Την απαλλαγή των αστυνομικών της ΔΙ.ΑΣ. πρότεινε πριν από λίγο ο εισαγγελέας της έδρας στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο όπου δικάζεται η υπόθεση βιασμού στο Α.Τ. Ομόνοιας το 2022, καθώς και του τρίτου, αστυνομικού στο Α.Τ. Ομόνοιας, που κατηγορείται ως συνεργός τους.
Δύο αστυνομικοί της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. κατηγορούνται για βιασμό κατά συναυτουργία και παράνομη μαγνητοσκόπηση, ενώ ο τρίτος αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνέργειας.
Η αγόρευση του εισαγγελέα
Ο εισαγγελέας, αρχικά, αναλύοντας το νομικό πλαίσιο και την έννοια του βιασμού αναφέρθηκε στη συναίνεση ως κριτήριο και την αδυναμία, σε πολλές περιπτώσεις, ενός θύματος βιασμού να εκφράσει με φωνές ή κινήσεις την έλλειψη συναίνεσης:
[…] Όπως και τα ζώα όταν έρθουν σε επαφή με ένα αρπακτικό, έτσι και τα θύματα βιασμών μπορεί να μπουν σε ακινησία / πάγωμα.
Ωστόσο, στη συνέχεια, κάνοντας την εκτίμησή του για όσα προέκυψαν στη δικαστική αίθουσα, ανέφερε τα εξής:
Δεν συνάδει η εικόνα της με αυτή του φοβισμένου θύματος βίας. […] Δεν προέκυψε ότι η καταγγέλλουσα έδειξε δυσφορία ή άρνηση […] Δεν είπε όχι, δεν έδειξε με κάποιο τρόπο την άρνηση. […] Αν και μπορούσε να το πράξει, μπορούσε να φύγει και από το δωμάτιο, που βρέθηκε μόνη της όταν εναλλάχθηκαν οι κατηγορούμενοι […] Δεν φώναξε, δεν κάλεσε σε βοήθεια […] Θα μπορούσε η καταγγέλλουσα να απευθυνθεί στο γραφείο Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας που ήταν δίπλα. […] Έλλειψη συναίνεσης μετά την ολοκλήρωση των πράξεων δεν νοείται. […] Δεν προέκυψε ότι φοβήθηκε ή απειλήθηκε… δεν καταβλήθηκε από το σύνδρομο παγώματος. […]
Ο εισαγγελέας έκανε και το ακραίο λογικό άλμα να δημιουργήσει το αφήγημα ότι «Αβίαστα έκανε τις πράξεις, όπως φαίνεται και στις εικόνες», αναφερόμενος στα δύο thumbnails χαμηλής ανάλυσης από το διαγραμμένο βίντεο που τραβούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος και δεν ανακτήθηκε από τις συσκευές του. Σε ένα κρεσέντο παραλογισμού, ταυτόχρονα δέχτηκε ότι η καταγγέλλουσα εξέφρασε άρνηση για βιντεοσκόπηση, χωρίς να δεχτεί ότι εξέφρασε άρνηση για την πράξη.
Στη συνέχεια, δημιούργησε μια σειρά λογικών ακροβασιών, ως εξής:
Το δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει αν τελέστηκε ή όχι βιασμός. Είναι ψευδοδίλημμα, δεν οφείλει να το απαντήσει αυτό το δικαστήριο. Το ζήτημα είναι να αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία αν τελέστηκε. […] Εκτιμάται και αναμένεται ότι [οι αστυνομικοί] θα επέλεγαν διαφορετικό τόπο [για να διαπράξουν βιασμό] από αυτόν την εργασίας τους, και σε χρόνο εκτός υπηρεσίας. […]
Δεν είμαστε εδώ για να δικάσουμε το ήθος και τον επαγγελματισμό των αστυνομικών, δεν είμαστε δικαστήριο ήθους […]
Θα κλείσω λέγοντας απλά, για τους ενόρκους κυρίως, ότι για να ασκηθεί δίωξη αρκεί η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής για να μπει στη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό όμως δεν έχει σημασία τώρα. Για να καταδικαστεί χρειαζόμαστε πλήρη απόδειξη και δικανική πεποίθηση χωρίς αμφιβολίες. Δεν καταδικάζονται οι άνθρωποι βάσει των προσωπικών μας απόψεων, ούτε βάσει αυτών που γράφονται πίσω από πληκτρολόγια. […]
Αν καταδικαστούν, οι ποινές είναι αντίστοιχες της ισόβιας κάθειρξης […] Είναι παθούσα, γιατί έτυχε εκμετάλλευσης, αλλά όχι με την ποινική έννοια […]
Προτείνω την απαλλαγή λόγω αμφιβολιών για το αδίκημα του ομαδικού βιασμού όπως τους αποδίδεται.
Το δικαστήριο διέκοψε για λίγη ώρα στις 11:21 με την ολοκλήρωση της αγόρευσης του εισαγγελέα.
Στο διάλειμμα, αστυνομικός της Δικαστικής Αστυνομίας ενημέρωσε ότι η πρόεδρος του ΜΟΔ «έδωσε εντολή» να κατέβει πανό που είχε αναρτηθεί, έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου.















