
του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη
Μετά τη μονομερή ανακοίνωση από τον Τραμπ της συμφωνίας με το Ιράν, την περασμένη βδομάδα, οι διαπραγματεύσεις βρέθηκαν για άλλη μια φορά σε κρίση. Πέρα από τη βιασύνη του προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος ανήγγειλε την υπογραφή της συμφωνίας το Σαββατοκύριακο που πέρασε, χωρίς καλά καλά να έχει εξεταστεί και εγκριθεί από τις ιρανικές αρχές, η ισραηλινή επίθεση στον Λίβανο παραλίγο να εκτροχιάσει τις διαπραγματεύσεις.
Ο πρόεδρος του κοινοβουλίου του Ιράν και επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, Μοχάμεντ Μπαγκέρ Καλιμπάφ, δήλωσε προς τις ΗΠΑ μετά την επίθεση πως «εάν δεν έχετε τη θέληση και την ικανότητα να εκπληρώσετε τις δεσμεύσεις σας, δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε για συνέχιση της πορείας». Αυτό έγινε στον απόηχο δημοσιευμάτων από αμερικανικά ΜΜΕ, πως ο ισραηλινός στρατός ενημέρωσε την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) λίγο πριν την επίθεση. Όπως είναι επόμενο, το μήνυμα στην Τεχεράνη μεταφράστηκε σε έγκριση ή ανοχή των ΗΠΑ στην επίθεση, δηλαδή μια νέα εξαπάτηση, με τις ιρανικές αρχές να προειδοποιούν πως θα υπάρξει απάντηση.
Το δημόσιο άδειασμα του Νετανιάχου από τον Τραμπ είναι ενδεικτικό των πιέσεων στoν Λευκό Οίκο, που ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών επέλεξε να μην «καεί» μαζί με τον σύμμαχό του. Η απουσία της ισραηλινής παρουσίας από τις διαπραγματεύσεις, είναι επίσης ενδεικτική. Βέβαια, η Τεχεράνη δεν θα δεχόταν να προχωρήσει σε άμεσες διαπραγματεύσεις με ένα κράτος που δεν έχει αναγνωρίσει. Όμως δεν είχε ούτε έμμεση παρουσία, ανάλογη με εκείνη στο ειρηνευτικό σχέδιο της Γάζας, δείχνοντας πως ο συσχετισμός έχει πια αλλάξει προς το χειρότερο για το Τελ Αβίβ. Παράλληλα, όπως στην περίπτωση της Ουκρανίας, η οποία δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις Ρωσίας-ΗΠΑ, αποδεικνύεται η τύχη που επιφυλάσσει η Ουάσινγκτον στους ηττημένους συμμάχους, στην πραγματικότητα proxies, της.
Το σχέδιο της συμφωνίας ΗΠΑ-Ιράν, στις διαφορετικές εκδοχές που κυκλοφορεί στα αμερικανικά και τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης, είναι σε κάθε περίπτωση ήττα για την Ουάσινγκτον. Η επίθεση κατά του Ιράν ξεκίνησε με δηλωμένους στόχους την καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος και αλλαγή καθεστώτος. Ένας ακόμα γύρος έληξε, μετά τον προηγούμενο των 12 ημερών, με το πολιτικό σύστημα του Ιράν να είναι στη θέση του. Οι πρώτες προσπάθειες εσωτερικής αποσταθεροποίησης, έδωσαν τη θέση τους σε κινητοποιήσεις υποστήριξης μετά τη στρατιωτική επίθεση και τη δολοφονία του ηγέτη της χώρας, οι οποίες συνεχίστηκαν καθ’όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Με την υπογραφή του μνημονίου συνεννόησης, το Ιράν φαίνεται να κερδίζει άρση του στρατιωτικού αποκλεισμού, των οικονομικών κυρώσεων, τόσο των διεθνών όσο και των μονομερών οικονομικών μέτρων, και αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων, ενώ γίνεται λόγος για σχέδιο ανοικοδόμησης σε συνεργασία με περιφερειακούς συμμάχους. Μάλιστα, το άνοιγμα του Στενού Ορμούζ συνοδεύεται με ιρανικό έλεγχο σε συνεργασία με το Ομάν και επιβολή «τελών ασφαλείας, περιβάλλοντος και άλλων ναυτικών υπηρεσιών».
Δύσκολα βρίσκει κανείς παραχωρήσεις του Ιράν στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού προγράμματος, που ήταν και η αφορμή της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης. Το Ιράν επαναλαμβάνει τη δέσμευσή του πως δεν θα κατασκευάσει ούτε θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, κάτι που ίσχυε από πριν. Με τη λήξη της συμφωνίας του 2015 για τα πυρηνικά του Ιράν, από την οποία είχε προηγουμένως αποχωρήσει ο Τραμπ, η Τεχεράνη δεσμεύεται μόνο από τη Συνθήκη μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων. Κάθε συμφωνία επιθεωρήσεων του πυρηνικού προγράμματος θα αποτελέσει αντικείμενο των μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Το Ιράν δεσμεύεται απλώς να αραιώσει το πλεόνασμα εμπλουτισμένου ουρανίου, που έτσι και αλλιώς ήταν αποτέλεσμα της αποχώρησης των ΗΠΑ από τη συμφωνία.
Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω με το σχέδιο 14 σημείων, που υπέβαλε η Τεχεράνη τον Μάιο, δύσκολα βρίσκουμε διαφορές ουσίας. Ωστόσο, οι ΗΠΑ χρειάστηκε να ξεκινήσουν έναν ακόμα γύρο επιθέσεων και απειλών για να το αποδεχτούν. Το χειρότερο για τον Τραμπ είναι πως δεν έχει να παρουσιάσει ούτε καν μια επιστροφή στο προπολεμικό status quo. Το μόνο που μπορεί να πουλήσει στις εκλογές είναι πως θα μπορούσε να τα κάνει και χειρότερα.
Το σημαντικότερο είναι πως το Ιράν ενεργοποίησε το δόγμα ενότητας των πεδίων, πετυχαίνοντας συμπερίληψη του Λιβάνου και της Παλαιστίνης στη συμφωνία. Για χρόνια, ο Άξονας της Αντίστασης νοούταν ως μια συμμαχία αλληλοϋποστηριζόμενων δυνάμεων, όπου το κάθε μέρος πολεμούσε τον αμερικανοϊσραηλινό άξονα με τις δικές του δυνάμεις, χωρίς άμεση εμπλοκή των υπολοίπων. Το Ιράν, ως η ηγετική δύναμη αυτού του μετώπου, παρείχε υλικοτεχνική υποστήριξη, αλλά μέσα από το δόγμα του διαχωρισμού των πεδίων.
Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη έφερε τις υπόλοιπες δυνάμεις να μπαίνουν στο πεδίο της μάχης στο πλευρό της. Οι Ανσαραλλάχ της Υεμένης, η Χεζμπολάχ, οι αντίστοιχες οργανώσεις στο Ιράκ και το ίδιο το Ιράν προχώρησαν στην άμεση σύγκρουση με το αμερικανοϊσραηλινό άξονα. Η ενότητα των πεδίων αποτυπώθηκε τελικά στις συνομιλίες, όπου το Ιράν διαπραγματευόταν ειρήνη για όλους ή για κανέναν. Εξού και το παραλίγο ναυάγιο μετά τις επιθέσεις στον Λίβανο. Η επιτυχία αυτή φέρνει σε δύσκολη θέση και την κυβέρνηση του Λιβάνου, που πραγματοποίησε απευθείας διαπραγματεύσεις με την ισραηλινή πλευρά, με στόχο τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, ενώ ταυτόχρονα κατηγορούσε το Ιράν ότι κρατάει τη χώρα σαν «διαπραγματευτικό χαρτί». Τελικά φάνηκε πως η ειρήνη στον Λίβανο μπορεί να έρθει χάρη στη σθεναρή στάση της Τεχεράνης, και όχι στον ενδοτισμό.
Παρά την συγκρατημένη αισιοδοξία τίποτα δεν έχει οριστικοποιηθεί και ο δρόμος είναι μακρύς μέχρι την Παρασκευή, αλλά και μετά από αυτή. Οι ΗΠΑ έχουν κερδίσει επάξια την αναξιοπιστία στα μάτια των συνομιλητών τους. Ήδη γράφεται πως το Ιράν θα επιδιώξει εγγυήσεις από τα Ηνωμένα Έθνη. Επίσης μένει να φανεί αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν (και αν το θέλουν), να ελέγξουν τις αντιδράσεις του σιωνιστή συμμάχου τους, που δηλώνει πως θα παραμείνει σε Λίβανο, Συρία και Γάζα. Ή αν αντίθετα θα εφαρμόσουν «φόρμουλα Ουκρανίας», αφήνοντας τον σύμμαχό τους να συνεχίσει τις επιθέσεις φθοράς με τα δικά τους όπλα, ενώ εκείνες θα κάνουν damage control. Πάντως το Ιράν έχει καταστήσει από την πρώτη μέρα τις ΗΠΑ υπόλογες για την εφαρμογή της συμφωνίας, όπως έκανε σαφές ο Ιρανός ΥΠΕΞ, Αμπάς Αραγτσί.
Σε κάθε περίπτωση, ο μεγάλος χαμένος είναι το Τελ Αβίβ, αφού χωρίς άμεση εμπλοκή της Ουάσιγκτον, η θέση του θα είναι πιο αδύναμη. Άλλωστε, πολλά είναι αυτά που γράφονται, και σωστά, για την πανίσχυρη ισραηλινή επιρροή στην αμερικανική πολιτική. Αλλά όπως διαπίστωνε ο δολοφονημένος ηγέτης της Χεζμπολάχ: «χωρίς τις ΗΠΑ δεν υπάρχει Ισραήλ».
***
2ο) New York Times: Ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον πόλεμο με το Ιράν – Ταπεινωτική υποχώρηση των ΗΠΑ
2ο) New York Times: Ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον πόλεμο με το Ιράν – Ταπεινωτική υποχώρηση των ΗΠΑ
Πώς η Ουάσιγκτον οδηγήθηκε σε μια συμφωνία-πισωγύρισμα, αφήνοντας το Τεχεράνη στρατηγικό νικητή και την παγκόσμια οικονομία όμηρο των Στενών του Ορμούζ.
Σε μια ωμή, αποδομητική ανάλυση της σύγχρονης αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, οι New York Times βάζουν στο μικροσκόπιο την προκαταρκτική συμφωνία που τερματίζει των ΗΠΑ με το Ιράν.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον πόλεμο που ξεκίνησε, την ίδια ώρα που εκείνος πανυγηρίζει τη «νίκη» των ΗΠΑ.
Το μέσο κάνει λόγο για ένα «τρομερό λάθος» του Τραμπ και μια «ταπεινωτική υποχώρηση» που αφήνει τις ΗΠΑ στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά αποδυναμωμένες, παρά το αφήγημα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Παρά τις απώλειες που υπέστη, η Τεχεράνη επιβίωσε, διατήρησε τις πυρηνικές του φιλοδοξίες και κέρδισε ένα ισχυρό γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.
«Η προκαταρκτική συμφωνία που τερματίζει τον τετράμηνο πόλεμο του Προέδρου Τραμπ με το Ιράν είναι ευπρόσδεκτη, αλλά φέρει μαζί της σκληρές αλήθειες. Ο κ. Τραμπ έκανε ένα τρομερό λάθος ξεκινώντας αυτόν τον πόλεμο. Τον διεξήγαγε απερίσκεπτα και σε ανοιχτή περιφρόνηση του νόμου. Οι ΗΠΑ εξέρχονται πιο αδύναμες -στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά- και θα πληρώνουν το στρατηγικό κόστος για τα επόμενα χρόνια», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
«Οι λεπτομέρειες της συμφωνίας παραμένουν ασαφείς, αλλά το πλαίσιο που ανακοινώθηκε υποδηλώνει ότι ο κ. Τραμπ κέρδισε ελάχιστους από τους όρους που επέμενε ότι θα εξασφάλιζε. Πρόκειται για μια ταπεινωτική υποχώρηση για τον ίδιο και για το έθνος του οποίου ηγείται», επισημαίνεται ακόμα.
«Το Ιράν απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει»
Όσον αφορά για τις θαραλλέες δηλώσεις του Αμερικανικού προέδρου για δήθεν ολοκληρωτική νίκη επί του Ιράν, οι NYT τονίζουν:
«Από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος, ο Τραμπ δήλωνε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πετύχαιναν “ολοκληρωτική και πλήρη νίκη” και ότι το Ιράν έπρεπε να δεχθεί μια “άνευ όρων παράδοση”. Τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να ισχύει. Η σκληροπυρηνική κυβέρνηση του Ιράν παραμένει στη θέση της. Οι όροι φαίνεται πιθανό να μοιάζουν με εκείνους της συμφωνίας του 2015, την οποία είχε διαπραγματευτεί ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και την οποία ο κ. Τραμπ ακύρωσε το 2018. Κι όμως, ο καταστροφικός του πόλεμος φαίνεται πιθανό να του αποφέρει μια παρόμοια συμφωνία».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, το δημοσίευμα αναγνωρίζει το ισχυρότερο επίτευγμα της αμερικανικής πλευράς: «Το μεγαλύτερο επίτευγμά του στο πλαίσιο της εκεχειρίας είναι το αναμενόμενο εκ νέου άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Αυτό, φυσικά, αποτελεί απλώς μια επιστροφή στο προπολεμικό status quo. Η κίνηση απέδωσε, και οι ηγέτες του Ιράν κατανοούν πλέον ότι κρατούν στα χέρια τους ένα ισχυρό οικονομικό όπλο. Συνολικά, το Ιράν αναδεικνύεται ο στρατηγικός νικητής του τετράμηνου πολέμου. Με τον πόλεμο να τελειώνει, ωστόσο, η ηγεσία του Ιράν μπορεί να ξεκινήσει την ανασυγκρότηση».
Στη συνέχεια, επισημαίνεται πως ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Ιράν, είχε μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα το τελευταίο να αποδείξει πως μπορεί να επιβιώσει ακόμα και μετά από σειρά ισχυρών και αδιάκοπων χτυπημάτων από τους δύο μεγαλύτερους εχθρούς του.
«Πισωγύρισμα για την Αμερική»
«Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, δείχνουν πιο αδύναμες στα μάτια του κόσμου. Ο αμερικανικός στρατός αποδείχθηκε ανίκανος να συντρίψει έναν πολύ μικρότερο αντίπαλο, την ίδια στιγμή που εξάντλησε πολλά από τα κατευθυνόμενα βλήματα ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς και τους αναχαιτιστές του. Το αποτέλεσμα αυτό πλήττει την ικανότητα της χώρας να αποτρέπει άλλους πιθανούς αντιπάλους. Ο πόλεμος έδωσε στο Ιράν ένα πλεονέκτημα (μοχλό πίεσης) που δεν διέθετε όταν ξεκίνησε το 2026. Το καθεστώς του απέδειξε ότι μπορεί να επιβιώσει από κύματα επιθέσεων από τους δύο μεγαλύτερους εχθρούς του. Οι ηγέτες του δεν χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τις πυρηνικές τους φιλοδοξίες», σημειώνεται συγκεκριμένα.
«Το Ιράν ήταν και παραμένει μια δύναμη του κακού. Καταπιέζει τον ίδιο του τον λαό, είναι παγκόσμιος ηγέτης στα βασανιστήρια και τις εκτελέσεις, και έχει χρηματοδοτήσει την τρομοκρατία στην περιοχή του και πολύ πέρα από αυτήν. Η ξεχωριστή βαναυσότητα του καθεστώτος θα έπρεπε να είναι λόγος ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να σκεφτούν προσεκτικά και να σχεδιάσουν με σύνεση οποιονδήποτε πόλεμο. Κι όμως, ο κ. Τραμπ απέφευγε τον ώριμο σχεδιασμό σε κάθε του βήμα. Αποδέχθηκε την εξωραϊσμένη εκτίμηση του Πρωθυπουργού του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο κ. Τραμπ αγνόησε το Σύνταγμα και αρνήθηκε να ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου για τον πόλεμο. Δεν άκουσε τους Ευρωπαίους και Ασιάτες συμμάχους και απέτυχε να προβλέψει την προφανή ικανότητα του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ», προσθέτει το μέσο.
«Για τα σφάλματά του, έχει τώρα συμφωνήσει σε ένα ειρηνευτικό πλαίσιο το οποίο ολόκληρος ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως ήττα του. Είναι ένα πισωγύρισμα και για την ίδια την Αμερική», καταλήγει.
***
3ο) Πόλεμος – απολογισμός / Οι βαρόνοι της ενέργειας κέρδισαν 23,5 δισ.
Μόνικα ΑρτινούΗ επίθεση ΗΠΑ- Ισραήλ στο Ιράν, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου 2026, έχει πυροδοτήσει μια οικονομική κρίση με δύο πρόσωπα: ενώ εκατομμύρια άνθρωποι βυθίζονται στη φτώχεια, μια μικρή ελίτ ενεργειακών μεγιστάνων αποκομίζει αστρονομικά κέρδη.
Σύμφωνα με έκθεση της Oxfam International, 41 ενεργειακοί βαρόνοι στις χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) είδαν την περιουσία τους να αυξάνεται κατά 23,5 δισεκατομμύρια δολάρια από την έναρξη των εχθροπραξιών.
Ο Αμιτάμπ Μπεχάρ, εκτελεστικός διευθυντής της Oxfam International, περιέγραψε την κατάσταση ως ένα «γκροτέσκο πάρτι δισεκατομμυριούχων», τονίζοντας ότι το σύστημα αναδιανέμει τον πλούτο από τους εργαζόμενους και τους φτωχότερους προς τους μετόχους των μεγαλύτερων ενεργειακών κολοσσών.
Η ανάλυση της Oxfam, βασισμένη στη λίστα δισεκατομμυριούχων του Forbes, δείχνει ότι μεταξύ 1ης Μαρτίου και 18ης Μαΐου 2026, οι ιδιοκτήτες των μεγαλύτερων εταιρειών πετρελαίου και ενέργειας σε Καναδά, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο αύξαναν την περιουσία τους κατά 300 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως.
Διαβάστε: Πόλεμος στη Μέση Ανατολή / Ποιες χώρες «κερδίζουν», ποιες περιμένουν και ποιες βρίσκονται με την «πλάτη στον τοίχο»;
Ειδικότερα, εταιρείες όπως οι Σέβρον (Chevron), Σελ (Shell), Μπι Πι (BP), Κονοκο Φίλιπς (ConocoPhillips), Έξον (Exxon) και Τοτάλ Ενερτζίζ (TotalEnergies) προβλέπεται να αυξήσουν τα κέρδη τους κατά 80%, σε σχέση με τις προπολεμικές προβλέψεις .
Η οικονομική επιβάρυνση για το ευρύ κοινό είναι δραματική. Οι κραδασμοί στις τιμές των καυσίμων έχουν προκαλέσει πληθωριστικό ντόμινο, με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη να εκτιμά ότι ο πόλεμος θα ωθήσει επιπλέον 32 εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια μέχρι το τέλος του έτους.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ έχουν μειώσει την ανθρωπιστική βοήθεια προς τα φτωχότερα κράτη κατά 48 δισεκατομμύρια δολάρια – ποσό που αντιστοιχεί στα κέρδη που αποκόμισαν οι δισεκατομμυριούχοι της G7 σε μόλις εννέα ημέρες.
Διαβάστε: Financial Times / Επιπλέoν κέρδη 63 δισ. δολαρίων αναμένουν οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες από τον πόλεμο στο Ιράν
Το πολιτικό παρασκήνιο της συνόδου κορυφής της G7 στην Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας τον Ιούνιο του 2026, υπογραμμίζει τη δυσκολία διαχείρισης της κρίσης. Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, επιδιώκοντας τη συμμετοχή του Ντόναλντ Τραμπ, φέρεται να έχει αποκλείσει από την ατζέντα θέματα που θα μπορούσαν να τον ενοχλήσουν, όπως το κόστος του πολέμου στο Ιράν, οι συγκρούσεις στη Γάζα και τον Λίβανο, καθώς και η κλιματική κρίση .
Ο Μπεχάρ της Oxfam International προειδοποιεί ότι η άρνηση της «G6» (των χωρών της G7 εκτός ΗΠΑ) να δράσουν αυτόνομα για την προστασία των πληθυσμών από την οικονομική αναταραχή, απλώς λόγω της στάσης της Ουάσινγκτον, αποτελεί δείγμα δειλίας που απειλεί με παγκόσμια περιθωριοποίηση αυτές τις χώρες .
Από το 2019, όταν η Γαλλία φιλοξενούσε ξανά τη Σύνοδο των G7, η Oxfam εκτιμά ότι 44 άνθρωποι ανά λεπτό χρειάζονται πλέον ανθρωπιστική βοήθεια.
***

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου