της Ρασέλ Γουίλσον Τόλεμαρ*
Κάτοικοι της Μινεάπολης δηλώνουν ότι αισθάνονται πολιορκημένοι, υπό
αυτό που αποκαλούν κάποιοι φασιστική κατοχή. Χιλιάδες πράκτορες της
Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων έχουν κατακλύσει μια πόλη, της
οποίας η συντριπτική πλειονότητα το 2024 δεν ψήφισε τον Ντόναλντ Τραμπ –
ούτε υπέρ μιας παραστρατιωτικής επιχείρησης σάρωσης του ποικιλόμορφου
πληθυσμού της.
Δύο κάτοικοι σκοτώθηκαν από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Ως αποτέλεσμα,
τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κατακλυστεί από συγκρίσεις των
μηχανισμών επιβολής της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ με τη
Γκεστάπο του Χίτλερ.
Παρότι οι συγκρίσεις με το φασιστικό καθεστώς του Χίτλερ γίνονται
ολοένα και συχνότερες, θα υποστήριζα ότι ίσως είναι ακόμη πιο εύστοχο να
συγκρίνουμε το σήμερα με ένα λιγότερο μνημονευόμενο, αλλά μακροβιότερο
φασιστικό καθεστώς: εκείνο του Φρανθίσκο Φράνκο, δικτάτορα της Ισπανίας
από το 1936 έως τον θάνατό του το 1975.
Το 2016, επικριτές προειδοποιούσαν ότι η ρητορική της προεκλογικής
εκστρατείας του Τραμπ στηριζόταν σε «εγχειριδιακό» φασισμό,
παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά όπως ρατσισμό, σεξισμό και μισογυνισμό,
εθνικισμό, προπαγάνδα και άλλα. Σε αντάλλαγμα, αντιμετώπισαν έντονη
αντίδραση, όπως και κατηγορίες ότι είναι υστερικοί ή υπερβολικοί.
Σήμερα, οι νηφάλιες φωνές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: ότι η Αμερική ενδέχεται να οδεύει προς φασιστική διακυβέρνηση.
Ως μελετήτρια της ισπανικής κουλτούρας, διακρίνω κι εγώ ανησυχητικούς
παραλληλισμούς μεταξύ της Ισπανίας του Φράνκο και της Αμερικής του
Τραμπ.
Η παράθεσή τους δίπλα-δίπλα, πιστεύω, προσφέρει χρήσιμα αναλυτικά
εργαλεία για να κατανοήσουμε το μέγεθος του διακυβεύματος σήμερα.
Η άνοδος και η κυριαρχία του Φράνκο
Το κόμμα Falange ξεκίνησε ως ένα μικρό εξτρεμιστικό κόμμα στο
περιθώριο μιας ισπανικής κοινωνίας βαθιά κλονισμένης από την πολιτική
και την οικονομική αστάθεια. Κήρυττε κυρίως έναν ριζοσπαστικό εθνικισμό,
έναν εξαιρετικά αποκλειστικό τρόπο να είσαι και να δρας ως Ισπανός.
Παραδοσιακοί ρόλοι φύλου, μονογλωσσία και καθολικισμός κινητοποίησαν τον
κόσμο, προσφέροντας την απόλυτη βεβαιότητα σε καιρούς αβεβαιότητας.
Πολύ γρήγορα, η Falange αύξησε τη δύναμη και την επιρροή της, μέχρι που
τελικά έγινε το κυρίαρχο ρεύμα.
Μέχρι το 1936, το κόμμα είχε εξασφαλίσει αρκετή στήριξη από την
Καθολική Εκκλησία, τον στρατό και εύπορους γαιοκτήμονες και
επιχειρηματίες, ώστε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού να αποδεχθεί το
πραξικόπημα του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο: μια στρατιωτική
«σταυροφορία», που επιδίωκε να ανακόψει την υποτιθέμενη αναρχία των
φιλελευθέρων που ζούσαν σε άθεες πόλεις. Το σύνθημά του, «¡Una, Grande,
Libre!» («Μία, Μεγάλη, Ελεύθερη»), κινητοποίησε όσους συμμερίζονταν τις
αγωνίες της Falange.
Όπως η Falange, έτσι και το MAGA – η πτέρυγα του Ρεπουμπλικανικού
Κόμματος των ΗΠΑ που πήρε το όνομά της από το σύνθημα του Τραμπ «Make
America Great Again» – δαιμονοποιεί επανειλημμένα την Αριστερά, που ζει
κυρίως σε πόλεις, ως άθεους αναρχικούς που ζουν σαν παράσιτα.
Αφού εδραίωσε την εξουσία του, το καθεστώς του Φράνκο ίδρυσε μια
μυστική αστυνομία, την Πολιτικο-Κοινωνική Ταξιαρχία (BPS), με αποστολή
να «καθαρίσει το σπίτι». Η BPS είχε την ευθύνη να καταστείλει ή να
εξοντώσει κάθε πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό ή γλωσσικό
αντιφρονούντα.
Αποδυνάμωση της αντίστασης