
Νέος Κώδικας Αυτοδιοίκησης σε διαβούλευση: Ακόμη λιγότερη δημοκρατία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση
«Η δημόσια διαβούλευση για τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης αναδεικνύει ανησυχίες για περιορισμούς στη δημοκρατική συμμετοχή και ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας, με προτάσεις που επηρεάζουν τη διαδικασία εκλογών και τη λειτουργία των τοπικών συμβουλίων».
Ο προτεινόμενος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που έχει θέσει η κυβέρνηση σε δημόσια διαβούλευση μέχρι τις 4 Ιουνίου (Δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο: «Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» | Υπουργείο Εσωτερικών), παρουσιάζεται ως μια μεγάλη προσπάθεια νοικοκυρέματος της νομοθεσίας για τους δήμους και τις περιφέρειες. Συγκεντρώνει σε ένα ενιαίο κείμενο εκατοντάδες άρθρα και πλήθος διάσπαρτων διατάξεων.
Ένας Κώδικας δεν έχει μεγαλύτερη ισχύ από έναν νόμο. Έχει όμως μεγαλύτερη θεσμική και πολιτική βαρύτητα: παίρνει ρυθμίσεις που μέχρι σήμερα βρίσκονταν διάσπαρτες σε διαφορετικά νομοθετήματα και τις μετατρέπει σε ενιαίο πλαίσιο λειτουργίας της Αυτοδιοίκησης. Γι’ αυτό έχει σημασία όχι μόνο τι αλλάζει, αλλά και ποιες παλιές επιλογές παγιώνονται.
Ένα τέτοιο νομοθέτημα δείχνει καθαρά τι είδους Αυτοδιοίκηση θέλει η κυβέρνηση: πιο συγκεντρωτική, πιο διαχειριστική και περισσότερο εξαρτημένη από την κεντρική διοίκηση.
Υπάρχουν πολλές παθογένειες στο ισχύον νομικό πλαίσιο, τις οποίες ο προτεινόμενος Κώδικας επιδιώκει να τις παγιώσει και, σε ορισμένα σημεία, να τις επεκτείνει.
Πρώτο μεγάλο ζήτημα είναι το εκλογικό και διοικητικό μοντέλο. Ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπεται η ψήφος των πολιτών σε έδρες καθορίζει πόση φωνή θα έχουν οι δημοτικές παρατάξεις, οι μικρότερες δυνάμεις, οι τοπικές κοινωνίες και τελικά οι ίδιοι οι πολίτες μέσα στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια.
Απαράδεκτη αλλαγή είναι ότι ο προτεινόμενος Κώδικας αντικαθιστά τον δεύτερο γύρο των εκλογών με σύστημα εναλλακτικής ψήφου και δεύτερης προσμέτρησης, ενώ διατηρεί την ισχυρή πλειοψηφία των 3/5 των εδρών για τον νικητή. Με άλλα λόγια, η δεύτερη Κυριακή, που μέχρι σήμερα μπορούσε να λειτουργήσει ως χρόνος δημόσιας συζήτησης, πολιτικών συγκλίσεων και ανατροπής συσχετισμών, αντικαθίσταται από μια δεύτερη επιλογή που θα δηλώνεται από την πρώτη κάλπη.
Η εμπειρία των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2023 δείχνει πόσο κρίσιμη μπορεί να είναι αυτή η ενδιάμεση δημοκρατική διαδικασία. Για παράδειγμα, στον Δήμο Αθηναίων και στην Περιφέρεια Θεσσαλίας, στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές, τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου ανατράπηκαν στον δεύτερο. Οι πολίτες είχαν χρόνο να σταθμίσουν το πραγματικό δίλημμα, να ακούσουν δημόσιες τοποθετήσεις, να δουν ποιος μπορεί να εκφράσει μια νέα πλειοψηφία και να αποφασίσουν ξανά. Η αντικατάσταση αυτής της διαδικασίας από μια εναλλακτική ψήφο που δίνεται προκαταβολικά από την πρώτη Κυριακή θα περιορίσει καθοριστικά κάποιες φορές τη δυνατότητα δημοκρατικής ανασύνθεσης. Ιδιαίτερα σήμερα, σε ένα πολιτικό τοπίο όπου οι προοδευτικές και κεντροαριστερές δυνάμεις εμφανίζονται κατακερματισμένες, μια τέτοια αλλαγή μπορεί να λειτουργήσει υπέρ των ήδη ισχυρών και καλύτερα οργανωμένων συνδυασμών και, στην πράξη, να περιορίσει τη δυνατότητα διαμόρφωσης ευρύτερων αυτοδιοικητικών πλειοψηφιών απέναντι σε φιλοκυβερνητικές ή κατεστημένες διοικήσεις.
Η κυβερνητική λογική είναι γνωστή: η «κυβερνησιμότητα» πάνω από την αντιπροσώπευση, η ταχύτητα πάνω από τον δημοκρατικό έλεγχο, η ισχυρή διοίκηση πάνω από τη συμμετοχή. Όμως η Αυτοδιοίκηση δεν είναι ανώνυμη εταιρεία για να χρειάζεται μόνο ταχύτητα. Είναι ο πιο κοντινός θεσμός στον πολίτη. Εκεί κρίνονται πράγματα πολύ συγκεκριμένα: αν το σχολείο είναι ασφαλές, αν ο δρόμος είναι βατός, αν η γειτονιά είναι καθαρή, αν το νερό είναι επαρκές και καθαρό, αν ο άνθρωπος που έχει ανάγκη βρίσκει στήριξη.
Αν το σύστημα δίνει στον δήμαρχο ή στον περιφερειάρχη περισσότερη δύναμη από αυτή που του αντιστοιχεί με βάση τη λαϊκή εντολή, τότε η ψήφος των πολιτών δεν εκπροσωπείται ισότιμα.
Ήδη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει μεταφέρει σημαντικό βάρος από το δημοτικό συμβούλιο προς στενότερα όργανα διοίκησης. Ο προτεινόμενος Κώδικας, αντί να αντιστρέψει αυτή την πορεία και να επιστρέψει κρίσιμες αποφάσεις στο πλήρες αιρετό σώμα, το δημοτικό συμβούλιο, τη διατηρεί και σε ορισμένα σημεία την επεκτείνει, με ισχυρό ρόλο στη δημοτική και περιφερειακή επιτροπή και με αποφασιστικού χαρακτήρα επιτροπές.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι αλλάζει, αλλά και τι παγιώνεται. Όταν κρίσιμες αποφάσεις απομακρύνονται από το πλήρες δημοτικό συμβούλιο, μειώνεται η δημόσια συζήτηση, περιορίζεται η δυνατότητα ελέγχου και αδυνατίζει η φωνή της μειοψηφίας.
Ανοιχτά ερωτήματα αφήνει και η προαιρετική ηλεκτρονική ψήφος, που προβλέπεται να γίνεται μέσω ειδικών εκλογικών καταλόγων και ειδικών εκλογικών τμημάτων. Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για υποχρεωτική ούτε για εξ αποστάσεως ψηφοφορία από το σπίτι, παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα: πώς πιστοποιείται ο εκλογέας, πώς διασφαλίζονται η μυστικότητα, η μοναδικότητα και η εγκυρότητα της ψήφου, ποιος ελέγχει το λογισμικό και με ποια δημόσια λογοδοσία. Η εμπιστοσύνη σε μια εκλογική διαδικασία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην τεχνική διαβεβαίωση ότι «το σύστημα λειτουργεί».
Επόμενο ζήτημα είναι οι αρμοδιότητες χωρίς την αντίστοιχη εγγύηση πόρων και προσωπικού. Ο προτεινόμενος Κώδικας αποτυπώνει ένα τεράστιο πεδίο ευθύνης για δήμους και περιφέρειες: περιβάλλον, ύδρευση, δημόσια υγεία, πολιτισμός, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία, απασχόληση, κοινωνικός αποκλεισμός.
Οι περισσότερες από αυτές τις αρμοδιότητες δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά. Ο προτεινόμενος Κώδικας τις συγκεντρώνει και τις αποτυπώνει, χωρίς να συνοδεύεται από μια εξίσου σαφή απάντηση στο ερώτημα των πόρων και του προσωπικού. Έτσι, η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση όχι μόνο δεν διορθώνονται, αλλά θα γίνουν η κανονικότητα πάνω στην οποία χτίζεται το νέο πλαίσιο.
Ειδικά για την εκπαίδευση, οι δήμοι εμπλέκονται στις σχολικές μονάδες, στους μαθητές και στις υποστηρικτικές υπηρεσίες προς το σχολείο. Όμως αν ένα σχολείο έχει πρόβλημα στη στέγη του, αν μια σχολική μονάδα δεν έχει επαρκή καθαριότητα, αν ένας μικρός ή μεσαίος δήμος δεν έχει μηχανικούς, διοικητικούς ή τεχνικό προσωπικό, δεν αρκεί να λέμε ότι «αρμόδιος είναι ο δήμος». Η ευθύνη χωρίς πόρους γίνεται παγίδα.
Και αυτή η παγίδα συχνά καταλήγει σε νέες ανισότητες: άλλες υπηρεσίες για τους οικονομικά ισχυρότερους δήμους, άλλες για τους φτωχότερους, τους ορεινούς, τους νησιωτικούς, τους αγροτικούς. Η αποκέντρωση χωρίς χρηματοδότηση δεν είναι πραγματική αυτοδιοίκηση, αλλά μεταφορά βάρους προς τα κάτω.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η ρύθμιση για τις δικαστικές διεκδικήσεις εργαζομένων στους δήμους και τις περιφέρειες. Το ζήτημα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά. Όμως ο προτεινόμενος Κώδικας προβλέπει υποχρεωτική συμμετοχή δύο υπουργείων στις δίκες για τον προσδιορισμό ή τη μετατροπή εργασιακής σχέσης, με βαριές συνέπειες αν δεν κληθούν. Θα δυσκολέψει έτσι ακόμη περισσότερο τη θέση εργαζομένων που καλύπτουν πραγματικές ανάγκες των δήμων.
Όλα αυτά δείχνουν ότι πίσω από τη γλώσσα της «κωδικοποίησης» υπάρχουν σαφείς πολιτικές επιλογές με αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό αποτύπωμα για το μέλλον των δήμων και των περιφερειών: περισσότερη συγκέντρωση, περισσότερες ευθύνες προς τα κάτω, ανεπαρκής εγγύηση πόρων από πάνω, μεγαλύτερη πίεση στους εργαζόμενους, λιγότερος πραγματικός έλεγχος από τις τοπικές κοινωνίες.
Μέχρι τις 4 Ιουνίου υπάρχει ακόμη χρόνος να τοποθετηθούν δυνατά και να ακουστούν οι τοπικές κοινωνίες. Τα δημοτικά συμβούλια, οι παρατάξεις, οι εργαζόμενοι στους δήμους και οι πολίτες πρέπει να πάρουμε άμεσα θέση.
* Εκπαιδευτικός, δημοτική σύμβουλος Κύμης – Αλιβερίου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου