ΠΕΣΕΚ:
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν είναι «εκσυγχρονισμός». Είναι επίθεση στη
δημόσια Παιδεία, στη μόνιμη εργασία και στα κοινωνικά δικαιώματα
Συναδέλφισσες, συνάδελφοι
Η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί μέσα στο καλοκαίρι να προωθήσει μια βαθιά αντιδραστική Συνταγματική Αναθεώρηση.
Δεν πρόκειται για μια τεχνική ή θεσμική διαδικασία, αλλά για μια
στρατηγική επιλογή που αποσκοπεί στη συνταγματική θωράκιση των
νεοφιλελεύθερων πολιτικών, της εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών,
της δημοσιονομικής λιτότητας και της έντασης της εκμετάλλευσης της
εργατικής τάξης.
Επιδιώκει
να κατοχυρώσει στο ίδιο το Σύνταγμα όσα μέχρι σήμερα επιχειρούσε με
νόμους: την υποβάθμιση και την πλήρη εμπορευματοποίηση της δημόσιας
Παιδείας, την αποδόμηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, τη διαρκή λιτότητα,
την ενίσχυση των επιχειρηματικών ομίλων και τη φίμωση κάθε εργαζομένου,
συνταξιούχου και της νεολαίας που αντιστέκεται.
Με την αναθεώρηση του Άρθρου 16,
η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει να θωρακίσει νομικά τον πρόσφατο
αντιεκπαιδευτικό της ανοσιούργημα για την ίδρυση ιδιωτικών
πανεπιστημίων, παρακάμπτοντας τις μεγάλες φοιτητικές και εκπαιδευτικές
κινητοποιήσεις. Κάνει ένα ακόμη βήμα προς την παράδοση της Ανώτατης
Εκπαίδευσης στην αγορά. Το δημόσιο πανεπιστήμιο, αντί να ενισχυθεί με
γενναία χρηματοδότηση, μόνιμο προσωπικό και ελεύθερη πρόσβαση όλων των
νέων στη γνώση, καλείται να ανταγωνιστεί ιδιωτικά ιδρύματα που
αντιμετωπίζουν τη μόρφωση ως εμπόρευμα. Η Παιδεία μετατρέπεται σε πεδίο
κερδοφορίας και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται.
Με την αναθεώρηση του Άρθρου 103,
βάλλει ευθέως κατά της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Η μονιμότητα
δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά δημοκρατική εγγύηση για την ανεξάρτητη
λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών και την προστασία των εργαζομένων από
πολιτικές και κομματικές διώξεις. Η σύνδεσή της με την τιμωρητική
αξιολόγηση, τα πειθαρχικά και τις απολύσεις αποκαλύπτει τον πραγματικό
στόχο: έναν δημόσιο υπάλληλο χωρίς δικαιώματα, φοβισμένο, πειθαρχημένο
και απολύτως υποταγμένο στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική. Με λίγα
λόγια, θέλουν υποταγμένο δημόσιο υπάλληλο, δάσκαλο σκυφτό κι αμόρφωτο
λαό.
Οι
εκπαιδευτικοί γνωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτή η πολιτική. Τα
πειθαρχικά απέναντι σε συναδέλφους και συναδέλφισσες που συμμετέχουν
στην απεργία-αποχή, οι διώξεις συνδικαλιστών, η επιχείρηση
ποινικοποίησης της συλλογικής δράσης και η αξιολόγηση ως μηχανισμός
πειθάρχησης αποτελούν τους κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Η Συνταγματική
Αναθεώρηση του Άρθρου 103 έρχεται να προσφέρει το θεσμικό υπόβαθρο για
τη γενίκευση αυτής της πολιτικής.
Με την αναθεώρηση του Άρθρου 79,
η κυβέρνηση επιχειρεί να συνταγματοποιήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία
και τους μόνιμους «κόφτες» στις κοινωνικές δαπάνες. Επιχειρεί να
μετατρέψει σε συνταγματική επιταγή τη λιτότητα, ώστε κάθε μελλοντική
κυβέρνηση να επικαλείται το Σύνταγμα για να αρνείται την ικανοποίηση των
δίκαιων αιτημάτων μας, για επαναφορά της 13ης-14ης σύνταξης/μισθού,
πραγματικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, προσλήψεις μόνιμου
προσωπικού, ενίσχυση της δημόσιας Παιδείας, Υγείας, Πρόνοιας και της
Κοινωνικής Ασφάλισης.
Την
ίδια στιγμή που δηλώνει ότι «δεν υπάρχουν χρήματα» για σχολεία,
νοσοκομεία, κοινωνικές υπηρεσίες και αξιοπρεπείς συντάξεις, βρίσκονται
δισεκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμούς, για τις δεσμεύσεις απέναντι στο
ΝΑΤΟ, για τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών ομίλων και για κάθε μορφής
επιδοτήσεις του μεγάλου κεφαλαίου. Η λιτότητα αφορά στις λαϊκές ανάγκες
και μόνον.
Με την αναθεώρηση του Άρθρου 78, που κινείται
στην ίδια κατεύθυνση, στο όνομα της «σταθερότητας» και της «ασφάλειας
των επενδύσεων», επιδιώκεται ακόμη μεγαλύτερη προστασία των μεγάλων
επιχειρηματικών συμφερόντων, την ώρα που τα λαϊκά στρώματα συνεχίζουν να
σηκώνουν το κύριο βάρος της φορολογίας. Οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι
και οι αυτοαπασχολούμενοι πληρώνουν πολλαπλά, ενώ το μεγάλο κεφάλαιο
εξακολουθεί να απολαμβάνει προκλητικά προνόμια και φορολογικές
απαλλαγές.