνάρος, «Το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου», χαρισμένο στη μνήμη του εθνικού ήρωα Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Νεοελληνικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1963 –  «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Εκδόσεις Κέδρος, 1974 – Νίκος Καραντηνός, «Ο λαός της Καισαριανής ξαναθυμάται τους 200», «Ριζοσπάστης», 27/4/1980 

ΠΗΓΗ 

- ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ και μερικά άρθρα για το θέμα:

Καλάβρυτα, Κρήτη, Δίστομο, Κοκκινιά, Χορτιάτης: Δεν είναι η προσωπική ιστορία των μαρτύρων, αλλά το δράμα της κοινότητας και από εκεί οι εθνικές και πανανθρώπινες εμπειρίες.

Η δημοσίευση των συγκινητικών και συνταρακτικών συνάμα φωτογραφιών με τους εκτελεσμένους στην Καισαριανή, αποκάλυψε ταυτόχρονα το πόσο η σημασία των ιστορικών γεγονότων και ιδιαίτερα δε, στις τραγικές στιγμές τους, ουδέποτε θα προκαλούσε την ίδια εντύπωση και δέος εάν δεν υπήρχαν τα χειροπιαστά τεκμήρια που βεβαιώνουν το μέγεθος και την έντασή τους σε όλα τα επίπεδα, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά, ιδεολογικά, ψυχολογικά της ανθρώπινης συνείδησης.

Οι ευγενείς φιγούρες των ανθρώπων αυτών, πέρα από τη βαθιά εντύπωση που μας προκαλούν, μας προσκαλούν παράλληλα να αναλογισθούμε πώς διαμορφώνεται η τελική μας σκέψη και προσέγγιση στα ιστορικά γεγονότα, πώς διαχειριζόμαστε το απόθεμα των στερεοτύπων μας γι’ αυτά,  χάρις στο «καταδηλωτικό» και «συμπαραδηλούμενο» μήνυμα της φωτογραφίας, όπως θα έλεγε και ο Ρολάν Μπαρτ.

Πώς θα προσλαμβάναμε άραγε κοσμοϊστορικά γεγονότα, όπως το Ολοκαύτωμα, το Βιετνάμ, τον Ισπανικό Εμφύλιο ή πάλι τη Μικρασιατική Καταστροφή, τις άλλες γερμανικές θηριωδίες στα Καλάβρυτα ή την Κρήτη, μόνο μέσα από τις διηγήσεις και χωρίς την καταλυτική δύναμη από τις αποτρόπαιες εικόνες του ολέθρου που τις συνοδεύουν. Πώς θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να καταδηλωθεί χωρίς τον ωμό ρεαλισμό της φωτογραφίας η απανθρωπιά του πολέμου και η ανθρώπινη βαρβαρότητα, στην οποία μπορεί αυτός να οδηγήσει. Ή πώς θα φανέρωναν το ψυχικό σθένος που τα παραπάνω θα μπορούσανε να εμπνεύσουν σε ανθρώπους, όχι μόνον σαν τους γελαστούς φαντάρους της Πίνδου, αλλά και σε καθημερινούς κι αδύναμους, όταν μπροστά στη βία του δυνάστη, σαν τους 200 της Καισαριανής, έρχονταν να υψώσουν το ανάστημά τους, αψηφώντας στ’ όνομα των ιδανικών τους και του πατριωτισμού ακόμη και την πιο δυνατή και θανατηφόρα μηχανή;

Η δύναμη της εικόνας-ντοκουμέντο είναι τεράστια, χάρη στην αδιάψευστη (εξόν κι εάν έχει μονταρισθεί) αναπαραστατικότητα της εκάστοτε ιστορικής στιγμής. Εξακοντίζει τη δυναμική και τη σημασία του γεγονότος, το οποίο έχει απόλυτη ανάγκη την εξεικόνισή του για να εξασφαλίσει την ιστορική νομιμοποίησή του και την δημόσια και διαρκή απομνημόνευσή του. Για όλα τα μεγάλα γεγονότα -ακόμη και την εποχή όπου η φωτογραφική και κινηματογραφική αναπαραγωγιμότητα  απουσίαζε- οι συγχρονικές, αλλά κι οι κατοπινές, γενιές τους φρόντιζαν πάντα να δημιουργούν πέρα από τις αφηγήσεις και τις δικές τους απεικονίσεις. Χρησιμοποιώντας κάθε αναπαραγωγίσιμη τεχνική του καιρού τους, πότε την ζωγραφική, άλλοτε τη χαρακτική, την εκτύπωση, τη μνημειακή γλυπτική.

