 |
Ο Οδυσσέας Τσενάι (δεξιά) με τον δρα Στέλιο Παπαδόπουλο, κορυφαία μορφή της βιοτεχνολογίας διεθνώς, στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. Λίγες ημέρες μετά την 28η Οκτωβρίου του 2003, ο διαπρεπής Ελληνας του εξωτερικού επισκέφθηκε την οικογένεια Τσενάι και προσφέρθηκε να βοηθήσει τον Οδυσσέα. Ηταν εκείνος που τον καθοδήγησε ώστε να φύγει για σπουδές στις ΗΠΑ.
|
Τι νιώθεις σήμερα για την Ελλάδα, Οδυσσέα Τσενάι;
Πριν από 23 χρόνια, ο Οδυσσέας Τσενάι αποφάσισε να μην κρατήσει τη σημαία στην παρέλαση, για να μη δώσει τροφή στην αντιπαράθεση. Σήμερα, από τη Νέα Υόρκη, νοσταλγεί την «ωραιότερη πόλη του κόσμου»: τη Θεσσαλονίκη
Τασούλα Επτακοίλη
Αγαπημένο του τραγούδι ήταν –και παραμένει– το «Γέλα πουλί μου» των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα. Το έπαιζαν με τους φίλους του από το γυμνάσιο και το λύκειο στα live τους με το συγκρότημα που είχαν φτιάξει· «Ωρίων» λεγόταν, από τον περίφημο κυνηγό της ελληνικής μυθολογίας. Ο ίδιος ήταν ο ντράμερ. Το λάτρεψε από την πρώτη φορά που το άκουσε, όχι μόνο για τη μουσική αλλά και για τους στίχους του, ιδιαίτερα για τη φράση «τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά», που με τα χρόνια έγινε μότο της παρέας.
Πράγματι, στη ζωή του Οδυσσέα Τσενάι τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Εφτασε στην Ελλάδα το 1997, σε ηλικία 12 ετών, με τους γονείς του, Αλβανούς μετανάστες. Εγκαταστάθηκαν στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Το 2004 έφυγε ξανά, αυτή τη φορά για τις ΗΠΑ. Σήμερα εργάζεται ως παθολογοανατόμος και διδάσκει στο NYU Langone Health, ένα από τα μεγάλα πανεπιστημιακά ιατρικά κέντρα των ΗΠΑ. Ζει στη Νέα Υόρκη με την επίσης αλβανικής καταγωγής σύζυγό του Μπλέρτα και τα δύο παιδιά τους – την επτάχρονη κόρη και τον τρίχρονο γιο τους. Κι όμως, τίποτα δεν έχει αλλάξει. «Οι καλύτεροι φίλοι μου είναι ακόμη στη Θεσσαλονίκη. Ο Θοδωρής, ο Στράτος, ο Μάνος, η Ελισάβετ. Εδώ δεν έχω κάνει πραγματικές φιλίες, δυνατές, όπως αυτές που χτίζονται στα μαθητικά χρόνια», λέει καθώς τρώμε θαλασσινά μεζεδάκια και πίνουμε λευκό κρασί από το Κτήμα Γεροβασιλείου –θεσσαλονικιώτικο κι αυτό– στο ελληνικό εστιατόριο Agnanti στην Αστόρια.
Τέτοιες μέρες, το 2003, ο Οδυσσέας, ως αριστούχος μαθητής του Λυκείου Νέας Μηχανιώνας, ετοιμαζόταν να συμμετάσχει στην παρέλαση για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου κρατώντας την ελληνική σημαία. Αυτό δεν έγινε. Λόγω αντιδράσεων ρατσισμού και σωβινισμού από μερίδα γονέων και τοπικών ακροδεξιών κύκλων με αφορμή την καταγωγή του –ακριβώς όπως είχε συμβεί το 2000, όταν θα ήταν σημαιοφόρος του γυμνασίου του– εκείνος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του, για να εκτονωθεί η ένταση. «Για το καλό της κοινωνίας και για να μη στενοχωρηθούν οι συμμαθητές μου», όπως είπε τότε. Η κουβέντα μας ξεκινάει αναπόφευκτα από εκείνη την εμπειρία, που σημάδεψε την εφηβεία του.
– Πώς ήταν για έναν έφηβο να ακούει το σύνθημα «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ»;
– Ζόρικη συνθήκη, επώδυνη, δεν θα το κρύψω. Στην αρχή είχα θυμώσει πολύ. Ομως στην πορεία, καθώς δέχθηκα ένα τεράστιο κύμα συμπαράστασης από όλη την Ελλάδα, από ανθρώπους που δεν με γνώριζαν καν, ο θυμός υποχώρησε. Αλλωστε, ήταν λίγοι εκείνοι που μου επιτέθηκαν με τόση εχθρικότητα· απλώς έκαναν πολλή φασαρία.
– Δεν σας έχει μείνει καθόλου πίκρα, δηλαδή;
– Οχι. Με τον καιρό, μάλιστα, συνειδητοποίησα πως όσα βίωσα τότε με αφορμή τις δύο παρελάσεις με έκαναν πιο δυνατό και ήταν πολύτιμο μάθημα. Ακόμη το κουβαλάω και προσπαθώ, σε διάφορες περιστάσεις, να το εφαρμόζω: Αφησέ τους να φωνάζουν, ακόμη και να ουρλιάζουν. Κλείσε τα αυτιά σου και προχώρησε προς την κατεύθυνση που έχεις επιλέξει. Μην τους δώσεις την ευκαιρία να σε νικήσουν κάνοντάς σε να οπισθοχωρήσεις ή να αλλάξεις ρότα.
– Τι θυμάστε πιο έντονα από τη Νέα Μηχανιώνα;
– Η ζωή μας ήταν φτωχική και μετρημένη. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου εργάζονταν και οι δύο σε βιοτεχνία διχτυών για να τα βγάλουμε πέρα. Αλλά τη θυμάμαι εκείνη την εποχή με νοσταλγία. Οταν το 1997 φτάσαμε εκεί από την πόλη Σκόδρα της βορειοδυτικής Αλβανίας, όλοι οι γείτονες μας υποδέχθηκαν με ζεστασιά και μας άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Αυτό είναι για μένα το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας: της ενσυναίσθησης και της αλληλεγγύης.