του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη

Μετά και την επίσημη υπογραφή του μνημονίου κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν, ή όπως είπε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του Ιράν «ΗΠΑ και Ισραήλ από τη μία, και Ιράν και Χεσμπολλάχ από την άλλη» μπορούμε με βεβαιότητα να επαναλάβουμε ότι ισχύουν τα όσα γράφτηκαν στο προηγούμενο άρθρο (σ.σ. αναρτημένο και στο μπλογκ μας, εδώ) πως αποτυπώνει την ήττα του αμερικανοϊσραηλινού άξονα, και ιδιαίτερα του μικρού σιωνιστή συμμάχου των ΗΠΑ. Ακόμα περισσότερο, εκτός από την αναγνώριση της κυριαρχίας του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ και άρση των κυρώσεων και του ναυτικού αποκλεισμού, το τελικό κείμενο περιλαμβάνει επίσης πολεμικές αποζημιώσεις $300 δισ. στην Τεχεράνη, οι οποίες βαφτίζονται «επενδύσεις ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάπτυξης» της χώρας. Η επιβολή πολεμικών αποζημιώσεων στον ηττημένο και επιτιθέμενο για κάλυψη των πολεμικών εξόδων του αμυνόμενου νικητή είναι ιστορική πρακτική των συνθηκών ειρήνης.

Το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν αναφέρει ξεκάθαρα πως οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε «άμεση και οριστική παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου». Ωστόσο, κάποια ρεπορτάζ έσπευσαν να κάνουν λόγο για «αποκλεισμό» της Λωρίδας της Γάζας και «δυσφορία» των Παλαιστινίων.

Για παράδειγμα σε ρεπορτάζ του Reuters διαβάζουμε πως «οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για τον αποκλεισμό τους από την ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ οι ισραηλινές επιθέσεις προκάλεσαν θάνατο τουλάχιστον τεσσάρων ανθρώπων, παρά τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός». Αυτό που δεν αναφέρει το αμερικάνικο μέσο είναι πως ενώ γίνονταν διαπραγματεύσεις, ισραηλινές επιδρομές πραγματοποιήθηκαν όχι μόνο στη Γάζα, αλλά και στον Λίβανο.

Αντίστοιχα, το Al Jazeera, που ιδρύθηκε από τον σεϊχη του Κατάρ, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επιρροή που επιδιώκει η μοναρχία στο παλαιστινιακό κίνημα, υποστηρίζει ότι «η συμφωνία αυτή αφορά το Ιράν, ενώ η Γάζα μένει εκτός». Το New Arab, με έδρα το Λονδίνο, κάνει λόγο για «φόβους μεταξύ των Παλαιστινίων ότι η Γάζα θα μπορούσε να μείνει εκτός μιας ευρύτερης περιφερειακής διευθέτησης».

Καθώς, το προηγούμενο άρθρο αναφερόταν στην ενότητα των πεδίων από το Ιράν, έχει σημασία να επανέλθουμε στο θέμα. 

Η Τεχεράνη έχει τονίσει εξαρχής τη θέση της: με τον όρο «όλα τα μέτωπα», εννοεί όλα τα ανοιχτά μέτωπα στον Άξονα της Αντίστασης, προφανώς και την Παλαιστίνη. Άλλωστε, και μόνο η διατύπωση δείχνει πως για την Τεχεράνη υπάρχουν και άλλα μέτωπα, εκτός αυτού του Λιβάνου. Αλλιώς τι νόημα θα είχαν οι αρχικές δηλώσεις του Νετανιάχου ότι δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία και δεν πρόκειται να αποχωρήσει από «Λίβανο, Συρία και Γάζα»;

Ακόμα και το μήνυμα του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεϊ, επιβεβαιώνει πως οι αρχικές του επιφυλάξεις, καθόλου αδικαιολόγητες δεδομένου πως οι ΗΠΑ κέρδισαν «βραβείο» αναξιοπιστίας δολοφονώντας τον πατέρα του εν μέσω διαπραγματεύσεων, κάμφθηκαν από τις εγγυήσεις Πεζεσκιάν πως η συμφωνία διαφυλάσσει τα δικαιώματα του ιρανικού έθνους και του Μετώπου της Αντίστασης.

Τη θέση πως η συμφωνία περιλαμβάνει εμμέσως και την Παλαιστίνη, υιοθετεί και η κυβέρνηση της Γάζας. Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο, ο εκπρόσωπος της Χαμάς, Χαζέμ Κασέμ, δήλωσε σε δελτίο τύπου ότι το κίνημα έλαβε εγγυήσεις από το Ιράν ότι οποιαδήποτε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αφορά «όλα τα μέτωπα», εννοώντας φυσικά και τη Γάζα. Η παραπάνω ερμηνεία ώθησε την παλαιστινιακή οργάνωση στην ανακοίνωσή της, στην οποία χαιρετίζει τη συμφωνία, να εκφράσει την ελπίδα ότι αυτή θα συμβάλει στην άμεση παύση της επίθεσης στη Λωρίδα της Γάζας, τον Λίβανο και όλα τα άλλα μέτωπα.

Αντίστοιχα, το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP) χαιρέτισε τη συμφωνία, αναφέροντας πως επιβεβαιώνει την ενότητα των μετώπων, εκφράζοντας την ελπίδα το πολιτικό και διπλωματικό βάρος του Ιράν να συμβάλει στην άμεση και πλήρη παύση της γενοκτονίας στη Λωρίδα της Γάζας. Τη συμφωνία χαιρέτισε επίσης το Δημοκρατικό Μέτωπο Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (DFLP), καλώντας τη διεθνή κοινότητα να συμβάλει στον τερματισμό της επίθεσης στη Γάζα, τη Δυτική Όχθη, τον Λίβανο και τη Συρία.

Αντίθετα, με τα ρεπορτάζ στη Δύση και τις συνεργαζόμενες χώρες, βλέπουμε πως οι παλαιστινιακές δυνάμεις δεν διαβλέπουν καμμία «προδοσία» από τη συμφωνία που κέρδισε το Ιράν, αλλά τη συνδέουν με τον τερματισμό της επίθεσης σε όλα τα μέτωπα. To ίδιο και οι Ανσαραλλάχ, που συνεχάρησαν το Ιράν για τη «μεγάλη νίκη» επί των αμερικανοϊσραηλινών, καλώντας τον λαό της Υεμένης να κλιμακώσει την αντίσταση απέναντι στην αμερικανοσαουδική κατοχή. Τα βίντεο των πανηγυρισμών από την Γάζα, το Λίβανο, την Υεμένη και αλλού, δεν αφήνουν ερωτηματικά για την υποδοχή της συμφωνίας, αλλά για τα κίνητρα όσων ισχυρίζονται το αντίθετο.

Τότε, θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί στο κείμενο συνεννόησης γίνεται ονομαστική αναφορά στον Λίβανο (3 φορές στην πρώτη παράγραφο) και όχι στην Παλαιστίνη και τα υπόλοιπα μέτωπα. Το Ιράν θεωρεί την Παλαιστίνη ανεξάρτητη χώρα, και δεν εξουσιοδοτείται να διαπραγματεύεται και να υπογράφει εκ μέρους της συμφωνίες. Άλλωστε, υπάρχει συμφωνία εκεχειρίας, που υπέγραψε η κυβέρνηση της Γάζας, τον Οκτώβρη του 2025, μετά από τις έμμεσες διαπραγματεύσεις, παρά το γεγονός πως η ισραηλινή κατοχή τη παραβιάζει συνεχώς. Το ίδιο ισχύει και για την Υεμένη, όπου η κυβέρνηση των Ανσαραλλάχ υπέγραψε εκεχειρία με τις ΗΠΑ τον Μάη του ίδιου έτους. 

Με τη φράση σε «όλα τα μέτωπα» στο μνημόνιο κατανόησης με τις ΗΠΑ, το Ιράν δεν υποκαθιστά τις εκεχειρίες που κέρδισαν οι σύμμαχοί του. Αυτό που καταφέρνει είναι να κατοχυρώσει διπλωματικά την ενότητα των μετώπων, προσφέροντας το διπλωματικό κεφάλαιο της νίκης του απέναντι στην ξένη επίθεση και στους συμμάχους στο υπόλοιπο Μέτωπο της Αντίστασης. Παράλληλα, επιβεβαιώνει την περιφερειακή ισχύ του και μάλιστα με την υπογραφή των εχθρών του.

Στην περίπτωση του Λιβάνου, για τον οποίο γίνεται ρητή αναφορά σε αντίθεση με τα άλλα μέτωπα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η κυβέρνηση του Αούν έχει υπογράψει συμφωνία κατάπαυσης με τους σιωνιστές εισβολείς, τον Απρίλιο του 2026, η οποία όμως έχει απορριφθεί από τη Χεζμπολάχ, καθώς θεωρείται συμφωνία αφοπλισμού και παράδοσης της χώρας. Το Ιράν, μέσω της ρητής αναφοράς στο Λίβανο, εξασφαλίζει τη Χεζμπολάχ, ένα εθνικό κίνημα που είναι κάτι παραπάνω από σύμμαχος για την Τεχεράνη, απέναντι σε ξένες και εσωτερικές απειλές.*

Ακόμη περισσότερο, η ακεραιότητα της Χεσμπολλάχ εγγυάται την συνέχιση της Παλαιστινιακής Αντίστασης, αφού υποχρεώνει σε διάσπαση τις δυνάμεις του εχθρού. Αξίζει να υπενθυμίσουμε εδώ ότι ο δολοφονηθείς ηγέτης της Χεσμπολλάχ. Χασάν Νασράλλα, είχε ξεκινήσει επιθέσεις κατά του Ισραήλ με την έναρξη της γενοκτονίας, προσδοκώντας, κατά την τότε δήλωσή του «να διασπάσει τις δυνάμεις του εχθρού», κάτι που σήμαινε και την θυσία ανδρών της λιβανέζικης οργάνωσης της αντίστασης.

Το σημαντικότερο κέρδος για την Παλαιστίνη και τους υπόλοιπους λαούς της περιοχής, είναι τελικά η αποδυνάμωση του σιωνιστικού εγχειρήματος και της αμερικανικής παρουσίας. Το Ιράν μετέτρεψε την υποστήριξη στο ισραηλινό σχέδιο από πλεονέκτημα σε κίνδυνο για τα αμερικανικά συμφέροντα, αφού προηγουμένως έδειξε στους Άραβες συνεργάτες των ΗΠΑ πως οι αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους είναι στόχος αντιποίνων. Σήμερα, ο Νετανιάχου ανησυχεί για το μέλλον της «ζωτικής σχέσης» με τις ΗΠΑ, που δεν είναι άλλη από τη σχέση μητρόπολης-αποικίας. Οι Άραβες προβληματίζονται για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, εν μέσω της αδυναμίας των ΗΠΑ να νικήσουν. Οι «Συμφωνίες του Αβράαμ», που είχαν ήδη παγώσει μετά την 7η Οκτώβρη, δεν είναι τώρα καθόλου θελκτικές. 

Καταληκτικά, τόσο οι Παλαιστίνιοι όσο και οι Ιρανοί, ερμηνεύουν το μνημόνιο συνεννόησης ως κάτι που θα πρέπει να οδηγήσει στον τερματισμό των ισραηλινών επιθέσεων στην Παλαιστίνη, τον Λίβανο, την Υεμένη και όλα τα άλλα μέτωπα. Μην ξεχνάμε πως το Ιράν έγινε στόχος των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, επειδή εισήλθε στον πόλεμο υπέρ της Παλαιστίνης, όντας το μόνο κράτος στον κόσμο που έπραξε έτσι, και με τις θυσίες που αυτό σημαίνει. Η αποσύνδεση της νίκης του Ιράν από το μέλλον της Παλαιστίνης, είτε για να κατηγορηθεί η Τεχεράνη για «προδοσία», είτε να επιβεβαιωθεί η μοιρολατρική άποψη πως οι Παλαιστίνιοι είναι μόνοι τους, απλώς αποδυναμώνει τους ίδιους τους Παλαιστίνιους και ενισχύει τους κατακτητές τους. 

*Τη στιγμή που γράφεται το άρθρο (σ.σ.  διεθνή μέσα αναφέρουν πως οι ισραηλινές επιθέσεις στο Λίβανο αναστέλλονται, μετά από πιέσεις των ΗΠΑ και του Κατάρ. Το Ιράν είχε προηγουμένως προειδοποιήσει ότι δεν θα προχωρήσει η επόμενη φάση διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ στη Γενεύη, όσο διαρκούν οι ισραηλινές επιθέσεις. Αυτό επιβεβαιώνει πως η ονομαστική αναφορά του Λιβάνου στο «μνημόνιο κατανόησης» ΗΠΑ-Ιράν έγινε για να συμπεριλάβει τη Χεζμπολάχ στις συμφωνίες ειρήνης.

ΠΗΓΗ

***

the blessing Η αποτυχία καθυπόταξης του Ιράν έβαλε φρένο σε ένα πιο φιλόδοξο εγχείρημα: την αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής υπό την ηγεμονία ενός «Μεγάλου Ισραήλ».

2ο) Παγώνει το σχέδιο για «Μεγάλο Ισραήλ»

του Ντέιβιντ Χερστ* | Middle East Eye

Περιεχόμενα
  • Η λαγότρυπα
  • Η στρατηγική οπισθοδρόμηση
  • Μια τοξική συμμαχία
  • Ένα χαμένο χαρτί
  • Όλα τα βλέμματα στη Γάζα

Από όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες που έχουν υποστεί οι ΗΠΑ τα τελευταία 25 χρόνια στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος με το Ιράν είναι πιθανότατα η πιο σημαντική.

Σε αντίθεση με τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Υεμένη, τη Λιβύη και τη Συρία, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν επιβίωσε απλώς από μία ακόμη αμερικανική προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος. Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αφορούσε ποτέ μόνο τη μοίρα ενός καθεστώτος.

Η αποτυχία υποταγής του Ιράν ανέκοψε ή κατέστρεψε μια πολύ ευρύτερη φιλοδοξία: ένα σχέδιο αναδιαμόρφωσης της Μέσης Ανατολής, με ένα αναγεννημένο και ενισχυμένο «Μεγάλο Ισραήλ» στην κορυφή.

Αυτός ήταν ο στρατηγικός στόχος των Συμφωνιών του Αβραάμ και, όταν η Σαουδική Αραβία δίστασε να υπογράψει, κατασκευάστηκε αντ’ αυτού ένας πόλεμος με το Ιράν.

Ειρωνικά, χρειάστηκε «ο μεγαλύτερος φίλος που είχε ποτέ το Ισραήλ στον Λευκό Οίκο» για να ακυρώσει το όνειρο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η λαγότρυπα

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η απόφαση να βγει από τη λαγότρυπα στην οποία τον είχε προσκαλέσει να πηδήξει ο Νετανιάχου, ήταν αυτονόητη.

Για τον Νετανιάχου, η μεταστροφή του Τραμπ στο ζήτημα του Ιράν αποτελεί καταστροφή, οι συνέπειες της οποίας μπορεί να γίνουν αισθητές για πολλές γενιές.

Ο αμερικανικός πληθωρισμός, λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους που προκάλεσε ο πόλεμος, βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ είναι ιστορικά χαμηλά, καθώς αντιμετωπίζει αυξανόμενη αντιπολίτευση μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Η παράλυση των οικονομιών του Κόλπου έπληττε τα οικονομικά συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ και οι ενδιάμεσες εκλογές πλησιάζουν, με σοβαρό κίνδυνο να χάσει και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Ο Τραμπ ήθελε μια γρήγορη νίκη τύπου Βενεζουέλας και, από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι το Ιράν δεν επρόκειτο να υποκύψει υπάκουα, ο 80χρονος πρόεδρος έχασε το ενδιαφέρον του.

Οι Ισραηλινοί πολεμικοί ανταποκριτές είχαν την ίδια άποψη.

Ο Άλον Μπεν Νταβίντ, στρατιωτικός ανταποκριτής του Channel 13, δήλωσε ότι ο πόλεμος ανέτρεψε τις ισορροπίες. Πριν από αυτόν, το Ισραήλ μπορούσε να θεωρείται -με την αμερικανική υποστήριξη- η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη της περιοχής. Μετά τον πόλεμο, το Ιράν αναδεικνύεται στη σημαντικότερη δύναμη.

Ο Άμος Χαρέλ, στρατιωτικός αναλυτής της Haaretz, έγραψε ότι η συμφωνία του Τραμπ με το Ιράν αποτελεί τη μεγαλύτερη αποτυχία του Νετανιάχου στον τομέα της ασφάλειας, μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Ένα κύμα δεξιών δυνάμεων άρχισε να εξετάζει την ιδέα ότι το Ισραήλ θα έπρεπε πλέον να «δράσει μόνο του», επιλογή που συζητήθηκε ακόμη και στο υπουργικό συμβούλιο.

Ο Τραμπ επιδείνωσε το πλήγμα δηλώνοντας στους New York Times πόσο ευγνώμων θα έπρεπε να είναι ο Νετανιάχου απέναντί του:

«Γιατί αν το Ιράν είχε πυρηνικά όπλα, το Ισραήλ δεν θα υπήρχε ούτε για δύο ώρες.»

Την Τρίτη συνέχισε στο ίδιο πνεύμα, λέγοντας σε δημοσιογράφους στη Γαλλία κατά τη σύνοδο της G7 ότι χωρίς τις ΗΠΑ «δεν θα υπήρχε Ισραήλ», προσθέτοντας ότι δεν του άρεσε το γεγονός ότι «δύο ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας έγινε επίθεση στον Λίβανο, στη Βηρυτό».

Ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ηγέτης του δεξιού κοσμικού κόμματος Yisrael Beiteinu, δήλωσε ότι το Ισραήλ πρέπει να αναπτύξει δύναμη βαλλιστικών πυραύλων και ότι η Μοσάντ πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν.

Ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριτς, υποσχέθηκε να συνεχίσει την εκστρατεία ανατροπής του καθεστώτος «μόνοι μας και με δημιουργικούς τρόπους».

Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, πιθανός διάδοχος του Νετανιάχου, δήλωσε στον Πιρς Μόργκαν: «Θέλω να πω στο ιρανικό καθεστώς… Θα είμαι ο χειρότερος εφιάλτης σας ΠΟΥ ΥΠΗΡΞΕ ΠΟΤΕ.»

Η στρατηγική οπισθοδρόμηση

Τα κομμάτια του παζλ της περιφερειακής στρατηγικής του Ισραήλ που μπορούν να επιβιώσουν από τη στρατηγική ήττα του Νετανιάχου — τα εδάφη που έχει καταλάβει το Ισραήλ και έχει εκκαθαρίσει από τους κατοίκους τους στη Γάζα, τον Νότιο Λίβανο και τη Συρία, το άτυπο σύμφωνο ασφαλείας με το Άμπου Ντάμπι, τη χρήση της Σομαλιλάνδης ως προκεχωρημένης βάσης προβολής ισχύος — όλα αυτά παραμένουν.

Το σχέδιο θα μπορούσε να συνεχιστεί οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό που έχασε όμως ο Νετανιάχου είναι το ενδιαφέρον του σημερινού Αμερικανού προέδρου να στηρίξει αυτό το όνειρο.

Και δύσκολα θα εμφανιστεί σύντομα άλλος πρόεδρος πρόθυμος να το κάνει.

Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι ένας Ισραηλινός πρωθυπουργός να μπορέσει ξανά να καθίσει απέναντι από έναν εν ενεργεία πρόεδρο των ΗΠΑ στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου, όπως έκανε ο Νετανιάχου στις 11 Φεβρουαρίου φέτος, και να τον πείσει με μια σειρά ψεμάτων.

Πιστεύει άραγε κανείς σοβαρά στο Ισραήλ ότι ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς θα επέτρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο, αν γινόταν πρόεδρος;

Χρειάστηκαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί το ισραηλινό κατεστημένο αυτή τη σεισμική μεταβολή στον στενότερο σύμμαχό του και να μιλήσει για προδοσία.

Ο δημοσιογράφος του Channel 14 Γινόν Μαγκάλ, που θεωρείται εκπρόσωπος των θέσεων του Νετανιάχου, αποκάλεσε τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ «μικρούς Εβραίους», σε μια εντελώς αντισημιτική έκφραση.

Αποκάλεσε επίσης τον Τραμπ «χαμένο» και τον αντιπρόεδρο Βανς «σκουπίδι».

Μια τοξική συμμαχία

Αν η γενοκτονία στη Γάζα κατέστρεψε τον μύθο που επέμενε στη Δύση ότι το Ισραήλ ήταν μια δημοκρατία που επιζητούσε την ειρήνη αλλά συναντούσε μόνο πόλεμο, η επίθεση στο Ιράν επέφερε παρόμοιο πλήγμα στην αξιοπιστία του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον ως στρατιωτικού συμμάχου.

Υπάρχει σαφής μετατόπιση όχι μόνο στις δημοσκοπήσεις αλλά και στη ρητορική των πολιτικών εκστρατειών. Η AIPAC, η ισχυρότερη φιλοϊσραηλινή ομάδα πίεσης, γίνεται ολοένα και πιο τοξική μεταξύ των Δημοκρατικών.

Όλο και λιγότεροι επίδοξοι πολιτικοί επιθυμούν να λάβουν ισραηλινή χρηματοδότηση και η ιδέα μεταξύ πολλών Ρεπουμπλικανών ότι το Ισραήλ ελέγχει την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει ξεπεράσει τα όρια ενός απλού αντισημιτικού στερεοτύπου.

Παράλληλα, με πλήρη επίγνωση της αρνητικά μεταβαλλόμενης αμερικανικής κοινής γνώμης, καταβάλλονται διάφορες νομοθετικές προσπάθειες για να παγιωθεί η στρατιωτική και πληροφοριακή συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ.

Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ οφείλει να εγγυάται το «ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα» του Ισραήλ. Τώρα, το φιλοϊσραηλινό λόμπι επιχειρεί να ενσωματώσει δύο διατάξεις σε νομοσχέδια που το Κογκρέσο είναι υποχρεωμένο να εγκρίνει, οι οποίες θα δίνουν προτεραιότητα στο Ισραήλ κατά τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής.

Μία προτεινόμενη διάταξη εντάσσεται στον Νόμο Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας (NDAA) και προβλέπει τη δημιουργία ενός εκτελεστικού φορέα υπεύθυνου για τη διασφάλιση της ενοποίησης της ισραηλινοαμερικανικής αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας σε όλα τα υπουργεία και τις υπηρεσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Παράλληλα, θα απαιτεί την ενσωμάτωση ισραηλινής τεχνολογίας σε μεγάλες αμερικανικές αμυντικές προμήθειες. Ο Νόμος Εξουσιοδότησης Πληροφοριών (IAA) περιλαμβάνει επίσης, διάταξη για εκτεταμένη ανταλλαγή πληροφοριών με το Ισραήλ και με οποιαδήποτε αραβική χώρα εξομαλύνει τις σχέσεις της μαζί του. Ένας τρίτος άξονας της ισραηλινής στρατηγικής είναι η δημιουργία ενός διαύλου προμήθειας όπλων και τεχνολογίας που θα παρακάμπτει το Κογκρέσο.

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες αποτελούν προσπάθειες θεσμικής παγίωσης μιας στρατιωτικής σχέσης, η οποία πλέον βρίσκεται υπό έντονο διακομματικό πολιτικό έλεγχο και αμφισβήτηση.

Ένα χαμένο χαρτί

Για άλλη μια φορά, η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε πράξη επιβολής. Πρόκειται για την εφαρμογή της λογικής μιας στρατιωτικής εκστρατείας σε ζητήματα, που στην πραγματικότητα ανήκουν στη σφαίρα της εσωτερικής πολιτικής συζήτησης.

Όσο αυξάνεται το πολιτικό κόστος της στήριξης στο Ισραήλ, τόσο αυξάνεται και το στοιχείο του εξαναγκασμού, που χρειάζεται το Ισραήλ για να διατηρήσει την Αμερική στο πλευρό του. Όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, το Ισραήλ βρίσκεται σε μια τροχιά που οδηγεί σε ήττα.

Το Ιράν αναδεικνύεται από αυτή τη συμφωνία ως μια σημαντική περιφερειακή δύναμη, με ενισχυμένους τους στρατηγικούς μοχλούς επιρροής του. Διατηρεί το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, παρότι θυσίασε τα αποθέματά του.

Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διαδοχικές εκθέσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA), το Ιράν δεν διέθετε ποτέ πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων – ενώ άρχισε να αυξάνει τα αποθέματά του σε ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού, μόνο αφότου ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά που είχε διαπραγματευθεί με τον Μπαράκ Ομπάμα- αυτό δεν συνιστά ιδιαίτερα μεγάλη παραχώρηση.

Ο Τραμπ θα ισχυρίζεται αδιάκοπα ότι απέτρεψε την Τεχεράνη από το να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Αυτό που ούτε εκείνος ούτε η Μοσάντ θα μπορέσουν ποτέ να εξαλείψουν ωστόσο, είναι η τεχνογνωσία του Ιράν ως πυρηνικής δύναμης. Με τον αριθμό των πυρηνικών επιστημόνων που αποφοιτούν κάθε χρόνο, αυτή η γνώση δεν μπορεί να «μπει ξανά στο συρτάρι».

Το Ιράν διατηρεί επίσης το πυραυλικό του οπλοστάσιο, το οποίο απέδειξε την αξία του ως μέσο αποτροπής. Το οπλοστάσιο αυτό επέζησε ακόμη και των βαρύτερων βομβαρδισμών του αμερικανικού στρατού.

Οι δεσμοί του Ιράν με τους περιφερειακούς μη κρατικούς συμμάχους του είναι, ενδεχομένως, ισχυρότεροι σήμερα απ’ ό,τι όταν δέχθηκε την πρώτη επίθεση. Αντί να αποδυναμώσει αυτή τη συμμαχία, ο πόλεμος φαίνεται να την ενίσχυσε ως λειτουργική πολεμική δύναμη, ικανή να εξαπολύει συντονισμένες επιθέσεις κατά του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου.

Ο αφοπλισμός παραμένει αμερικανικό όνειρο, αλλά στον Λίβανο απέχει από την πραγματικότητα όσο απείχαν και οι ιδέες του Τραμπ για το Ιράν.

Αντίθετα, το Ιράν έδειξε ότι οι σύμμαχοί του δεν αποτελούν απλώς εργαλεία προβολής ισχύος, τα οποία ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται κατά βούληση από την Τεχεράνη, αλλά ότι η χώρα είναι αποφασισμένη να τους υπερασπιστεί.

Ο δεσμός μεταξύ του Ιράν και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου είναι αμοιβαίος. Αυτήν την εβδομάδα εμφανίστηκαν στην είσοδο της Νταχίγια, του προπυργίου της Χεζμπολάχ στα νότια προάστια της Βηρυτού, αφίσες με τις μορφές του Αγιατολάχ Χαμενεΐ και του γιου του, συνοδευόμενες από ένα μεγάλο «Ευχαριστούμε».

Όλα αυτά βυθίζουν τα μεταπολεμικά κράτη του Κόλπου στην αβεβαιότητα. Η φούσκα του πλούτου και της αίσθησης ατρωτότητας, που τα χαρακτήριζε, έχει σπάσει.

Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου έχει χάσει τη σημασία του. Το μοντέλο ασφάλειας του Κόλπου, στο οποίο οι ΗΠΑ παρουσιάζονταν ως εγγυητής της ασφάλειας της περιοχής μέσω του δικτύου στρατιωτικών βάσεων, συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και αντιαεροπορικής άμυνας, παρείχε — στην καλύτερη περίπτωση — αποσπασματική προστασία απέναντι στα ιρανικά drones.

Οι αμερικανικές βάσεις θεωρούνται πλέον, περισσότερο πηγή προβλημάτων παρά εγγύηση ασφάλειας.

Αν κατά τη διάρκεια του πολέμου η δημόσια συζήτηση στο Κατάρ ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην ιδέα να εκδιωχθεί η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (Centcom) από τη χώρα και στην ιδέα να εκδιωχθεί η Χαμάς, οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης που προσέφερε το Κατάρ στον Τραμπ βοήθησαν προσωρινά να εκτονωθούν αυτοί οι φόβοι.

Αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ ευκολότερο να πληρωθεί το Ιράν ώστε να μην επιτεθεί, όπως φέρεται να επέλεξαν να κάνουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Τα Εμιράτα διέψευσαν ότι κατέβαλαν δισεκατομμύρια δολάρια όταν φιλοξένησαν στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης σε συνάντηση με τον Σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας και αναπληρωτή κυβερνήτη του Άμπου Ντάμπι.

Όμως τα ΗΑΕ είχαν επίσης αρνηθεί ότι φιλοξένησαν τον Νετανιάχου — κάτι που συνέβη αναμφίβολα.

Είτε το θέλουν είτε όχι, λόγω της ιρανικής απάντησης, όλα τα κράτη του Κόλπου αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην πραγματικότητα.

Το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ αντιμετωπίζουν ακόμη προβλήματα νομιμοποίησης που χρονολογούνται από την εποχή της Αραβικής Άνοιξης, ιδίως σε σχέση με τους σιιτικούς πληθυσμούς τους.

Η επανεμφάνιση του Ιράν ως περιφερειακής δύναμης καθιστά αυτά τα ζητήματα ακόμη πιο ευαίσθητα.

Ορισμένα κράτη, όπως το Ομάν και το Κατάρ, που συνέβαλαν στις διαπραγματεύσεις της συμφωνίας, βγήκαν πιο ενισχυμένα από άλλα. Όλα όμως αντιμετωπίζουν το ίδιο στρατηγικό άγχος:

Σε ποιον πρέπει πλέον να στραφούν; Στην Κίνα; Στην Ινδία; Ή στο Πακιστάν;

Η τεράστια οικονομική τους ισχύς εξαρτάται πλέον από τη βούληση του Ιράν να διατηρεί ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ.

Όλα τα βλέμματα στη Γάζα

Αν ο Τραμπ αθετήσει τη δική του πλευρά της συμφωνίας ή αν το Ισραήλ εξαπολύσει νέα επίθεση, το Ιράν μπορεί να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ τόσο γρήγορα και εύκολα όσο τα κράτησε ανοιχτά.

Πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν θα ασκήσει την ισχύ του, κυρίως απέναντι στους γείτονές του. Θα ήταν συνετό να μην ακολουθήσει το παράδειγμα του Ισραήλ, όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα».

Ένας τραυματισμένος πολιτικά Νετανιάχου θα μπει στον πειρασμό να επιταχύνει τον πόλεμό του εναντίον των Παλαιστινίων για να αντισταθμίσει την απώλεια της περιφερειακής του ισχύος.

Οι Παλαιστίνιοι, που ήδη υφίστανται ακραία επίπεδα ρατσισμού και βίας όπου συναντούν τις ισραηλινές δυνάμεις, μπορούν μόνο να αναμένουν ότι ο Νετανιάχου θα συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το σχέδιο εκκαθάρισης της γης.

Το Ισραήλ έχει εξελιχθεί σε έναν «κατά συρροή δολοφόνο» Παλαιστινίων και όσο περισσότερο σκοτώνει τόσο περισσότερο εγκλωβίζεται σε αυτή τη δυναμική.

Ούτε ο Τραμπ ούτε το ειρωνικά ονομαζόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» θα σταματήσουν τον Νετανιάχου από το να επιχειρήσει να ελέγξει ολοένα μεγαλύτερα τμήματα της Γάζας.

Η Χαμάς δεν πρόκειται να αφοπλιστεί περισσότερο απ’ όσο πρόκειται να αφοπλιστούν η Χεζμπολάχ ή το ίδιο το Ιράν.

Ακόμη κι αν το Ισραήλ επανακαταλάβει ολόκληρη τη Γάζα, το βασικό πρόβλημα θα παραμείνει το ίδιο.

Η Γάζα απέδειξε ότι ο κοινωνικός της ιστός είναι αρκετά ισχυρός ώστε να αντέξει πρωτοφανή επίπεδα καταπίεσης. Η Γάζα δεν θα λυγίσει.

Κάθε οικογένεια στέκεται πάνω από τους τάφους των άταφων συγγενών και φίλων της. Και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αυτή τη γη.

Αν ο Νετανιάχου ανανεώσει την επίθεσή του στη Γάζα, η παγκόσμια κοινή γνώμη θα ξεσηκωθεί ξανά και το Ισραήλ θα διαπιστώσει ότι η οικονομία του δεν βρίσκεται σε θέση να αντέξει ένα παγκόσμιο εμπορικό μποϊκοτάζ.

Η Μέση Ανατολή πράγματι έχει αλλάξει, αλλά όχι με τον τρόπο που επιθυμούσε ο Νετανιάχου. Η επίθεση στο Ιράν προκάλεσε το πρώτο μεγάλο στρατηγικό ρήγμα μεταξύ του Ισραήλ και του βασικού του συμμάχου εδώ και περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα.

Το Ιράν διαθέτει πλέον μεγαλύτερη «ήπια ισχύ» και το πνεύμα αντίστασης στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο και στην ευρύτερη περιοχή είναι ισχυρότερο από ποτέ, ακόμη και μετά την απομάκρυνση της Συρίας από την ιρανική σφαίρα επιρροής.

Με τους ατελείωτους πολέμους και την επεκτατική του ιδεολογία, το Ισραήλ — μόνο του πλέον — σύντομα θα διαπιστώσει ότι έχει φτάσει στα όρια της στρατιωτικής του ισχύος και ότι η υποχώρηση θα καταστεί αναπόφευκτη.

Αυτό θα ισχύσει τόσο για τη Συρία όσο και, τελικά, για τον Λίβανο.

Το γεγονός ότι ξεκίνησε ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί τελικά να αποδειχθεί το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος στην ιστορία του Ισραήλ.

*Ο Ντέιβιντ Χερστ είναι συνιδρυτής και αρχισυντάκτης του Middle East Eye. Υπήρξε επικεφαλής αρθρογράφος διεθνών θεμάτων στην The Guardian, ενώ εργάστηκε ως ανταποκριτής στη Ρωσία, την Ευρώπη και το Μπέλφαστ. 

ΠΗΓΗ   

***