Πώς θα εξακτινωνόταν άραγε το μήνυμα και θ’ αποκτούσε πανανθρώπινη σημασία ένα τέτοιο γεγονός όπως η Γαλλική Επανάσταση, οι μεγάλες νικηφόρες μάχες του παρελθόντος (ακόμη κι ο Ισπανικός Εμφύλιος μέσα από την ανατριχιαστική απόδοση του βομβαρδισμού της Γκερνίκα από τον Πικάσο) δίχως την εικονική απόδοσή τους σε πίνακες, γκραβούρες και σκίτσα, τόσο κατά τη διάρκεια διεξαγωγής ενός ιστορικού γεγονότος, όσο και κατόπιν αυτού (ας θυμηθούμε πόσο ταυτισμένη είναι η Γαλλική Επανάσταση με τον πίνακα του Ντελακρουά).

Η λέξη της Ιστορίας, λοιπόν, κάνει έκκληση πάντα στην εικόνα για να θεμελιώσει το «μνημειώδες» της και την «ανάμνησή» της, γιατί εμπεριέχει -έστω και αποτυπωμένο και δυσδιάστατο- την κατηγορία του «αισθητού», του αντικειμένου-προσώπου, του δίνει οιωνεί απτότητα.


Η εικόνα, όπως συμβαίνει και με τις φωτογραφίες της Καισαριανής, δίνει πνοή στις λέξεις, που έρχονται για να καταδηλώσουν τις φωτογραφίες. Επίσης, οι άνθρωποι εκείνοι πλέον έχουν πάψει να είναι «φαντάσματα» ή απλώς «νεκροί». Τούτη τη στιγμή είναι σάμπως να μιλούν μέσα από την (όπως θα έλεγε κι ο Pierre Fadida) «εικόνα-πνοή» με «τις λέξεις των νεκρών». Μέσα από την «υλικότητα» των φωτογραφιών εκφράζουν τη «χρονικότητα» και κυρίως τη «διαχρονικότητα» των νεκρών. Ξαναδίνοντας τη «μορφή», οι φωτογραφίες τούτες αναβιώνουν και διαπλάθουν το «πάθος» και το «συναίσθημα». Μόνο που δεν είναι ακριβώς εκείνο το απλό συναίσθημα της νοσταλγικής αναπόλησης μίας απλής φωτογραφίας. Ταυτόχρονα δημιουργεί κι ένα συναίσθημα φρίκης, γιατί αντιλαμβανόμαστε με φρίκη πως, όπως έλεγε κι ο Ίταλο Καλβίνο… ο Γερμανός φωτογράφος δεν απαθανάτιζε τη στιγμή, αλλά ανατριχιαστικά τη μελλοντική του μνήμη από τη στιγμή, για να την ανακαλεί, μάλλον με υπερηφάνεια, σε προσωπικό-οικογενειακό επίπεδο, πολλά χρόνια αργότερα.


Οι φωτογραφίες μας ξύπνησαν ένα de profundis, φυλογενετικό, συναίσθημα, την αίσθηση του «αισθάνομαι», «συναισθάνομαι», τη στιγμιαία κατάσταση που βρίσκονται εκείνοι άνθρωποι, μία ιδιότητα που μπορεί να τη φέρει μέσα της η εικόνα, διασχίζοντας το διάστημα και διαπλάθοντας μία ατμόσφαιρα, μία αύρα. Σύμφωνα με τον Georges Didi-Huberman η πιό καίρια λέξη δεν είναι εκείνη που «λέει πάντα την αλήθεια», ούτε καν «με μισόλογα» (mi-dire), αλλά εκείνη που «τονίζει» , ιδίως την περιρρέουσα ατμόσφαιρα (μέσα της και το βαθύτερο νόημα και μήνυμα που εκείνο το περιβάλλον υπαινίσσεται) που εμπεριέχει το αντικείμενο (και τα υποκείμενα) της πραγματικότητας που θέλει να εκφράσει.

