Η μεγάλη θνησιμότητα, οι μισές αλήθειες και το «καλύτερο ΕΣΥ ever»…, του Διονύση Ελευθεράτου
Όπως ήταν απολύτως λογικό, στη δημόσια σφαίρα πύκνωσαν οι συζητήσεις (περισσότερο ή λιγότερο διεισδυτικές) και τα σχόλια (εύστοχα ή μη) για τη διαρκή μείωση των γεννήσεων στην Ελλάδα. Παραγκωνίζεται όμως ο άλλος πόλος του δημογραφικού ζητήματος. Η θνησιμότητα. Κι αυτό είναι λάθος.
Η θνησιμότητα κατά κανόνα εκλαμβάνεται ως αυτόματη απόρροια της πληθυσμιακής γήρανσης – σε συνάρτηση με τα ανθυγιεινά κουσούρια μας. Και «έτερον ουδέν». Υπάρχουν ωστόσο σοβαρά «έτερα». Δεν είναι μόνο τα ψυχοσωματικά «σαράκια» που κατατρώνε την ανθρώπινη υγεία, σε μια κοινωνία η οποία βιώνει σε τόσο μεγάλο βαθμό την οικονομική δυσπραγία. Είναι και η κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), έπειτα από τα απανωτά χτυπήματα που έχει υποστεί.
Ας δούμε τι μας αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat και κάποιες απλές επεξεργασίες επ’ αυτών. Κατά το 2009, δηλαδή προτού αρχίσουν να μας «διασώζουν» τα Μνημόνια, ο «ακαθάριστος δείκτης θνησιμότητας» – ο λεγόμενος «crude death rate» που μετρά θανάτους ανά χίλιους κατοίκους – στην Ελλάδα ήταν ίδιος με τον αντίστοιχο του μέσου όρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η οποία και τότε αριθμούσε 27 χώρες. Στα επίπεδα του 9,8, συγκεκριμένα. Κατόπιν, όμως, η κατάσταση άλλαξε άρδην. Και κατά την περίοδο 2019 – 2024, ο ετήσιος μέσος όρος ανέβηκε στο 12,8 για την Ελλάδα και στο 11,3 για την ΕΕ. Για το 2023 και 2024, ο «crude death rate» έδειξε κατά μέσο όρο 12,75 για εμάς και 10.75 για την ΕΕ.
Μικρή διαφορά; Κάθε άλλο. Ο προσεκτικός παρατηρητής, κάνοντας την ποσοστιαία αναγωγή θα διαπιστώσει ότι ο – μακάβριος αλλά εύγλωττος – αυτός δείκτης ήταν βαρύτερος κατά 13,3% στην Ελλάδα από όσο στην ΕΕ την περίοδο 2019 – 2024. Και επαχθέστερος κατά 18,6% στην τελευταία διετία του εν λόγω χρονικού διαστήματος. Δεν τη λες «μικρή» αυτήν τη διαφορά.
Πολλοί θα πουν: «Μα αυτό είναι φυσιολογικό, διότι στην Ελλάδα ο πληθυσμός γερνά ταχύτερα από όσο στην υπόλοιπη Ευρώπη, λόγω της μείωσης των γεννήσεων». Είναι όμως έτσι;
Γιατί η πληθυσμιακή γήρανση δεν αρκεί ως εξήγηση
Πριν από όλα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε κάτι, επί της αρχής: Η κατακόρυφη μείωση των γεννήσεων δεν είναι σεισμός, ούτε χαλαζόπτωση. Δεν προήλθε «από το πουθενά». Εφαρμοσμένες και εφαρμοζόμενες πολιτικές έφεραν το «brain drain», την πανάκριβη κι απρόσιτη στέγη, την ακατάβλητη ακρίβεια, την εισοδηματική – μισθολογική ένδεια. Εν ολίγοις, όσα καθιστούν άτοπη κάθε σκέψη για πατρότητα και μητρότητα, στο νου αναρίθμητων νέων ανθρώπων. Οι οποίοι αναγκάζονται να παρατείνουν για πολύ τη διαμονή στο πατρικό σπίτι, με τους γονείς (εδώ). Κάτι που κάνουν – όχι φυσικά λόγω ιδιοτροπιών – σε ποσοστό 68% και όσοι νέοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό (στοιχεία του Eurofound, 2025). Πρόκειται για το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, πίσω από το 71% της Βουλγαρίας.
Κατά συνέπεια, όσοι «φωστήρες» της πολιτικής ελίτ κι όσοι «παπαγάλοι» τους επικαλούνται την πληθυσμιακή γήρανση για να υποστηρίξουν ή να αποκρύψουν οτιδήποτε, μοιάζουν με τον πατροκτόνο του ανεκδότου που ζητούσε την επιείκεια του δικαστηρίου επειδή είχε μείνει ορφανός.
Πάμε, όμως, στον πυρήνα του θέματός μας: Τελικά, αρκεί η διαφορά ως προς τη γήρανση, μεταξύ ημών και της ΕΕ, για να εξηγήσει τη αντίστοιχη σχετικά με το δείκτη θνησιμότητας; Χωρίς αμφιβολία, αν η ροή των πραγμάτων συνεχιστεί έτσι, η «ψαλίδα» θα μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο – και γρηγορότερα – σε όλα τα πεδία (υπογεννητικότητα, γήρανση, θνησιμότητα) . Εδώ όμως εξετάζουμε πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση ως σήμερα, διότι αντιπαραβάλουμε μεταξύ τους στοιχεία που αφορούν το παρόν.
Την 1η Ιανουαρίου 2025 στην Ελλάδα η διάμεση ηλικία ήταν τα 47,2 έτη – η τέταρτη υψηλότερη στην ΕΕ. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν τα 44,9 έτη. Ένα έτος νωρίτερα οι αντίστοιχοι δείκτες ήταν 46,9 και 44,7. Με άλλα λόγια, στη διετία 2023-2024 η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα ήταν κατά 5,1 % μεγαλύτερη από όσο στην ΕΕ. Επίσης, στην Ελλάδα οι άνω των 65 ετών αποτελούν το 23,7% του πληθυσμού. Στην ΕΕ, το 22%. Η διαφορά εδώ είναι της τάξης του 7,7%.
Εάν, λοιπόν, η μεγαλύτερη θνησιμότητα στην Ελλάδα οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στις παραπάνω δημογραφικές – ηλικιακές παραμέτρους, τότε η αποτύπωσή της στον «crude death rate» θα έπρεπε να περιορίζεται σε ποσοστά γύρω στο 5% – ή και λίγες εκατοστιαίες μονάδες παραπάνω. Όμως, καθώς ήδη είδαμε, κινείται σε επίπεδα πολύ υψηλότερα.
Τι μπορεί να αντιπροσωπεύει αυτό το χάσμα, αν όχι (και) τις συνέπειες της δραματικής αποδυνάμωσης και εξουθένωσης του ΕΣΥ; Εάν διατυπωνόταν κάποια άλλη ερμηνεία για το χάσμα τούτο, θα την εξετάζαμε προσεκτικά, με καλή θέληση. Αλλά πώς να διατυπωθεί, αφ’ ης στιγμής το ίδιο το χάσμα το κρύβει επιμελώς η συστημική θεώρηση των πραγμάτων;
Τα φετινά στοιχεία – σοκ και η τρομακτική επιδείνωση













