Οκτώ ρωγμές στο αφήγημα Στουρνάρα για την ανάπτυξη
Οταν η Τράπεζα της Ελλάδος ωραιοποιεί τη φτώχεια, βαφτίζει την ακρίβεια «βελτίωση ανισοτήτων» και επαναφέρει το σύνδρομο του 2009.
Η φράση «εμείς πάμε καλά», όπως ειπώθηκε πρόσφατα από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι πολιτικά επικίνδυνη, κοινωνικά προσβλητική και οικονομικά παραπλανητική. Διότι αν «πάμε καλά», γιατί ένας στους τέσσερις πολίτες ζει σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού; Αν «πάμε καλά», γιατί ένας στους πέντε Ελληνες δηλώνει ότι δεν είχε πρόσβαση στην ιατρική φροντίδα που χρειαζόταν; Γιατί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα καταρρέει με ρυθμούς πενταπλάσιους του ευρωπαϊκού μέσου όρου;
01 Εργαλείο παραπλάνησης
Η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζει ως τεκμήριο «βελτίωσης των κοινωνικών ανισοτήτων» τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών. Οχι τις καθαρές. Οχι τις πραγματικές. Οχι τις αποπληθωρισμένες. Αλλά τις ακατέργαστες, προ φόρων και εισφορών αποδοχές. Πρόκειται για μεθοδολογικό τέχνασμα που δεν αντέχει ούτε σε στοιχειώδη οικονομική κριτική.
Η κοινωνία δεν ζει με μεικτούς μισθούς. Ζει με καθαρό διαθέσιμο εισόδημα. Και αυτό το εισόδημα έχει συνθλιβεί από την υπερφορολόγηση, την εκτίναξη των ενοικίων, τον πληθωρισμό στα τρόφιμα και το κόστος ενέργειας. Το να παρουσιάζονται αυτές οι συνθήκες ως «μείωση ανισοτήτων» είναι στρέβλωση της πραγματικότητας.
02 Τα πραγματικά στοιχεία
Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Το 2024 το 26,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρέθηκε σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ, ξεπερνώντας αρνητικά σχεδόν όλες τις χώρες του Νότου.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο για την υγεία. Το 21,9% των Ελλήνων δεν έλαβε την ιατρική φροντίδα που χρειαζόταν. Στην υπόλοιπη Ευρώπη το ποσοστό αυτό είναι 3,6%. Πρόκειται για κοινωνικό χάσμα που δεν χωρά καμία «βελτίωση». Οταν η πρόσβαση στην υγεία γίνεται ταξικό προνόμιο, δεν μιλάμε για ανισότητες που μειώνονται. Μιλάμε για κοινωνική αποσύνθεση.
03 Καταρρέουν οι μικρομεσαίοι
Η Eurostat καταγράφει αύξηση 47,8% στα λουκέτα μικρομεσαίων επιχειρήσεων το τρίτο τρίμηνο του 2025. Την ίδια στιγμή ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 4,4%. Αυτή δεν είναι απλώς αρνητική απόκλιση. Είναι κατάρρευση. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στραγγαλίζονται από τα ληξιπρόθεσμα χρέη του δημοσίου ύψους 3,8 δισ. ευρώ, τον τραπεζικό αποκλεισμό, τη φορομπηχτική πολιτική και βέβαια την αύξηση του λειτουργικού κόστους με αιχμή την ενέργεια. Κι όμως, στο θεσμικό αφήγημα όλα βαίνουν καλώς. Η πραγματική οικονομία πεθαίνει, αλλά οι πίνακες «δείχνουν» πρόοδο.
04 Το έχουμε ξαναζήσει
Πληροφορούμε τον οικονομολόγο Γ. Στουρνάρα ότι η φράση «εμείς πάμε καλά» θυμίζει ανατριχιαστικά τον Γιώργο Αλογοσκούφη λίγο πριν από την πτώχευση του 2010, όταν διαβεβαίωνε τους πολίτες ότι «η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη». Και τότε υπήρχαν νούμερα. Και τότε υπήρχαν παρουσιάσεις. Και τότε υπήρχαν «θεσμικές διαβεβαιώσεις». Αυτό που δεν υπήρχε ήταν επαφή με την κοινωνία. Το αποτέλεσμα το πλήρωσε η χώρα με δεκαετή ύφεση, μνημόνια και κοινωνική καταστροφή.
05 Ανάπτυξη με πήλινα πόδια
Η ανάπτυξη 2-2,2% δεν είναι προϊόν παραγωγικής δυναμικής. Είναι προϊόν κυρίαρχα των ευρωπαϊκών κονδυλίων της τουριστικής μονοκαλλιέργειας και βέβαια της φούσκας των ακινήτων. Ας μην ξεχνάμε ότι πάνω από το 60% των επενδύσεων συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το Ταμείο Ανάκαμψης. Το Ταμείο τελειώνει το 2026, αφήνοντας χρηματοδοτικό κενό άνω των 15 δισ. ευρώ ετησίως. Χωρίς αυτά τα χρήματα η ανάπτυξη καταρρέει στο 0,8-1%. Αυτό δεν λέγεται «ισχυρή οικονομία». Λέγεται οικονομία εξάρτησης.
06 Γιγάντιο ιδιωτικό χρέος
Το ιδιωτικό χρέος ξεπερνά τα 230 δισ. ευρώ. Χρέη προς την εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και «κόκκινα» δάνεια εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Πρόκειται για βόμβα θεμελίων. Σχεδόν 4 εκατ. φορολογούμενοι έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές. Λιγότερο από το 25% μπορεί να τηρήσει ρύθμιση. Αυτή δεν είναι εικόνα υγιούς οικονομίας. Είναι εικόνα κοινωνικής εξάντλησης.
07 Πληθωρισμός απληστίας
Το ΔΝΤ ήταν ξεκάθαρο. Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη –και στην Ελλάδα– οφείλεται:
Κατά 45% στα αυξημένα επιχειρηματικά κέρδη.
Κατά 40% στις τιμές εισαγωγών.
Μόλις κατά 25% στις αυξήσεις μισθών.
Ομως ο Γ. Στουρνάρας έχει άλλη άποψη. Η οικονομία μας κινδυνεύει από τις αυξήσεις μισθών. Αυτό δεν είναι οικονομική ουδετερότητα. Είναι πολιτική επιλογή.
08 Φόβος και ανασφάλεια
Σήμερα η ελληνική κοινωνία δαπανά πάνω από το 35% του εισοδήματός της για στέγη, πληρώνει τρόφιμα σε τιμές δυτικής Ευρώπης με μισθούς φτωχοποιημένης βαλκανικής χώρας (δεύτερη φτωχότερη χώρα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) και ζει με ανασφάλεια, φόβο και έλλειψη προοπτικής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον το να μιλά κανείς για «βελτίωση κοινωνικών ανισοτήτων» δεν είναι απλώς λάθος. Είναι αμετροέπεια.
Μπροστά σε νέα κρίση
Η ελληνική οικονομία δεν έχει καταρρεύσει ακόμη. Αλλά κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Στηρίζεται σε ευρωπαϊκά χρήματα που τελειώνουν, με το χρέος να διογκώνεται και μια κοινωνία να αντέχει όλο και λιγότερο. Χωρίς παραγωγική ανασυγκρότηση, χωρίς ουσιαστική αύξηση καθαρών εισοδημάτων, χωρίς σύγκρουση με τον πληθωρισμό της απληστίας, η επόμενη κρίση δεν είναι θέμα «αν». Είναι θέμα «πότε». Και τότε καμία στατιστική ωραιοποίηση δεν θα μπορεί να πει ότι «πάμε καλά».
Με άδειο πορτοφόλι για σχεδόν μισό μήνα
Αρνητικό ρεκόρ για τα εισοδήματα των νοικοκυριών το 2025.
Στο Μέγαρο Μαξίμου, περιπλεγμένοι στη σκληρή πραγματικότητα, βρίσκουν «ακούμπημα» για πανηγύρια στην οριακή αποκλιμάκωση 0,1% του γενικού πληθωρισμού που ανακοίνωσε για τον Ιανουάριο 2026 η Eurostat. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, ο γενικός δείκτης του πληθωρισμού στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον περασμένο μήνα σε 2,8% έναντι 2,9% τον Δεκέμβριο και 3,1% που ήταν τον Ιανουάριο του 2025.
Η πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωστόσο διαψεύδει με τον πιο σκληρό τρόπο το κυβερνητικό αφήγημα της «ανάπτυξης για όλους». Τα στοιχεία της Eurostat για τον Ιανουάριο του 2026 δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες: η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε έναν πληθωρισμό δύο ταχυτήτων, όπου η ευημερία των αριθμών συγκρούεται μετωπικά με τη φτωχοποίηση των νοικοκυριών.
Καλπάζει η ακρίβεια
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό, είναι πλέον δομικό. Οταν στην ευρωζώνη ο πληθωρισμός στα τρόφιμα «φρενάρει» στο 2,7%, στην Ελλάδα καλπάζει σχεδόν στο 4% (πάνω από 3,7%). Αυτή η απόκλιση της μίας ποσοστιαίας μονάδας δεν είναι απλώς ένα στατιστικό δεδομένο· είναι η απόδειξη της αποτυχίας των ελεγκτικών μηχανισμών και της κυβερνητικής αδράνειας απέναντι στην αισχροκέρδεια. Ενώ ο μέσος Ευρωπαίος βλέπει μια εξομάλυνση, ο Ελληνας καταναλωτής πληρώνει το βαρύ τίμημα μιας αγοράς που λειτουργεί ανεξέλεγκτα, με τις ανατιμήσεις στο ράφι να έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό, δεδομένης της μεγαλύτερης βαρύτητας που έχουν τα τρόφιμα στο καλάθι του ελληνικού νοικοκυριού.
Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής αποτυπώνεται με δραματικούς τόνους στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ/ΓΣΕΒΕΕ. Η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται. Το αρνητικό ρεκόρ του 2025 είναι αποκαλυπτικό: για το 62,1% των νοικοκυριών το μηνιαίο εισόδημα δεν επαρκεί. Το πιο σοκαριστικό στοιχείο ωστόσο είναι η χρονική διάρκεια της επάρκειας. Το εισόδημα τελειώνει, κατά μέσο όρο, στις 18 του μήνα. Για τις υπόλοιπες 12 ημέρες η ελληνική οικογένεια ζει με δανεικά, με «κομμένα» τα απαραίτητα ή με την αγωνία της επιβίωσης.
Φτωχοί και οι «μεσαίοι»
Η φτωχοποίηση δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα. Η «μεσαία τάξη», την οποία η κυβέρνηση είχε κάνει σημαία προεκλογικά, βλέπει το βιοτικό επίπεδό της να κατακρημνίζεται. Οικογένειες με ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ αναγκάζονται να περικόψουν βασικά αγαθά. Το 54% των νοικοκυριών κάνει περικοπές για να καλύψει τα αναγκαία, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα έχουν περιορίσει δραστικά την έξοδο και την ένδυση.
Η αγορά στεγνώνει, η κατανάλωση συρρικνώνεται στα απολύτως απαραίτητα (λογαριασμοί και τρόφιμα) και ο κύκλος της ύφεσης στην πραγματική οικονομία διευρύνεται. Ακόμη και ο «πυλώνας» του τουρισμού, στον οποίο η κυβέρνηση στηρίζει μονίμως τις ελπίδες της, παρουσιάζει σημάδια κόπωσης λόγω της αισχροκέρδειας. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση εκτοξεύτηκε κατά 20,6% την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 89,1 ευρώ το 2024. Το αποτέλεσμα; Οι τουρίστες μένουν λιγότερο. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 1,4 διανυκτέρευση, συμπαρασύροντας προς τα κάτω και τη μέση κατά κεφαλή δαπάνη. Η Ελλάδα γίνεται ένας ακριβός προορισμός που προσφέρει λιγότερα, ακολουθώντας την ίδια στρεβλή λογική που επικρατεί στα σουπερμάρκετ: υψηλότερες τιμές, μικρότερη αξία.
Πολιτική επιλογή η φοροαφαίμαξη
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν παρακολουθεί μόνο ως θεατής την εξέλιξη ενός φαινομένου που διαλύει τον κοινωνικό ιστό, αλλά την υποδαυλίζει κιόλας. Ετσι εξακολουθεί να δηλητηριάζει την οικονομία φουσκώνοντας με υπεραπόδοση ΦΠΑ τα κρατικά έσοδα. Οσο η μάχη κατά της ακρίβειας βασίζεται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και pass επιδομάτων και όχι σε ουσιαστικό έλεγχο της αγοράς και πάταξη των καρτέλ, η κοινωνία θα συνεχίζει να πληρώνει ακριβά το «μάρμαρο». Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι πλέον εισαγόμενη· είναι πολιτική επιλογή μη παρέμβασης. Και το κόστος αυτής της επιλογής μετριέται πλέον σε ημέρες επιβίωσης: 18 ημέρες με εισόδημα, 12 ημέρες στο κενό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου