Ούτε νέο, ούτε επιστημονικό το Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, της Μαρίας Καραμανώφ*
Συμμετοχή του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας στη Δημόσια Διαβούλευση επί του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού.
*Η Μαρία Καραμανώφ, είναι αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας
Το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (εφεξής Νέο Πλαίσιο) επιχειρεί να παρουσιαστεί ως νέα και βελτιωμένη έκδοση του ήδη ισχύοντος (εφεξής Παλαιό Πλαίσιο). Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε νέο αλλά ούτε και έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στον γνήσιο επιστημονικό χωροταξικό σχεδιασμό. Στην ουσία αποτελεί νομιμοποίηση και παράταση των ρυθμίσεων του Παλαιού Πλαισίου, ενώ παράλληλα πάσχει τις ίδιες -και σε ορισμένες περιπτώσεις μείζονες- νομικές πλημμέλειες με αυτό.
Ειδικότερα,
Α. Μεταβατικές διατάξεις.
Η υποχρέωση της χώρας να θεσπίσει Νέο Ειδικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ, εν όψει των σοβαρών πλημμελειών του ισχύοντος από το 2008 Παλαιού, έχει διαπιστωθεί επίσημα ήδη από το 2014 από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση με την αποστολή στην Ελλάδα Αιτιολογημένης Γνώμης λόγω μη συμμόρφωσης του Ειδικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των οικοτόπων. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε τάξει προθεσμία δύο μηνών για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, η χώρα μας ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλο αυτό το διάστημα να εγκρίνονται σωρηδόν έργα ΑΠΕ στηριζόμενα σε Ειδικό Πλαίσιο που αποδεδειγμένα δεν έχει ακόμα συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας. Με τη θέσπιση του προτεινόμενου Νέου Πλαισίου, η παρανομία αυτή παρατείνεται επ’ αόριστον δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου Δεύτερου αυτού. Σύμφωνα με αυτές,
α) Οι λειτουργούσες κατά την έναρξη ισχύος του Νέου Πλαισίου εγκαταστάσεις ΑΠΕ εξακολουθούν να λειτουργούν ανεξαρτήτως των κατευθύνσεων χωροταξικού σχεδιασμού του Νέου Πλαισίου, ακόμα δηλαδή και αν αντιβαίνουν σε αυτές.
β) Άδειες εγκατάστασης που δεν έχουν ακόμα εκτελεστεί, τροποποιούνται και ανανεώνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.
γ) Εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) συνεχίζουν να ισχύουν, να τροποποιούνται και να ανανεώνονται και τα σχετικά έργα να λαμβάνουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, μπορούν δε ακόμα και να επεκτείνονται αν το ποσοστό της επιφάνειας επέκτασης δεν υπερβαίνει το 50% της αρχικής.
Το ίδιο ισχύει και για τις ΑΠΕ που υπάγονται σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) καθώς και για ΑΠΕ για τις οποίες δεν απαιτείται περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ακόμα και οι φάκελοι ΜΠΕ έργων ΑΠΕ που έχουν απλώς υποβληθεί και λάβει έγκριση τυπικής πληρότητας μέχρι 20 Μαΐου 2026 αξιολογούνται και εγκρίνονται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του Παλαιού Πλαισίου.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμα και σε περιοχές όπου το Νέο Πλαίσιο φαίνεται καταρχήν να θεσπίζει απαγορευτικές διατάξεις αυστηρότερες από το Παλαιό (λ.χ. περιοχές με υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων, νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οικότοποι προτεραιότητας ΕΖΔ του δικτύου Natura, ακτές κολύμβησης που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα παρακολούθησης ποιότητας των υδάτων κολύμβησης κλπ.), οι απαγορεύσεις αυτές θα έχουν έδαφος εφαρμογής μόνο στο απώτερο μέλλον, αφού δηλαδή θα έχουν προηγουμένως εγκριθεί και υλοποιηθεί σύμφωνα με το Παλαιό Πλαίσιο όλα τα έργα που βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε διαδικασία αδειοδότησης, ακόμα και στο πρώιμο στάδιο της τυπικής υποβολής φακέλου. Τηρουμένων των αναλογιών, αυτό ισοδυναμεί με την άποψη λ.χ. ότι αν ένα φάρμακο που κυκλοφορεί στην αγορά αποδειχθεί εκ των υστέρων επικίνδυνο για την υγεία, ναι μεν θα πρέπει να απαγορευτεί για το μέλλον, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να εξακολουθήσει νομίμως να συνταγογραφείται μέχρις ότου εξαντληθούν τα αποθέματα των εταιρειών που το παράγουν και το εμπορεύονται, προκειμένου να προστατευτεί η εμπιστοσύνη τους προς το κράτος και οι επιχειρηματικές τους προσδοκίες.
Όπως προκύπτει από τον επίσημο χάρτη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ), το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας έχει ήδη καταληφθεί ή πρόκειται να καταληφθεί από ΑΠΕ που βρίσκονται σε διάφορα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Νέου Πλαισίου, η αδειοδότηση και η υλοποίηση όλων αυτών των έργων ΑΠΕ θα προχωρήσει κατ’ εφαρμογή του νομοθετικού καθεστώτος του Παλαιού Πλαισίου, είναι προφανές ότι η θέσπιση του Νέου Πλαισίου αποτελεί στην ουσία μια ευρηματική μέθοδο επ’ αόριστον παράτασης της ισχύος του Παλαιού και νομιμοποίησης των νομικών του πλημμελειών.
Β. Ουσιώδεις πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου
Ο σχολιασμός και η αντίκρουση όλων των ρυθμίσεων του Νέου Πλαισίου που στερούνται επιστημονικού υποβάθρου και έρχονται σε αντίθεση με τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης, θα απαιτούσε τη σύνταξη πονήματος αντίστοιχου μεγέθους και χρόνο ο οποίος προδήλως δεν παρέχεται, αφού η δοθείσα προς διαβούλευση χρονική προθεσμία είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, η παρούσα τοποθέτηση περιορίζεται κατ’ ανάγκη σε μερικές μόνο αλλά θεμελιώδεις πλημμέλειες του Πλαισίου.
Ανεξάρτητα από τις μεταβατικές του διατάξεις, το Νέο Πλαίσιο, εξεταζόμενο αυτό καθ’ εαυτό, επαναλαμβάνει τα ουσιώδη σφάλματα του Παλαιού διότι, μεταξύ άλλων,
α) δεν πληροί τις απαιτούμενες επιστημονικές προδιαγραφές του χωροταξικού σχεδιασμού στο επίπεδο εκπόνησης Γενικού Χωροταξικού Πλαισίου,
β) δεν λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση ούτε καν ασχολείται με τα κρίσιμα επιστημονικά ζητήματα σχετικά με τις επιπτώσεις των ΑΠΕ, τα οποία έχουν ανακύψει και ερευνώνται από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα κατά την τελευταία 15ετία.
- Συμβατότητα του Νέου Πλαισίου προς τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης
Στο κεφάλαιο της εξέτασης των εναλλακτικών δυνατοτήτων, το Νέο Πλαίσιο αναφέρει ότι επέλεξε το σενάριο της επικαιροποίησης του Παλαιού στο πλαίσιο των αρχών της βιωσιμότητας, προκειμένου να λάβει υπόψη του τη διαμορφωμένη σήμερα κατάσταση (υφιστάμενες συγκεντρώσεις ΑΠΕ, περιοχές με αυξημένη ζήτηση κλπ.), και τις τυχόν επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ.
Στην πραγματικότητα έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό που απαιτούν οι αρχές του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού, αφού το πολυσέλιδο περιεχόμενό του εξαντλείται: α) σε μακροσκελή έκθεση των καλών του προθέσεων, β) σε εκτενή παράθεση νομικών κειμένων και εγκυκλοπαιδικών περιγραφών και γενικών πληροφοριών σε σχέση με τους υδάτινους πόρους, την κατάσταση της ατμόσφαιρας, το πολιτιστικό περιβάλλον, το ακουστικό περιβάλλον κλπ., και γ) σε ανακοίνωση των ρυθμίσεών του, οι οποίες ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες του Παλαιού, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις (λ.χ. περιοχές επιτάχυνσης, μονάδες αποθήκευσης, μικρά υδροηλεκτρικά έργα, θαλάσσια αιολικά κλπ.) το επιδεινώνουν.
Ελλείπει παντελώς το πράγματι ζητούμενο από ένα βιώσιμο ειδικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα θεσπίζεται μετά από δεκαοκταετή εφαρμογή του διαπιστωμένα πλημμελούς Παλαιού και όφειλε προεχόντως και σύμφωνα με τις βασικές αρχές της πρόληψης της προφύλαξης και της αποκατάστασης: α) να αποκαταστήσει τις καταστροφές και αλλοιώσεις που επέφερε στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον το Παλαιό, β) να εμποδίσει την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και γ) να προφυλάξει από τους βέβαιους και σοβαρούς, αλλά άγνωστους προς το παρόν ως προς το μέγεθος και τις επιπτώσεις τους, κινδύνους για τη ζωή και την υγεία που συνεπάγονται ορισμένες νέες προβλέψεις του σχεδίου (π.χ. μπαταρίες αποθήκευσης).
Σε γενικές γραμμές επισημαίνεται ότι τα συμπεράσματα του Νέου Πλαισίου ως προς τη συμβατότητα των ρυθμίσεών του προς τις ανωτέρω αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης συνάγονται αυθαίρετα ως οιονεί αυταπόδεικτα, εφόσον: α) δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα για την τρέχουσα κατάσταση του περιβάλλοντος τα οποία να έχουν συλλεγεί μετά από πλήρη επιτόπια έρευνα στις επιμέρους περιοχές της χώρας, και β) δεν αναφέρεται η έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία με βάση την οποία η ΣΜΠΕ κατέληξε στα συμπεράσματά της σε σχέση με το μέγεθος και την ένταση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο περιβάλλον, τα οποία διατυπώνονται μονολεκτικά (πολύ πιθανό/λιγότερο πιθανό, μικρή/μέτρια/μεγάλη/μηδενική, πρωτογενής/δευτερογενής κλπ.) και συμπληρώνονται από γενικούς αφηγηματικούς πίνακες.
Είναι γεγονός ότι στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα η επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 55% μέχρι το 2030 σε σχέση με το 1990, αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης και αντικείμενο των σχετικών Οδηγιών. Παράλληλα όμως, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της ενσωμάτωσης του κριτηρίου της περιβαλλοντικής προστασίας σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης και των κρατών μελών, η οποία έχει θεσπιστεί με το Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο (άρθρο 11 της ΣΛΕΕ), η χωροθέτηση και λειτουργία των εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ θεωρείται εξ ορισμού ως δραστηριότητα που προκαλεί σοβαρότατες περιβαλλοντικές επιπτώσεις και υπόκειται σε αυστηρή διαδικασία εκτίμησης ως προς τις επιπτώσεις της σε καθένα από τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.
Εξάλλου είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο ότι η παγκόσμια περιβαλλοντική κρίση, όπως προσδιορίζεται επίσημα από τον ΟΗΕ (Πρόγραμμα Περιβάλλοντος της UNEP), την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έχει τρεις βασικές διαστάσεις: την κλιματική αλλαγή, την απώλεια της βιοποικιλότητας και την αυξανόμενη ρύπανση, οι οποίες είναι αλληλένδετες, αλληλοτροφοδοτούμενες και σε άμεση σχέση με την απεριόριστη οικονομική μεγέθυνση. Τα εννέα πλανητικά όρια, δηλαδή οι πλανητικοί περιορισμοί που εξασφαλίζουν τις αναγκαίες συνθήκες για την επιβίωση και ευημερία του ανθρώπου, δεν περιορίζονται στην κλιματική αλλαγή αλλά περιλαμβάνουν και την ακεραιότητα της βιόσφαιρας, τη γενετική και λειτουργική βιοποικιλότητα, τις γεωχημικές ροές που αφορούν τον κύκλο του αζώτου και του φωσφόρου, την αλλαγή χρήσεων γης, την οξίνιση των ωκεανών, το ατμοσφαιρικό φορτίο αερολυμάτων, την καταστροφή της στιβάδας του όζοντος, τη χρήση γλυκού νερού και τη χημική ρύπανση. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες σε παγκόσμια κλίμακα έχουν ήδη ξεπεράσει τα έξι από τα όρια αυτά, στη δε Ελλάδα τα επτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η κατανάλωση επιφανειακού και υπόγειου γλυκού νερού, οι αλλαγές στη χρήση γης και το οικολογικό αποτύπωμα. Παρά ταύτα, τόσο οι συζητήσεις όσο και τα λαμβανόμενα για την αντιμετώπιση της συνολικής και πολυδιάστατης περιβαλλοντικής κρίσης μέτρα περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη διάσταση της κλιματικής αλλαγής, ενώ εξίσου σημαντικές πτυχές και ιδίως εκείνες που επηρεάζονται σοβαρά από την εγκατάσταση των ΑΠΕ, δηλαδή η απώλεια βιοποικιλότητας, ο κατακερματισμός των οικοτόπων, η αλλαγή χρήσεων γης, η σφράγιση ελεύθερου εδάφους και η διατάραξη της ροής των υπόγειων και υπέργειων υδάτων υποβαθμίζονται συστηματικά.
Σύμφωνα με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία και τεκμηριωμένες μελέτες της τελευταίας δεκαπενταετίας, έχει αποδειχθεί ότι οι δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις τις οποίες προκαλεί η παραγωγή, μεταφορά, εγκατάσταση, λειτουργία και απεγκατάσταση των ΑΠΕ κάθε είδους, και ιδίως των ανεμογεννητριών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (δάση, βιοποικιλότητα, ελεύθερη γη, μικροκλίμα, γεωργική και κτηνοτροφική γη, ροή των υδάτων κ.λπ.) είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται αρνητικά. Εξάλλου, η συμβολή των ΑΠΕ στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ορισμού ότι αντισταθμίζει τα οφέλη από την αντίστοιχη φυσική διαδικασία απορρόφησης του διοξειδίου του άνθρακα που επιτελούν τα δάση και τα θαλάσσια λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία λειτουργούν ως φυσικοί απορροφητήρες των αερίων του θερμοκηπίου. Στη χώρα μας όμως αυτά ακριβώς τα στοιχεία πλήττονται σοβαρά και η λειτουργία τους εξουδετερώνεται από την αθρόα εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών σε δάση και αναδασωτέα, ήδη δε, όπως προβλέπει πλέον το Νέο Πλαίσιο, και στον παράκτιο θαλάσσιο χώρο.
Πέρα από τα δάση και τις θαλάσσιες ποσειδωνίες, η αντικατάσταση της βλάστησης και του εδάφους από αδιαπέραστες επιφάνειες που σχετίζονται με τα αιολικά πάρκα μειώνει τη δέσμευση άνθρακα και αυξάνει τις εκπομπές άνθρακα μέσω της απώλειας βιομάζας και της αύξησης της διάβρωσης του εδάφους. Όπως αναφέρει, λ.χ., μελέτη που αφορά τη Σκωτία, η εγκατάσταση 3.848 ανεμογεννητριών οδήγησε σε επιπρόσθετες εκπομπές 4,9 εκατομμυρίων τόνων διοξειδίου του άνθρακα ακριβώς λόγω της αλλαγής των χρήσεων γης και της μη εδαφικής αποθήκευσης. Το ανωτέρω παράδειγμα αναφέρεται εδώ ενδεικτικά για να επισημανθεί ότι πολλά ανάλογα ζητήματα τίθενται επιτακτικά στη διεθνή βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, σύμφωνα με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, να έχει λάβει θέση απέναντι στα ζητήματα αυτά, είτε τα δέχεται είτε τα απορρίπτει, και να έχει δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις προκειμένου να προσδώσει στις ρυθμίσεις του το αναγκαίο επιστημονικό κύρος.
Το προτεινόμενο Νέο Πλαίσιο για τις ΑΠΕ αποτελεί τη βασική απόφαση του Ελληνικού κράτους όσον αφορά την επιθυμητή ένταση της βιομηχανικής αυτής δραστηριότητας και την ορθολογική κατανομή της στην ελληνική επικράτεια. Οι ρυθμίσεις του συνιστούν το αναγκαίο νομικό και επιστημονικό υπόβαθρο στο οποίο θα στηριχθεί, στο επόμενο στάδιο, η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των συγκεκριμένων έργων ΑΠΕ σύμφωνα με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ. Οφείλει, ως εκ τούτου, να ενσωματώνει το κριτήριο της συνολικής προστασίας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας (άρθρο 24 του Συντάγματος) και να λαμβάνει επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση στα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία έχουν προκύψει τα χρόνια που μεσολάβησαν από την έγκριση του Παλαιού όσον αφορά τις διαπιστωθείσες κατά το διάστημα αυτό σοβαρές επιπτώσεις των ΑΠΕ σε όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος.
- Εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ;
Η Ελλάδα έχει ήδη εκπληρώσει τις ενωσιακές της υποχρεώσεις ως προς την παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, η δε παραγόμενη τη στιγμή αυτή ανανεώσιμη ενέργεια είναι πλεονάζουσα και συχνά αδυνατεί να απορροφηθεί από το δίκτυο, θέτοντας σε κίνδυνο την ισορροπία του συστήματος. Σύμφωνα π.χ. με στοιχεία που περιλαμβάνει Μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το σύνολο της ισχύος των ΑΠΕ που λειτουργούν (άδεια λειτουργίας) ή είναι σε φάση κατασκευής (άδεια εγκατάστασης) είναι 6,82 GW, έχοντας επιτύχει κατά 77% τον στόχο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για το 2030 (8,9 GW). Το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο, με τις αιτήσεις για άδεια παραγωγής να φτάνουν τα 33,16 GW. Αθροιστικά, μαζί με τους Αιολικούς Σταθμούς Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ) που λειτουργούν ή έχουν άδεια εγκατάστασης, η ισχύς τους είναι τριπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2030 και διπλάσια από τον στόχο του ΕΣΕΚ για το 2050. Αν υπολογιστούν όλες οι αιτήσεις μαζί (42,25 GW), η ισχύς θα ξεπεράσει τρεις φορές το στόχο του ΕΣΕΚ για τους ΑΣΠΗΕ το έτος 2050.
Το Νέο Πλαίσιο όφειλε, ως εκ τούτου, να τεκμηριώνει με συγκεκριμένα στοιχεία τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την απεριόριστη αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ στην Ελλάδα, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Η απάντηση είναι αναγκαία κατά μείζονα λόγο διότι, όπως έχει ήδη λεχθεί επίσημα, η αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά στην αύξηση του εξαγωγικού εμπορίου με την πώληση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε τρίτες χώρες. Είναι εξάλλου τουλάχιστον αντιφατικό και οξύμωρο να εντείνεται η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ και η αντίστοιχη καταστροφή του φυσικού πλούτου και της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας με το πρόσχημα της απελευθέρωσης από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ την ίδια στιγμή εγκρίνεται και υλοποιείται εθνική πολιτική εντατικών εξορύξεων ορυκτών καυσίμων στα πολύτιμα οικοσυστήματα του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους. Το νέο Πλαίσιο όφειλε να δώσει συγκεκριμένες και τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα, δεδομένου ιδίως ότι η Ελλάδα, η επίδραση της οποίας στην κλιματική αλλαγή του πλανήτη είναι κάτι λιγότερο από αμελητέα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα εναπομένοντα hotspot βιοποικιλότητας στην Ευρώπη.
- Η φέρουσα ικανότητα της χώρας αντέχει την αύξηση της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ;
Το Νέο Πλαίσιο, όπως ακριβώς και το Παλαιό, δεν πληροί τις επιστημονικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις του βιώσιμου χωροταξικού σχεδιασμού. Αντικείμενο κάθε χωρικού σχεδίου στο επίπεδο Ειδικού Πλαισίου για τη χωροθέτηση μιας βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, είναι η τεκμηριωμένη επιστημονική διακρίβωση της φέρουσας ικανότητας κάθε συγκεκριμένου οικοσυστήματος της χώρας να υποστηρίξει τη δραστηριότητα αυτή, χωρίς να υποβαθμίζεται η ισορροπία των στοιχείων του και η ικανότητά του να την αποκαθιστά με φυσικές διεργασίες στο διηνεκές. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας προδήλως δεν είναι η γεωγραφική διάκριση της χώρας σε ηπειρωτική, νησιωτική και θαλάσσια ούτε η διοικητική διάκριση σε Περιφέρειες, πολλώ μάλλον σε ΟΤΑ και δημοτικές ενότητες αυτών. Υποκείμενο μέτρησης της φέρουσας ικανότητας είναι το κάθε οικοσύστημα, τα όρια του οποίου δεν προσδιορίζονται κατά τη βούληση του μελετητή, αλλά είναι αντικειμενικά και καθορίζονται με βάση τα φυσικά του χαρακτηριστικά (λεκάνη απορροής, δασικά και άλλα οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα κ.λπ.).
Η οριοθέτηση ενός οικοσυστήματος αποτελεί στην ουσία την επιστημονική διαπίστωση ενός αντικειμενικού πραγματικού γεγονότος, ότι δηλαδή τα στοιχεία του αλληλεπιδρούν και αλληλεξαρτώνται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα, μια ξεχωριστή οντότητα, η οποία λειτουργεί με σχετική αυτάρκεια, αυτονομία και αυτοτέλεια έναντι του ευρύτερου φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει. Το Νέο Πλαίσιο όφειλε ως εκ τούτου, αφενός μεν, να περιλαμβάνει τεκμηριωμένη καταγραφή των οικοσυστημάτων της ελληνικής επικράτειας και, αφετέρου, να υπολογίζει το μέγεθος των αλλοιώσεων και καταστροφών που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους, προκειμένου να αποδείξει, στηριζόμενο σε έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία, τη βασική του θέση, ότι δηλαδή το κάθε ένα από τα οικοσυστήματα αυτά έχει την ικανότητα να αντέξει την εγκατάσταση ΑΠΕ χωρίς να υποβαθμιστεί.
Η φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος προφανώς δεν ερευνάται μόνο σε σχέση με την εξεταζόμενη κάθε φορά ανθρώπινη δραστηριότητα που προτίθεται να εγκατασταθεί εκεί (λ.χ. ΑΠΕ, τουρισμός, βιομηχανία, εξορύξεις, υδατοκαλλιέργειες κ.λπ.). Αντίθετα, όλες οι υπάρχουσες ήδη δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτό, καθώς και οι σχεδιαζόμενες για το μέλλον, πρέπει να συνεκτιμώνται συνδυαστικά, αθροιστικά και σε βάθος χρόνου, προκειμένου να εξακριβωθεί το μέτρο της πρόσθετης επιβάρυνσης που είναι ικανό να δεχτεί το συγκεκριμένο οικοσύστημα, έτσι ώστε η ισορροπία των στοιχείων του να μην κλονίζεται και να δύναται να αποκατασταθεί με φυσικές διαδικασίες. Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια τα οικοσυστήματα έχουν δεχθεί μια άνευ προηγουμένου επίθεση από σειρά εντατικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, η φέρουσα ικανότητα ενός οικοσυστήματος να υποδεχθεί εγκατάσταση ΑΠΕ ενδέχεται να είναι και μηδενική. Παρά ταύτα το Νέο Πλαίσιο χαρακτηρίζει ολόκληρη τη χώρα, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ, στην περίπτωση δε των περιοχών επιτάχυνσης χωρίς καν περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Το Νέο Πλαίσιο θεσπίζεται σε μία κρίσιμη για το περιβάλλον στιγμή, κατά την οποία η εντατική εξάπλωση των ΑΠΕ, ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών, σε ολόκληρη την επικράτεια, ηπειρωτική και νησιωτική, ορεινή, πεδινή, τώρα πλέον και στο θαλάσσιο χώρο, έχει ήδη υποβαθμίσει σοβαρά τα οικοσυστήματα, δασικά και μη, καθώς και τη βιοποικιλότητα, έχει διαταράξει τα υπόγεια και υπέργεια ύδατα, έχει τροποποιήσει το μικροκλίμα, έχει εκτοπίσει την πρωτογενή παραγωγή και αλλοιώσει δραματικά το τοπίο. Ενδεικτικά επισημαίνεται π.χ. ότι, όσον αφορά το κρίσιμο για την περιβαλλοντική ισορροπία του πλανήτη πρόβλημα της σφράγισης του ελεύθερου εδάφους, σύμφωνα με Μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Εργαστήριο Διατήρησης της Βιοποικιλότητας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (2023), στην Ελλάδα η δέσμευση γης, δηλαδή η δημιουργία τεχνητής γης από την κατασκευή αιολικών πάρκων, είναι σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Δεδομένου ότι το μέγεθος των ανεμογεννητριών έχει σήμερα αυξηθεί εκθετικά με ύψος άνω των 200 μέτρων, η μεταφορά τους μέσα από δύσβατες και δυσπρόσιτες ορεινές και δασικές περιοχές απαιτεί την κατασκευή εκτεταμένου νέου οδικού δικτύου το οποίο σφραγίζει μεγάλες εκτάσεις ελεύθερου εδάφους, ιδίως σε δάση και ορεινούς όγκους.
Πέρα από τις συνέπειες της απεριόριστης εγκατάστασης ΑΠΕ, το περιβάλλον της χώρας έχει υποβαθμιστεί και αλλοιωθεί σοβαρά από πλήθος άλλων δραστηριοτήτων με σοβαρές επιπτώσεις, όπως η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι εξορύξεις κλπ., οι οποίες όμως πρέπει να συνεκτιμώνται πριν αποφασισθεί η περαιτέρω αύξηση της έντασης των ΑΠΕ.
Πάρα ταύτα και κατά παράβαση όλων των ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Νέο Πλαίσιο επαναλαμβάνει σε σχέση με τη φέρουσα ικανότητα την ίδια αδόκιμη και αντιεπιστημονική προσέγγιση που είχε υιοθετήσει και το Παλαιό. Ως εκ τούτου, αντί να διακρίνει τη χώρα σε οικοσυστήματα και να εκτιμήσει μετά από επιστημονική μελέτη σύμφωνα με έγκυρη επιστημονική μεθοδολογία τη φέρουσα ικανότητα ενός εκάστου εξ αυτών (είχε άλλωστε στη διάθεσή του δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια για να το πράξει), χαρακτήρισε με τρόπο οριζόντιο ολόκληρη τη χώρα, πλην γενικών εξαιρέσεων, ως κατάλληλη για την εγκατάσταση ΑΠΕ. Η διάκριση της επικράτειας σε τρεις βασικές κατηγορίες (ηπειρωτική χώρα, νησιωτική χώρα και θαλάσσιος χώρος), για τις οποίες άλλωστε προβλέπονται οι ίδιες περίπου προϋποθέσεις για την εγκατάσταση ΑΠΕ, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε μία από τις περιοχές αυτές περιλαμβάνει πλήθος εντελώς διαφορετικών οικοσυστημάτων, καθένα από τα οποία βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική κατάσταση από άποψη φέρουσας ικανότητας, τόσο λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του όσο και λόγω των καταστροφών και επιβαρύνσεων που έχει ήδη υποστεί.
Προκειμένου να στηρίξει τις επιλογές του, το Νέο Πλαίσιο διαστρεβλώνει πλήρως την επιστημονική έννοια της φέρουσας ικανότητας, την οποία προσδιορίζει με βάση το αιολικό δυναμικό μιας περιοχής και την υπολογίζει με πλαίσιο αναφοράς όχι το οικοσύστημα αλλά το εντελώς απρόσφορο κριτήριο της διοικητικής διαίρεσης της χώρας σε ΟΤΑ, και μάλιστα σε δημοτικές ενότητες αυτών.
Η εδαφική έκταση ενός ΟΤΑ προδήλως δεν έχει καμία σχέση ούτε συμπίπτει με τα όρια των οικοσυστημάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν, τα οποία μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα και καθένα από τα οποία μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και να βρίσκεται σε διαφορετική κατάσταση ως προς τη φέρουσα ικανότητά του. Και όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το νέο Πλαίσιο διαπράττει το θεμελιώδες επιστημονικό, αλλά και κατά κοινή λογική αδιανόητο, σφάλμα να υπολογίζει τη φέρουσα ικανότητα με κριτήριο το μέγιστο ποσοστό κάλυψης του εδάφους σε επίπεδο ΟΤΑ και μάλιστα όχι στο σύνολό του Δήμου αλλά σε κάθε δημοτική ενότητα αυτού. Με τα δεδομένα αυτά είναι ανάξιο οποιουδήποτε επιστημονικού σχολιασμού το πρόσθετο γεγονός ότι τα ανεκτά όρια της επιβάρυνσης καθορίζονται από το Νέο Πλαίσιο με τρόπο οριζόντιο για όλους τους ΟΤΑ της χώρας και δη αριθμητικά, με συγκεκριμένα, άγνωστης έμπνευσης και τεκμηρίωσης, νούμερα (π.χ. 8% της έκτασης της δημοτικής ενότητας για περιοχές αιολικής προτεραιότητας, 5% για περιοχές αιολικής καταλληλότητας και, προφανώς κατ’ επιείκεια, 4% για τη Μονεμβασιά, την Αράχωβα, την Κάρυστο και το Καρπενήσι). Τα ποσοστά αυτά δύνανται μάλιστα να αυξηθούν μέχρι 50% αν συμφωνεί το εντελώς αναρμόδιο για το θέμα αυτό Δημοτικό Συμβούλιο!
- Ειδικότερες Πλημμέλειες του Νέου Πλαισίου (ενδεικτικά)
Εξαιρέσεις
Η μέθοδος της θέσπισης γενικών εξαιρέσεων για περιοχές που εντάσσονται σε ορισμένες κατηγορίες (υγρότοποι Ramsar, αρχαιολογικοί χώροι κλπ.), είναι εντελώς απρόσφορη και ανεπαρκής. Ούτως η άλλως, οι εξαιρέσεις αναφέρονται μόνο σε περιοχές με ήδη θεσμοθετημένο καθεστώς προστασίας, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι ελάχιστες σε σχέση με τις περιοχές τις οποίες το κράτος, μολονότι διαθέτουν τα απαιτούμενα προστατευτέα χαρακτηριστικά, έχει παραλείψει επίμονα και συστηματικά να υπαγάγει στο προσήκον καθεστώς προστασίας (οικότοποι, τοπία κ.λπ.). Παράλληλα, ακόμα και για τις περιοχές αποκλεισμού, προβλέπεται η δυνατότητα εξαίρεσης τους από την εξαίρεση, (π.χ. αποκλείεται μεν η χωροθέτηση αιολικών εγκαταστάσεων σε νησιά με έκταση μικρότερη των 300 τ.χλμ. εκτός αν εξυπηρετούνται δημόσιες υποδομές (π.χ. αφαλάτωση) η κρίνονται αναγκαίες για την ασφάλεια του συστήματος).
Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη γενικών εξαιρέσεων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την βασική παράλειψη του Νέου Πλαισίου να προβεί σε ειδική και εμπεριστατωμένη διαπίστωση της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής της χώρας ούτε δύναται να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.
Τοπίο
Ως βασικό κριτήριο για την εκτίμηση των επιπτώσεων των ΑΠΕ στο τοπίο λαμβάνεται ο οπτικός ορίζοντας του παρατηρητή, η δε προστασία εξαντλείται στη θέσπιση αυθαίρετα υπολογιζόμενων ελάχιστων αποστάσεων των ΑΠΕ από θεσμοθετημένα σημεία θεωρούμενα ως ιδιαίτερου ενδιαφέροντος (6 χλμ. από ζώνες απόλυτης προστασίας αρχαιολογικών χώρων, 0,8 χλμ. από πυρήνες εθνικών δρυμών και μνημείων της φύσης, 2 χλμ. από οικισμούς, 6 χλμ. από θεσμοθετημένους παραδοσιακούς οικισμούς κλπ.)
Είναι προφανές ότι το Νέο Πλαίσιο παραγνωρίζει το γεγονός ότι σύμφωνα με την οικεία επιστήμη, το τοπίο είναι μέγεθος προσδιοριζόμενο αντικειμενικά με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ( γεωμορφολογία, όγκοι, βλάστηση, χρώματα κλπ.) Η προστασία επιβάλλεται ως προς κάθε συγκεκριμένο τοπίο, εξεταζόμενο αυτό καθεαυτό, και δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή μη τυχόν παρατηρητή. Άλλωστε η επιβαλλόμενη από τις Διεθνείς Συμβάσεις προστασία του τοπίου και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς προδήλως δεν περιορίζεται μόνο στα τοπία που έχουν χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως υπολαμβάνει εσφαλμένα το Νέο Πλαίσιο.
Είναι αυτονόητο ότι η προστασία των τοπίων δεν διασφαλίζεται μόνο με τη θέσπιση ελάχιστης απόστασης των ΑΠΕ από αυτά, η οποία στην προκειμένη περίπτωση καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και οριζόντιο, χωρίς να έχει προηγηθεί ενδελεχής μελέτη των ελληνικών τοπίων τόσο κατά κατηγορία (ορεινά, νησιωτικά, δασικά κλπ.), όσο και ανά περιοχή, ώστε να θεσπιστούν τα κατάλληλα ειδικά μέτρα προστασίας για το καθένα από αυτά.
Ο περιορισμός της προστασίας μόνο σε τοπία που διαθέτουν νομικό χαρακτηρισμό ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους είναι εντελώς απρόσφορος και ανεπαρκής. Ελάχιστα μόνο από τα πολυάριθμα αξιόλογα και ποικιλόμορφα τοπία της χώρας έχουν τύχει του προσήκοντος χαρακτηρισμού ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους λόγω της γνωστής παράλειψης της Πολιτείας να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις ως προς τούτο.
Προστασία των νησιών
Η διάκριση των νησιών ως προς τη δυνατότητα εγκατάστασης ΑΠΕ με βάση το εμβαδόν τους, άνω ή κάτω των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, είναι απολύτως αδόκιμη σε σχέση με το ζητούμενο, δηλαδή τη φέρουσα ικανότητα κάθε συγκεκριμένου νησιού να υποδεχθεί ΑΠΕ, η οποία προφανώς δεν εξαρτάται από το εμβαδόν του, αλλά τα φυσικά του χαρακτηριστικά, τα τοπικά οικοσυστήματα, το τοπίο, την πολιτιστική του φυσιογνωμία κ.λπ.
Αποκατάσταση
Όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της απομάκρυνσης των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, (ιδίως ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών), και της διαχείρισης των αποβλήτων τους μετά την πάροδο του σύντομου χρόνου ζωής τους, το Νέο Πλαίσιο αποφεύγει να λάβει οποιοδήποτε μέτρο. Υιοθετώντας τη μυστηριώδη διατύπωση «Επιχειρείται η διαπραγμάτευση των όρων κυρίως μέσα από τη διάγνωση της σημαντικότητάς τους στη φάση αδειοδότησης» ουσιαστικά αντιπαρέρχεται το μείζον αυτό πρόβλημα και το μεταθέτει σε εκείνο ακριβώς το επίπεδο όπου δεν πρόκειται ποτέ να λυθεί, δηλαδή της ατομικής περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Αναθέτει στην ευχέρεια της αδειοδοτικής αρχής να ζητήσει από τον εκάστοτε επιχειρηματία να προτείνει εκείνος ένα σχέδιο αποκατάστασης, χωρίς ούτε να δεσμεύεται από σχετικό Ρυθμιστικό Πλαίσιο ούτε να υποχρεούται σε παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων, (λ.χ. εγγυητικής επιστολής) ότι την κρίσιμη στιγμή θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Πλην όμως η έγκαιρη παροχή αποτελεσματικών εγγυήσεων είναι απολύτως αναγκαία. Όπως αποδεικνύεται από τη διεθνή πρακτική, κατά κανόνα ο υπεύθυνος για την αποκατάσταση φορέας του έργου ΑΠΕ είτε δεν υφίσταται ως επιχειρηματική και οικονομική οντότητα κατά τον κρίσιμο χρόνο είτε, πάντως, επικαλείται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στις μεγάλες δαπάνες των εργασιών αποξήλωσης, μεταφοράς και διαχείρισης των αποβλήτων. Στην Ελλάδα δεν υφίσταται κανονιστικό πλαίσιο το οποίο να ρυθμίζει τα ανωτέρω ζητήματα ούτε προβλέπονται κατάλληλοι χώροι για την εναπόθεση και διαχείριση των παροπλισμένων ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών. Δεν έχει χωροθετηθεί καμία εγκατάσταση υποδοχής των αποβλήτων ούτε υπάρχει δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ικανός να ανακυκλώσει τα ανακυκλώσιμα τμήματα αυτών, ενώ το κόστος μεταφοράς στο εξωτερικό είναι τεράστιο. Προκειμένου, π.χ. περί των ανεμογεννητριών, η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια ότι οι παροπλισμένες ανεμογεννήτριες εγκαταλείπονται ήδη επιτόπου ή σε άτυπες αποθέσεις, δημιουργώντας πρόσθετα σοβαρότατα προβλήματα στις αντίστοιχες περιοχές. Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι για τις τεράστιες υπόγειες βάσεις στήριξης των ανεμογεννητριών δεν υπάρχει ούτε νομική υποχρέωση αλλά ούτε και αντικειμενική δυνατότητα απομάκρυνσής τους από το υπέδαφος, γεγονός που έχει ολέθριες συνέπειες για τα υπόγεια ύδατα, το μικροκλίμα και την όλη λειτουργία του οικοσυστήματος στο οποίο αυτές έχουν εγκατασταθεί.
Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης
Η επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων αποθήκευσης, ιδίως όσον αφορά τον κίνδυνο άσβεστων πυρκαγιών, αποτελεί αντικείμενο πολλών επιστημονικών μελετών αλλά και πικρή εμπειρία αρκετών κρατών. Ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το Νέο Πλαίσιο ουδέν διαλαμβάνει. Προβλέπει ότι οι εγκαταστάσεις αυτές, οι λεγόμενες μπαταρίες αποθήκευσης, μπορούν να εγκαθίστανται οπουδήποτε, ακόμα και σε επαφή με οικισμούς, με μόνο περιορισμό την τήρηση της ελάχιστης απόστασης των 500 μέτρων από ορισμένες περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς ή δίκτυα τεχνικών υποδομών...... (Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ, με τις υπόλοιπες πολύ ενδιαφέρουσες επιστημονικές αναλύσεις και τη σχετική βιβλιογραφία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου