Ο Πέμπτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεκινήσει
Ο ανοιχτός ή λανθάνων πόλεμος που γίνεται όλο και πιο εμφανής, τα φασιστικά συναισθήματα και οι φασιστικές αναπαραστάσεις που εξαπλώνονται όλο και πιο βαθιά, η μοιρολατρία και η απόσυρση στις ταυτότητες που κρύβουν όλο και λιγότερο την αδυναμία: οι καιροί είναι δύσκολοι. Ο Bernard Aspe (σ.σ. Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος και συγγραφέας) προτείνει εδώ μια σύνθεση της τρέχουσας κατάστασης των δυνάμεων, όχι για να σχολιάσει την εν εξελίξει ήττα, αλλά για να προσδιορίσει τη διαμόρφωση του πεδίου μάχης. Προϋπόθεση κάθε στρατηγικής είναι η ανάπτυξη μιας κοινής αντίληψης, η οποία να περιλαμβάνει όλες τις ιδιαιτερότητες και τις διαφωνίες που τη χαρακτηρίζουν.
« Αν την παρατηρούσαμε από τον Γαλαξία μας, η Γη, ερειπωμένη, καμένη, να περιστρέφεται, μαύρη και έρημη, μέσα στο σύμπαν, δεν θα μπορούσε να μας είναι πιο ξένη (…)
και όμως, η παιδική ηλικία που περάσαμε εκεί, είναι σχεδόν σαν να ήταν χθες. »
Sebald
-
ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ
Το 1997, αυτός που τότε ονομαζόταν υποδιοικητής Μάρκος έγραψε το κείμενο «Ο Τέταρτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεκινήσει» [1]. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε λήξει λίγα χρόνια νωρίτερα, και αμέσως τον διαδέχθηκε ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος, με διακύβευμα, όπως και σήμερα, ο έλεγχος της παγκόσμιας οικονομίας. Το κείμενο του Μάρκος αποσκοπούσε στην περιγραφή της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, ως πόλεμος εναντίον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Από καθαρά στρατιωτική άποψη, το ιστορικό πλαίσιο ήταν επίσης ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου, το 1991, στιγμή κατά την οποία άρχισαν να αναφέρονται στις Ηνωμένες Πολιτείες ως «αστυνομία του κόσμου». Ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είχε διακοπεί με την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ· κατά τον τέταρτο, δεν υπήρχαν πλέον μεγάλα εχθρικά μπλοκ που να αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλλά υπήρχε πρωτίστως μια δύναμη που έπρεπε να αναλάβει να αποτελέσει, μόνη της, τον δομικό πυρήνα της παγκόσμιας τάξης. Τα κύρια μέσα της ήταν η στρατιωτική δύναμη, το νόμισμα, η πολιτιστική ηγεμονία και, με την πάροδο των δεκαετιών, η διείσδυση στις καθημερινές δραστηριότητες, «εντός» και «εκτός» εργασίας, ιδίως μέσω της ψηφιακής προόδου.
Η περιγραφή που πρότεινε ο Μάρκος φαίνεται πλέον να αντιστοιχεί σε μια εποχή που απομακρύνεται, φυσικά όχι επειδή ο νεοφιλελευθερισμός υπέκυψε στις επικρίσεις του, αλλά επειδή δεν είναι πλέον προσαρμοσμένος στην επιταχυνόμενη αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας. Οι μορφές των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εκείνες της κυβερνητικότητας και τα τεχνικά μέσα που τις συνοδεύουν παραμένουν, περισσότερο από ποτέ, άρρηκτα συνυφασμένα, αλλά οι ιδιαιτερότητες όπως διαμορφώθηκαν τώρα δεν συνοψίζονται στην ταυτόχρονη εντατικοποίηση των στοιχείων αυτής της σύζευξης. Υπάρχουν πολλά προσχέδια αυτής της διαμόρφωσης· θα αναφερθώ μόνο σε μερικά σημεία αναφοράς για να καταλήξω σε αυτό που μου φαίνεται πιο αποφασιστικό: το σημείο όπου θα διαδραματιστεί η υποκειμενοποίηση του πολέμου ή του αντιπολέμου – δηλαδή της πολιτικής που ακόμη στερείται συγκεκριμένης συνοχής, αλλά η οποία, λογικά, θα πρέπει να διαμορφωθεί από εδώ και στο εξής.
Δεν διεκδικώ καμία πρωτοτυπία, καθώς ο στόχος εδώ είναι να γίνει μια σύνθεση (να έχουμε «μια συνοπτική εικόνα», όπως έλεγε ο Wittgenstein), της οποίας ίσως θα εκτιμήσουμε τη σημασία στην τελευταία ενότητα. Θα προσθέσω όμως ότι το γεγονός πως τόσοι πολλοί άνθρωποι προσπαθούν σήμερα να πουν περίπου το ίδιο πράγμα μου φαίνεται μάλλον θετικό. Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία εκτιμούσαμε χωρίς μέτρο την εξαιρετική μοναδικότητα της έκφρασης, αλλά κι αυτό οι εχθροί μας κατάφεραν να το μετατρέψουν σε παγίδα.
-
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις νέες μορφές του πολέμου – δεν πρόκειται για πρόσφατη μόδα, ας πούμε ότι έχει αναζωπυρωθεί. Αλλά πρέπει πρώτα να υπενθυμίσουμε σε ποιο πλαίσιο διαμορφώνεται αυτή η καινοτομία. Ο παγκόσμιος πόλεμος δεν αναφέρεται τόσο σε ένα γεγονός ή μια σειρά γεγονότων, όσο σε ένα συνεχές κλίμα αβεβαιότητας, μια αδύνατη επιστροφή σε μια «αληθινή» ειρήνη, το οποίο εμφανίστηκε ως τέτοιο το 1914 και δεν έχει σταματήσει να επιβάλλεται εδώ και έναν αιώνα. Στο έργο του για τον «σύντομο εικοστό αιώνα», ο Eric Hobsbawm γράφει: «“Ειρήνη” σήμαινε “πριν από το 1914”: μετά από αυτό επήλθε κάτι που δεν μπορούσε πλέον να αξίζει αυτό το όνομα». Μετά το 1914, η ειρήνη δεν είναι πλέον δυνατή, επειδή η αντιπαλότητα μεταξύ των δυνάμεων στη διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας δεν μπορεί πλέον να σταματήσει, και επειδή αυτή η αντιπαλότητα είναι πάντα καταδικασμένη να παίρνει, κάποια στιγμή και για περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες περιόδους, τη μορφή του πολέμου. Πάντα σύμφωνα με τον Hobsbawm, «αυτός ο πόλεμος [του 1914], σε αντίθεση με τους προηγούμενους πολέμους, οι οποίοι διεξάγονταν με περιορισμένους και συγκεκριμένους στόχους, ξεκίνησε με βάση απεριόριστους στόχους. Στην εποχή της αυτοκρατορίας, η πολιτική και η οικονομία συγχωνεύτηκαν. Η διεθνής πολιτική αντιπαλότητα εφαρμόστηκε τότε σύμφωνα με το μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης και του ανταγωνισμού που αυτή γεννά, αλλά το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς ότι δεν έχει όρια» [2]. Τα παιχνίδια συμμαχιών μεταξύ εθνών, η ραγδαία εξέλιξη των στρατιωτικών τεχνικών και των μέσων που χρησιμοποιούνται, οι μορφές κινητοποίησης των πληθυσμών: όλα αυτά παίρνουν μια νέα τροπή από τις αρχές του αιώνα και εντείνονται σημαντικά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [3]. Αλλά αυτό που διακυβεύεται τότε δεν είναι μόνο ο ολοένα και πιο καθοριστικός ρόλος που θα διαδραματίσει η τεχνολογική ανάπτυξη στον πόλεμο· είναι μάλλον η ολοκλήρωση της συγχώνευσης, όπως την περιέγραψε ο Hobsbawm, μεταξύ της οικονομικής ανάπτυξης και της εξάπλωσης ενός χώρου όπου η ειρήνη είναι αδύνατη.
Ο Mario Tronti διατυπώνει αυτό το σημείο με τον δικό του τρόπο: «Καταλάβαμε ποιος ήταν ο σκοπός των παγκοσμίων πολέμων: να επιφέρουν την οριστική παγκοσμιοποίηση της οικονομίας» [4]. Κι αυτό ακριβώς επιβεβαιώνεται σήμερα περισσότερο από ποτέ, παρά τις ιδεολογικές συζητήσεις για «το τέλος της παγκοσμιοποίησης» – η οποία συγχέεται με τις γεωπολιτικές πρωτοβουλίες της νεοφιλελεύθερης περιόδου – και για «την επιστροφή της πολιτικής», η οποία συγχέεται με την άσκηση της κυριαρχικής εξουσίας. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας σημαίνει ακριβώς: την όξυνση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού και των καθαρά στρατιωτικών εκφράσεών του. Από αυτή την άποψη, ο σημερινός αγώνας για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των στρατιωτικών της προοπτικών για όλες τις χώρες που δεν θέλουν να «χάσουν το τρένο» δεν είναι παρά η απόλυτη μορφή της ενότητας της οικονομικο-στρατιωτικής ανάπτυξης, η οποία έχει επικυρωθεί εδώ και σχεδόν έναν αιώνα και εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται έκτοτε. Ο πέμπτος παγκόσμιος πόλεμος δεν είναι, επομένως, τίποτα άλλο παρά μια νέα διαμόρφωση αυτού του ιστορικού συνεχούς – έτσι ώστε να μπορούμε εξίσου να μιλάμε για την πέμπτη μορφή ή την πέμπτη φάση του παγκοσμιοποιημένου οικονομικο-στρατιωτικού πολέμου.
-
ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ








