Το είπε καθαρά το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων. Οι συγκεντρώσεις υπέρ του ιδιοκτήτη της Βιολάντα δεν ήταν αυθόρμητες. Οργανώθηκαν. Και οργανώθηκαν από εκείνους που έχουν λόγο να δείξουν ότι «ο κόσμος είναι μαζί μας».

Εύλογος ο αποτροπιασμός της κοινής γνώμης. Εύλογη η οργή όταν συνάδελφοι των καμένων εργατριών φώναζαν «βάστα γερά αφεντικό». Όταν κρατούσαν πανό που έγραφε «Η αξιοπρέπεια δε συκοφαντείται». Και ναι, υπάρχει κάτι βαθιά τραυματικό σε αυτή την εικόνα. Αλλά αν μείνουμε μόνο εκεί, θα χάσουμε το ουσιαστικό.

Γιατί η δημόσια στήριξη ενός εργοδότη από εργαζόμενους δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ταύτιση. Μπορεί να σημαίνει φόβο. Μπορεί να σημαίνει ότι ο εργαζόμενος δεν βλέπει ρεαλιστικό δρόμο σύγκρουσης χωρίς άμεσο προσωπικό κόστος. Ότι σκέφτεται: «Αν πέσει αυτός, τι θα γίνει αύριο με τη δουλειά μου;»

Εδώ βρίσκεται η καρδιά της υπόθεσης.

Αν πράγματι υπήρχε προσπάθεια δημιουργίας σωματείου μέσα στο εργοστάσιο και αυτή πολεμήθηκε, τότε εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Η οργάνωση των εργατών στους χώρους εργασίας δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια. Είναι μηχανισμός προστασίας. Είναι το μόνο αντίβαρο στην απόλυτη εργοδοτική ισχύ.

Χωρίς σωματείο, κάθε εργαζόμενος είναι μόνος. Μόνος απέναντι στην απόλυση. Μόνος απέναντι στην πίεση. Μόνος απέναντι στη «σύσταση» να υπογράψει ή να διαδηλώσει υπέρ του εργοδότη του.

Από την άλλη, όμως, όταν βλέπουμε έναν συνδικαλισμό για χρόνια να σιωπά και να συμβιβάζεται τότε η κοινωνία παύει να τον βλέπει ως δύναμη προστασίας. Τον βλέπει ως γραφειοκρατία. Και τότε ο εργαζόμενος μένει γυμνός.

Άρα ναι, συκοφαντείται η αξιοπρέπεια όταν εργαζόμενοι στηρίζουν δημόσια τον εργοδότη τους μετά από ένα έγκλημα. Αλλά η συκοφαντία δεν ξεκινά από το πανό. Ξεκινά από τη διάλυση των όρων που θα επέτρεπαν σε αυτούς τους ανθρώπους να σταθούν αλλιώς.