Η νέα ποδοσφαιρική νίλα των Γερμανών, τα «κούφια» κλισέ και λίγη Ιστορία - Του Διονύση Ελευθεράτου
Η εντυπωσιακή βελτίωση των
αφρικανικών εθνικών ομάδων ήταν το πλέον αξιοπρόσεκτο νέο στοιχείο που
χαρακτήρισε, ως τώρα, την αμιγώς αγωνιστική πλευρά του εξελισσόμενου
ποδοσφαιρικού Μουντιάλ. Αλλά δεν βαριέστε… Οτιδήποτε χρήζει περισσότερης
προσοχής, εδώ στην Ελλάδα εύκολα παραγκωνίζεται για χάρη του … «τα ίδια
Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου». Ας πούμε για να αναλυθεί (;) ξανά
και ξανά πώς μια άχρωμη, στείρα, προβληματική γερμανική ομάδα
αποκλείστηκε πάλι (δηλαδή όπως στα Μουντιάλ του 2022 και 2018) νωρίς –
νωρίς, χωρίς μάλιστα να την έχει «εκτροχιάσει» κάποια άλλη μεγάλη δύναμη
του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Η μόνη διαφορά σε σχέση με τα δυο προηγούμενα Μουντιάλ είναι ότι
φέτος απέκλεισε τους Γερμανούς μια ομάδα, η Παραγουάη, που θεωρείται –
και είναι- αισθητά υποδεέστερη όσων «ευθύνονταν» για τις γερμανικές
αποτυχίες το 2018 και το 2022.
Δεν στερείται φυσικά ενδιαφέροντος η συζήτηση για το γερμανικό
αντιπροσωπευτικό συγκρότημα και τους προπονητές του. Ούτε για το ότι,
μετά το Μουντιάλ του 2014. δεν βγήκε καμία «φουρνιά» παικτών όπως
εκείνη, που μεταξύ άλλων περιλάμβανε – δυστυχώς για τους ρατσιστές- και
πολύ ταλαντούχους γόνους μεταναστών από την Πολωνία, την Αφρική και την
Τουρκία. Το θέμα είναι ότι η συζήτηση αυτή, με την ένταση και τη
διόγκωση που έλαβε στην ελληνική αθλητική «περιρρέουσα ατμόσφαιρα»,
έγινε ωσάν να έχουν παραβιαστεί κάποιοι… κανόνες της φύσης.
Ειδικά το γεγονός ότι οι Γερμανοί αποκλείστηκαν στη διαδικασία των
πέναλτι σχεδόν… διεκτραγωδήθηκε. Λες και βγήκε ο ήλιος από τη Δύση ή
έγινε ορατό το Βόρειο Σέλας από τη Σαχάρα. Ένας αθλητικός σχολιαστής,
μάλιστα, για να …δραματοποιήσει περισσότερο τα πράγματα είπε πως ποτέ
άλλοτε, σε καμία διεθνή διοργάνωση, δεν το είχε πάθει αυτό η γερμανική
εθνική ομάδα. Πρόκειται για ανακρίβεια ολκής, καθώς το 1976, στο τελικό
του Euro (Κύπελλο Εθνών Ευρώπης το έλεγαν τότε), η Τσεχοσλοβακία
κατέκτησε το τρόπαιο επικρατώντας της Δυτικής. Γερμανίας στα πέναλτι.
Έκτοτε, όντως, σε τέσσερα Μουντιάλ (1982, 1986, 1990, 2006) οι
Δυτικογερμανοί ή «σκέτα» Γερμανοί κέρδισαν προκρίσεις στα πέναλτι. Η
τωρινή τους αποτυχία στη συγκεκριμένη διαδικασία ήταν η πρώτη, σε ό,τι
αφορά τα Μουντιάλ. Αν όμως ήταν γραμμένο στο DNA των «χαλκέντερων»,
γεμάτων από «ολύμπια ψυχραιμία» και αποφασιστικότητα Γερμανών να
υπερισχύουν στα πέναλτι (όπου η τύχη ή μια επιλογή της στιγμής μπορεί να
καθορίσει πολλά), ε, αυτό μάλλον θα είχε φανεί από το 1976…
Με άλλοθι την ατάκα του Γκάρι Λίνεκερ
Τι συμβαίνει, λοιπόν; Ποιες… αμαρτίες πληρώνουμε εμείς η
ποδοσφαιρόφιλοι και «λουζόμαστε» τόσο συχνά αυτήν τη σχεδόν μεταφυσική
φιλολογία, αφενός για τα ακαταμάχητα γερμανικά προσόντα και αφετέρου για
τους μυστηριώδεις λόγους της άρσης τους;
Υπό μία έννοια, ίσως πληρώνουμε τη φήμη της παλαιότερης ατάκας του
μεγάλου Βρετανού πρώην ποδοσφαιριστή, Γκάρι Λίνεκερ: «Το ποδόσφαιρο
είναι απλό παιχνίδι. Είκοσι δύο παίκτες κυνηγούν μια μπάλα για 90 λεπτά
και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί».
Αυτό το είχε πει ο Γκάρι, μέσα στην πίκρα του, το 1990. Τότε που η
Γερμανία απέκλεισε στα πέναλτι την Αγγλία και έτσι προκρίθηκε στον
τελικό του Μουντιάλ. Για την ιστορία: Η γερμανική ομάδα ήταν κατά γενική
ομολογία ανώτερη όλων, το 1990. Έπαιξε και στον τελικό πολύ καλύτερα
από τους αντιπάλους της, τους Αργεντινούς, αλλά νίκησε χάρη σε ένα
υποτιθέμενο πέναλτι που μάλλον θα δίσταζε να καταλογίσει – αν
διαιτήτευε- ακόμη και ο καγκελάριος Χέλμουτ Κολ…
Ο ίδιος ο Γκ. Λίνεκερ αργότερα αναίρεσε το απόφθεγμά του – είπαμε, η
φόρτιση της στιγμής το γέννησε. Αλλά ακόμη κι αν δεν το είχε απαρνηθεί ο
ίδιος, το έπραξε η πραγματικότητα. Σε κάθε μία επιβεβαίωση του
«δόγματος Λίνεκερ» αντιστοιχούσαν και αντιστοιχούν κάμποσες διαψεύσεις.
Η αλήθεια είναι ότι το πνεύμα της ατάκας Λίνεκερ ενσωμάτωνε και μια
διαμορφωμένη, τότε, εμπειρία: Αρκετές φορές γερμανικές ομάδες (η εθνική ή
σύλλογοι) κέρδιζαν ματς ή απέφευγαν ήττες την ύστατη στιγμή. Αυτό
ευνόησε τη μυθοπλασία που έτεινε να καταστήσει «γερμανικά» γνωρίσματα
την επιμονή, το πείσμα και την αυτοπεποίθηση.
Σε άλλες περιπτώσεις, γερμανικές ομάδες κέρδισαν τρόπαια
αντιμετωπίζοντας αντιπάλους που είχαν αποδώσει εν γένει καλύτερα ή και
πολύ καλύτερα στις αντίστοιχες αναμετρήσεις (χαρακτηριστικά
παραδείγματα, τα Κύπελλα Πρωταθλητριών της Μπάγερν Μονάχου το 1975 και
1976, απέναντι στην αγγλική Λιντς και τη γαλλική Σεντ Ετιέν,
αντίστοιχα). Έτσι η μυθοπλασία, επεκτάθηκε: Οι Γερμανοί είναι περίπου
«γεννημένοι νικητές». Ακόμη κι αν τα πράγματα δεν τους πάνε καλά, θα
βρουν τον τρόπο να τα «μανουβράρουν».
Εάν όλα τούτα τα κλισέ αλήθευαν τότε η Γερμανία, χώρα με τόσο μεγάλο
πληθυσμό, με τέτοια οικονομική ισχύ, οργάνωση και μεθοδικότητα, καθώς με
δεδομένο το ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο, θα ήταν πρωταθλήτρια στη
συγκομιδή τροπαίων στις περισσότερες διεθνείς διοργανώσεις. Έλα όμως που
δεν είναι σε καμία!
Όταν μιλούν (και) οι αριθμοί…