Πώς η αναδιανεμητικότητα της κοινωνικής ασφάλισης μειώνει τη φτώχεια των συνταξιούχων, Σάββας Γ. Ρομπόλης – Βασίλειος Γ. Μπέτσης
Mε την «εργαλειοποίηση» της δημογραφικής γήρανσης, προωθείται ο περιορισμός των δημόσιων καθολικών συντάξεων
Η καθολική δημόσια κάλυψη των κοινωνικών κινδύνων από το κράτος πρόνοιας περιορίζεται συνεχώς και αντικαθίσταται από την κατά περίπτωση κάλυψη (mean-tested) και την ιδιωτικοποίηση.
Ο ρόλος του κοινωνικού κράτους που, κατά βάση, συνίσταται στην ευημερία των πολιτών, αντικαθίσταται, κατά την νεοφιλελεύθερη αντίληψη, από την προώθηση της ατομικής ευθύνης.
Αυτό, σε όρους πολιτικής, εκφράζεται από την μετάβαση της εφαρμογής ολοκληρωμένων προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής σε πολιτικές διαχείρισης των κοινωνικών κινδύνων και στην ατομική ευθύνη.
Όμως, αυτή η μετάβαση από την πολιτική (οικονομική και κοινωνική) στην διαχείριση των κοινωνικών κινδύνων, δημιουργεί, μεταξύ άλλων, σημαντικές αντιφάσεις και κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Κι΄αυτό επειδή η μετάβαση από την βεβαιότητα και την πληρότητα της καθολικής κάλυψης της κοινωνικής πολιτικής στην ατομική ευθύνη και την κατά περίπτωση κάλυψη των πληθυσμιακών ομάδων, ωθεί τις συγκεκριμένες ομάδες σε συνθήκες ανισοτήτων και φτωχοποίησης δεδομένου ότι έχοντας την μεγαλύτερη ανάγκη κοινωνικής και εισοδηματικής κάλυψης, παρουσιάζουν σοβαρή αδυναμία ατομικής διαχείρισης των κινδύνων της ανεργίας, της ασθένειας, της αναπηρίας, της χηρείας, της υγειονομικής περίθαλψης, του γήρατος, της στέγασης, της μακροχρόνιας φροντίδας, της εκπαίδευσης και της οικογενειακής προστασίας.
Η μεταστροφή αυτή στον ατομικισμό και η μετάβαση από την καθολική κάλυψη της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης στις κατά περίπτωση καλύψεις (mean-tested support) (Taylor-Gooby & Zinn, 2006: 271-282) των επιδοματικών πολιτικών, δημιούργησε το πρόβλημα του ελέγχου και της επιλογής του πληθυσμού που θα λάβει την κάλυψη (regulation and control). Επιπλέον η μεταστροφή και η μετάβαση αυτή, προωθεί την εργασιακή ευελιξία, την ανασφάλεια και την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών με πρόσχημα την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη, αυξάνοντας παράλληλα την αβεβαιότητα με τον περιορισμό της δημόσιας καθολικής κοινωνικής ασφάλισης.
Με άλλα λόγια, η μεταστροφή από την καθολική δημόσια κάλυψη των κοινωνικών κινδύνων στην ατομική ευθύνη δημιουργεί και την μετάβαση από την βεβαιότητα και την σταθερότητα στην κοινωνικό-οικονομική αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης όπου με την «εργαλειοποίηση» της δημογραφικής γήρανσης, προωθείται, στην Ελλάδα και την Ευρώπη ο περιορισμός των δημόσιων καθολικών συντάξεων που λειτουργούν με βάση την αλληλεγγύη και την βεβαιότητα της μελλοντικής παροχής (με βάση τα έτη ασφάλισης, τις συντάξιμες αποδοχές και έναν καθορισμένο συντελεστή αναπλήρωσης) την οποία εγγυάται συνταγματικά το κράτος, προς όφελος της ατομικής ευθύνης μέσω των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών σχημάτων ατομικών λογαριασμών και κατ’ επέκταση του κινδύνου και της αβεβαιότητας.
Κι΄αυτό επειδή το ύψος της σύνταξης εξαρτάται από τις διακυμάνσεις των αγορών και φυσικά δεν υπάρχει η εγγύηση του κράτους. Τούτων δοθέντων αναδεικνύεται, μεταξύ άλλων, η δομική αντίφαση στην Ελλάδα και την Ευρώπη μεταξύ του επικοινωνιακού αφηγήματος της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας και της προκαλούμενης από τις πολιτικές της ατομικής ευθύνης της οικονομικής ανασφάλειας και της αβεβαιότητας.
Στο περιβάλλον αυτό της κοινωνικό-οικονομικής αστάθειας και ανασφάλειας ο ρόλος της κοινωνικής πολιτικής για την ευημερία των πολιτών είναι καθοριστικός με την έννοια της άμβλυνσης των ανισοτήτων και της μείωσης της φτώχειας του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών μέσω της αναδιανεμητικής λειτουργίας.