Οι εικόνες τούτες έχουνε μία τέτοια δύναμη που συνδηλώνουν το μήνυμά τους μόνο με την εντύπωση που προκαλούν δεν έχει σημασία εάν αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, έστω και πολιτικά πολλές φορές ταυτοποιημένο, δεν έχουν «λεζάντα». Δεν τη χρειάζονται μάλλον. Η αγνή τους και ωμή συν τοις άλλοις δύναμη τις έχουν ήδη κωδικοποιήσει σε κάτι που υπερβαίνει το σχέδιο της συμπαραδήλωσής της. Έστω και αν η βαθύτερη συμπαραδηλωτική παράμετρός τους είναι συγκεκριμένη κι εξαιτίας αυτής αυτοδίκαια προβάλλει η αδιαμφισβήτητη στάση από την οποία αναβλύζει τούτη η δύναμη της εικόνας. Όσο κι εάν η αντιπαράθεση του πολιτισμικού κώδικα και του φυσικού μη-κώδικα του γεγονότος, το ότι «υπήρξε εκεί»,  πολλές φορές είναι αμφισβητήσιμη σε καθολικό επίπεδο (πχ η ψυχική ένταση κι η αποδοχή των φωτογραφιών από τα Δεκεμβριανά δε συγκινούν το ίδιο διαφορετικά αυτοκαθοριζόμενους ανθρώπους), οι εικόνες από την Καισαριανή, ως καταδηλούμενες εικόνες «φυσικοποιούν το συμβολικό μήνυμα», όπως σημειώνει Μπαρτ και «αθωώνει το πυκνότατο σημασιολογικό τέχνασμα της συμπαραδήλωσης».

Ο συμβολισμός της θυσίας τους και η εξυπακούεται ιδεολογική τους πεποίθηση -γιατί ήταν ακριβώς πεπεισμένοι πως έπρεπε να πεθάνουν για τα ιδανικά τους- γίνεται ένα φυσικό ιστορικό γεγονός.


Με αυτές τις φωτογραφίες το παρελθόν σταματά να γίνεται «αναχρονιστικό», μερικό και πολιτικοποιημένο μόνο, αλλά μετατρέπεται σε ένα ζωντανό, καθιερωμένο στη συνείδηση, παρόν (για να ξαναπιάσουμε την έκφραση του P. Fedida ‘passé anachronique’ και ‘présent réminiscent’), όπως είναι όλα τα επικλητά παραδειγματικά ιστορικά γεγονότα. Και πράγματι, οι φωτογραφίες από την Καισαριανή, αρτιώνουν πλέον εσαεί ως παραδειγματική στάση τη θυσία των 200. Γιατί αυτές οι φωτογραφίες ακυρώνουν την «αθέλητη μνήμη» (memoir involontaire) του Προυστ, που είναι εν πολλοίς εκείνες οι μεμονωμένες εικόνες , των οποίων η παρουσία μένει αινιγματική, εκείνες τις εικόνες που βασίζονται μόνο σε μνήμες και διηγήσεις, που αρχίζουν να γίνονται αχνές και σε συγκυριακά στοιχεία που μόνον προσωπική αξία δίνουν σε επιμέρους ανθρώπινες ιστορίες κι όχι στο γεγονός αυτό καθαυτό. Όμως με τις φωτογραφίες των 200 το αίνιγμα λύνεται κι η μνήμη παύει να είναι μη σκόπιμη ή να παραμένει προσωπική. Γίνεται πάγια ιστορική μνήμη, μετατρέπεται σε καθολικό βίωμα, επειδή εκφράζει κάτι διαπροσωπικό, πανεθνικό και πανανθρώπινο συνάμα.

Όπως και στις σφαγές των Καλαβρύτων, της Κρήτης, του Διστόμου, της Κοκκινιάς, δεν είναι η απλή προσωπική ιστορία των μαρτύρων, αλλά γίνονται δράμα της κοινότητας και από εκεί εθνικές και πανανθρώπινες εμπειρίες. Η αποκάλυψη των φωτογραφιών αυτών, των αδιάψευστων τεκμηρίων καλύτερα, έχει και μία δεύτερη συνέπεια: όλοι μας τούτες τις μέρες ξαναθυμηθήκαμε την ταινία του Βούλγαρη και της Καρυστιάνη «Το τελευταίο σημείωμα».

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Οι φωτογραφίες ξέχωρα από την θριαμβευτική απόδειξη της λεβεντιάς και του πατριωτισμού των ανθρώπων αυτών, προσέδωσαν και στην ταινία του Βούλγαρη μία αίγλη γενικευμένη. Δεν είναι πια η έκφραση μίας αντίληψης που χαρακτηρίζει κάποια συγκεκριμένη πολιτική ομάδα στην κοινωνία, δεν απηχεί μία καθορισμένη πολιτική θέση. Όπως ορθά επισήμαινε πάλι ο Ρολάν Μπαρτ,  δεν υπάρχει κινηματογραφική σκηνή, της οποίας η αντικειμενικότητα (το θέλουμε, δεν το θελουμε κι ιδίως όταν συνδέεται με ιστορικά γεγονότα, θα προσθέταμε) να μη διαβάζεται τελικά, ως το ίδιο το σημείο της αντικειμενικότητας. Γιατί πάντα στην περιγραφή της τούτη προστίθεται σε ένα πιο ανορθωμένο επίπεδο κι ένα δεύτερο μήνυμα -ακόμη κι εάν αυτό δεν εκφράζεται πρόδηλα, αλλά αφήνεται να υπονοηθεί ή συνεπάγεται από τα συμφραζόμενα της εξεικόνισης και της οπτικής διήγησης.

Η δημοσίευση των φωτογραφιών από την Καισαριανή, με την ωμότητα του γεγονότος και με την αδιαμφισβήτητη καρτερία και το σθένος που μας παρουσιάζουν, περιεχόμενα που ξεπερνούν την απεικόνιση, βεβαιώνει το πόσο η εικόνα επιβάλλεται ακριβώς μέσα από την «απο-εικονοποίησή τους», αυτό το φροϋδικό Zerrbild, το «σχίσιμο της εικόνας». Οι φωτογραφίες των τυφεκισμένων παύουν να είναι απλές εικόνες, αλλά επειδή «δείχνουν» αμείλικτα γίνονται «λέγειν», ένα «λέγειν» ιστορικό και μνημειώδες, μία αφήγηση που πλέον παγιώνεται σε απτή κι αισθητή απεικόνιση κι από εκεί σε ένα ακλόνητο σύμβολο,  ένα αδιάψευστο παντοτινό παρόν.

ektelesi comouniston apo nazi kaisariani

Κατά πρόσωπο

Στις φωτογραφίες, αλίμονό μας, κοιτάζουμε από τη θέση του φωτογράφου. Αν εκείνος έψαχνε ταπεινωμένα πρόσωπα, που δειλιάζουν και τρέμουν, αποτύπωσε το πρόσωπο της γενναιότητας. Από αυτή τη θέση κοιτάζουμε κι εμείς, σπιθαμιαίοι, τη μικρότητά μας, αυτήν που παραδέρνει μέσα στον αηδιαστικό χυλό των χυδαίων προταγμάτων της εποχής μας. Οι μελλοθάνατοι, παραδομένοι στο ναζιστικό κτήνος από τους εγχώριους συνεργάτες, πριν πεθάνουν έχουν προοικονομήσει τα χαρακτικά του Τάσσου, την ταινία του Βούλγαρη, τα ποιήματα του Ρίτσου, του Βάρναλη, του Ρώτα, τα σπαραχτικά τραγούδια, την τελευταία μας διέξοδο δηλαδή να δηλώσουμε ότι ίσως μπορούσαμε να σταθούμε στο πλάι τους, κάπως.

Στις φωτογραφίες απουσιάζει το βλέμμα των Γερμανών στρατιωτών. Οι πρόσκαιροι νικητές του 1944 είναι ολοκληρωτικά ανάξιοι για να διασωθεί έστω το πρόσωπό τους. Δεν υπάρχει τίποτα να περηφανευτούν. Το γνωρίζουν σήμερα οι ιδεολογικοί τους απόγονοι, τα λυσσασμένα ναζιστικά απολειφάδια που χύμηξαν στο μνημείο της Καισαριανής γιατί δεν άντεχαν να σταθούν πρόσωπο με πρόσωπο με τους ανίκητους εκτελεσμένους. Γι’ αυτό και αφρίζουν με εμετικά σχόλια σε ιστοσελίδες που τους δίνουν αυτό το δικαίωμα στο όνομα μιας κατ’ επίφαση δημοκρατίας. Οι φωτογραφίες θύμισαν το απαράγραπτο χρέος μας να τσακίσουμε τα τέρατα.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου