
Όταν το κόμμα της Λεπέν συνάντησε το γαλλικό κεφάλαιο
του Όλι Χέινς* | Green Europe Journal
Για την Μαρίν Λεπέν δεν είναι άγνωστη η στρατηγική ασάφεια. Τον τελευταίο χρόνο κινείται ακριβώς σε αυτή τη συνθήκη: προβάλλει τον Ζορντάν Μπαρντελά ως πιθανό υποψήφιο της Εθνικής Συσπείρωσης (Rassemblement National, RN) για τις προεδρικές εκλογές του 2027, χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι η ίδια υποψήφια, εφόσον τα δικαστήρια αποφάσισουν να μειώσουν την ποινή που της έχει επιβληθεί για υπεξαίρεση δημόσιων πόρων.
Τον Ιούλιο, η ποινή της μειώθηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης: δύο με αναστολή και ένα υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Παράλληλα, η περίοδος στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και της κατοχής δημόσιου αξιώματος μειώθηκε στους 15 μήνες. Καθώς το διάστημα αυτό είχε ήδη παρέλθει από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, ο δρόμος προς την προεδρία άνοιξε ξανά για τη Λεπέν.
Η Λεπέν έχει ήδη προσφύγει και κατά της νέας απόφασης ενώπιον του ακυρωτικού δικαστηρίου. Ανάλογα με το πότε θα εκδοθεί η απόφαση, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα ταπεινωτικό τέλος για την προεκλογική της εκστρατεία, περνώντας τις τελευταίες ημέρες της με ηλεκτρονικό βραχιολάκι και υπό περιορισμό κυκλοφορίας. Αν, ωστόσο, σταθεί τυχερή, οι αργοί ρυθμοί της γαλλικής Δικαιοσύνης μπορεί να μεταθέσουν την έκδοση της απόφασης για μετά τον δεύτερο γύρο των εκλογών, οπότε η ίδια ελπίζει ότι θα καλύπτεται πλέον από την προεδρική ασυλία.
Υποψήφια ή ίσως όχι. Με ηλεκτρονικό βραχιολάκι ή ίσως όχι. Και η αβεβαιότητα του γαλλικού δικαστικού συστήματος δεν είναι το μόνο πεδίο ασάφειας. Η διεκδίκηση του Μεγάρου των Ηλυσίων από τη Λεπέν εξαρτάται επίσης από την ικανότητά της να διατηρήσει ενωμένες τις διαφορετικές πτέρυγες της εκλογικής της βάσης, τα συμφέροντα των οποίων συχνά συγκρούονται.
Η βραχύβια κοινωνική στροφή
Όταν η Λεπέν πέτυχε την πρώτη μεγάλη της νίκη, περνώντας στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, το κατάφερε στηριζόμενη σε μια «κοινωνική στροφή». Με σύμβουλο τον Φλοριάν Φιλιπό, τότε αντιπρόεδρο του Front National (του σημερινού RN), κατέβηκε στις εκλογές με ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε συνταξιοδότηση στα 60, κατάργηση της εργασιακής μεταρρύθμισης του 2016 που περιόριζε τα δικαιώματα των εργαζομένων, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και διατήρηση τόσο της 35ωρης εβδομάδας εργασίας όσο και του φόρου περιουσίας, μαζί με μια σειρά άλλων κρατικίστικων μέτρων.
Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας επιτέθηκε στο Le Siècle, μια διακομματική λέσχη της γαλλικής ελίτ, την οποία περιέγραψε ως μυστικό τόπο συνάντησης της ολιγαρχίας. Δανείστηκε ακόμη και συνθήματα του αριστερού λαϊκιστή Ζαν-Λικ Μελανσόν, επιχειρώντας να προσελκύσει τους ψηφοφόρους του στον δεύτερο γύρο: τους κάλεσε να «τους διώξουν» («dégagez-les»), σε άμεση αναφορά στο δικό του σύνθημα «διώξτε τους όλους» («dégagez-les tous»). Επικαλέστηκε ακόμη και τον Ζαν Ζορές, εμβληματική μορφή του γαλλικού σοσιαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Η Λεπέν είχε περάσει μεγάλο μέρος της προεκλογικής εκστρατείας του 2017 εξαίροντας τα οφέλη της εξόδου από το ευρώ και ενός Frexit, προοπτικές στις οποίες αντιτίθεντο έντονα τόσο ο επιχειρηματικός κόσμος όσο και το 70% της γαλλικής κοινής γνώμης. Την τελευταία στιγμή προσπάθησε να αναδιπλωθεί, αλλά δεν κατάφερε να πείσει το εκλογικό σώμα. Η εκστρατεία της ολοκληρώθηκε με ένα καταστροφικό για την ίδια τηλεοπτικό ντιμπέιτ απέναντι στον Μακρόν, στο οποίο έδωσε την εντύπωση ότι δεν κατανοούσε επαρκώς τις ίδιες της τις οικονομικές προτάσεις.
Δέκα χρόνια αργότερα, ελάχιστα έχουν απομείνει από εκείνη τη Μαρίν Λεπέν. Στο πλαίσιο της στρατηγικής «αποδαιμονοποίησης» -της προσπάθειας, δηλαδή, να καταστεί το RN αποδεκτό σε ευρύτερα στρώματα του εκλογικού σώματος- εγκατέλειψε τις κοινωνικές της δεσμεύσεις με την ίδια ευκολία με την οποία τις είχε αρχικά υιοθετήσει.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία οι εταιρείες δεν επιτρέπεται να χρηματοδοτούν πολιτικές εκστρατείες, ενώ οι δωρεές ιδιωτών υπόκεινται σε ανώτατο όριο 7.500 ευρώ. Επομένως, ο επιχειρηματικός κόσμος δεν παρεμβαίνει τόσο άμεσα στη δημοκρατική διαδικασία όσο τα συμφέροντα των κρυπτονομισμάτων και των ορυκτών καυσίμων, που στηρίζουν τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Νάιτζελ Φάρατζ. Παράλληλα, λόγω των ιστορικών δεσμών του RN με τον φασισμό, οι επιχειρήσεις απέφευγαν στο παρελθόν να συνδεθούν δημόσια με το κόμμα – σε τέτοιο βαθμό, ώστε το Front National να δυσκολεύεται ακόμη και να εξασφαλίσει δάνεια από γαλλικές τράπεζες.
Ωστόσο, από το 2024, όταν το Rassemblement National αναδείχθηκε στο μεγαλύτερο αυτοτελές κόμμα τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και στη γαλλική Εθνοσυνέλευση (την κάτω Βουλή του γαλλικού κοινοβουλίου), το RN και οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν σταδιακά έρθει πιο κοντά. Σε αυτή την προσέγγιση έχει συμβάλει σημαντικά ο Ζορντάν Μπαρντελά, ο νεαρός ανερχόμενος πολιτικός που θα είχε αντικαταστήσει τη Λεπέν ως υποψήφιος, εάν τα δικαστήρια δεν της επέτρεπαν τελικά να διεκδικήσει την προεδρία.
Ο Μπαρντελά, μόλις 30 ετών και σήμερα σε σχέση με μια αριστοκράτισσα, θεωρεί ότι το RN πρέπει να διευρύνει την απήχησή του πέρα από την εργατική και οικονομικά πιεζόμενη μικροαστική του βάση και να στραφεί προς τα εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αντιλαμβάνεται τη δημοσιονομική λιτότητα ως βασικό στοιχείο του σχεδίου του RN: το 2024 διακήρυξε την ανάγκη για «τάξη στους δρόμους και τάξη στα δημόσια οικονομικά».
Κόμμα του κεφαλαίου
Δύο ακόμη παράγοντες έχουν διευκολύνει τη μετατροπή του RN σε ένα πιο συμβατικό «κόμμα του κεφαλαίου»: η υποστήριξη ολιγαρχών και η προσπάθεια κεντρώων πολιτικών δυνάμεων να παρουσιάσουν την Αριστερά ως τον πραγματικό εξτρεμιστικό κίνδυνο, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω κανονικοποίηση του RN.
Οι μεγιστάνες των μέσων ενημέρωσης Βενσάν Μπολορέ και Πιερ-Εντουάρ Στερέν προσφέρουν συστηματικά βήμα στο κόμμα και προωθούν στα μέσα ενημέρωσης τις θεματικές που εκείνο προτιμά – αν και ενισχύουν επίσης άλλες δυνάμεις της Δεξιάς, όπως το Reconquête του Ερίκ Ζεμούρ, διάφορα καθολικά αντιδραστικά ρεύματα και ό,τι έχει απομείνει από τη σαρκοζική Δεξιά.
Ο Φρανσουά Ντιρβί, πρώην διαχειριστής hedge fund του Στερέν και ειδικός σύμβουλος του Μπαρντελά, είχε αναλάβει να οικοδομήσει σχέσεις με την επιχειρηματική ελίτ. Ο Ντιρβί αποχώρησε πρόσφατα από το κόμμα και, φεύγοντας, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με τις κατά τη γνώμη του ανεπαρκώς νεοφιλελεύθερες θέσεις της Λεπέν. Στην πραγματικότητα, δημοσιεύματα της Libération και του Mediapart υποδηλώνουν ότι η αποχώρησή του οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό σε προσωπική σύγκρουση με τη Λεπέν. Εκείνη είχε καταστήσει σαφές ότι οι ημέρες του στο κόμμα ήταν μετρημένες, αφότου ο ίδιος είχε εκφράσει, χωρίς ιδιαίτερη διακριτικότητα, σε διάφορα υψηλόβαθμα στελέχη του RN τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι υποψήφια για την προεδρία θα ήταν η Λεπέν και όχι ο Μπαρντελά.
Δεν επρόκειτο, επομένως, για ιδεολογική εκκαθάριση. Ο Μπαρντελά και άλλοι οικονομικά φιλελεύθεροι σύμβουλοι, όπως ο Αμπρουάζ ντε Ρανκούρ, εξακολουθούν να συμμετέχουν στην προεκλογική ομάδα της Λεπέν. Στις 29 Αυγούστου, το κόμμα ανακοίνωσε ότι, εάν αναλάβει την εξουσία, θα κατοχύρωσει στο Σύνταγμα έναν «χρυσό κανόνα», σύμφωνα με τον οποίο το δημοσιονομικό έλλειμμα θα πρέπει να παραμένει κάτω από το 3%.
Οι επίμονες προσπάθειες του Ντιρβί και του Μπαρντελά να ευθυγραμμιστούν με την ατζέντα του patronat —του γαλλικού εργοδοτικού και επιχειρηματικού κατεστημένου— φαίνεται να αποδίδουν. Το 2011, η Λοράνς Παριζό, τότε επικεφαλής της εργοδοτικής οργάνωσης MEDEF, είχε καταγγείλει τη Λεπέν, υποστηρίζοντας ότι εντασσόταν ξεκάθαρα στην παράδοση της άκρας Δεξιάς. Το 2025, αντίθετα, ο Μπαρντελά ήταν προσκεκλημένος στο θερινό πανεπιστήμιο της MEDEF, επιδιώκοντας να καταδείξει ότι το κόμμα εγκαταλείπει τις κρατικιστικές οικονομικές πολιτικές που είχε κατά καιρούς υποστηρίξει. Το 2026 προσκλήθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά σε γεύμα εργασίας, το οποίο αργότερα χαρακτήρισε «εγκάρδιο».
Η προσέγγιση επεκτείνεται και στην ίδια τη Λεπέν. Τον Απρίλιο δείπνησε με ισχυρούς παράγοντες του επιχειρηματικού κόσμου, μεταξύ των οποίων ο πλουσιότερος άνθρωπος της Γαλλίας, Μπερνάρ Αρνό, ιδιοκτήτης του ομίλου ειδών πολυτελείας LVMH, ο οποίος είχε στηρίξει τον Μακρόν το 2017 και το 2022 και είναι προσωπικός φίλος του Βενσάν Μπολορέ.
Οι οργανώσεις που εκπροσωπούν τα επιχειρηματικά συμφέροντα αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από τον RN, επειδή οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τη Λεπέν ή τον Μπαρντελά να περνούν στον δεύτερο γύρο σε όλα τα εξεταζόμενα σενάρια και να προηγούνται έναντι των αντιπάλων τους σε αρκετές υποθετικές αναμετρήσεις. Οι επιχειρηματικές ηγεσίες θεωρούν, επομένως, ότι οφείλουν να διερευνήσουν τις προθέσεις ενός κόμματος που θα μπορούσε να βρεθεί στην κυβέρνηση. Παράλληλα, ανησυχούν για ένα διαφορετικό ενδεχόμενο: μολονότι οι κεντρώοι υποψήφιοι εμφανίζονται σε αρκετές μετρήσεις με μεγαλύτερες πιθανότητες πρόκρισης στον δεύτερο γύρο, ορισμένα δημοσκοπικά σενάρια φέρνουν τον υποψήφιο του RN αντιμέτωπο με τον Μελανσόν, ο οποίος διεκδικεί την προεδρία για τέταρτη φορά.
Τα κεντρώα κόμματα έχουν ήδη προσφέρει επιχειρήματα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν μια προσέγγιση του επιχειρηματικού κόσμου με την άκρα Δεξιά, αντιμετωπίζοντας τον Μελανσόν και το κόμμα του, La France Insoumise («Ανυπότακτη Γαλλία», LFI), ως ένα αντίστοιχο «άκρο» με τον RN, ενώ παράλληλα μετατοπίζουν σταδιακά το πλαίσιο της πολιτικής «δαιμονοποίησης» από το RN προς την LFI.
Το 2024, η εφημερίδα Libération αποκάλυψε μυστικά δείπνα μεταξύ του Εντουάρ Φιλίπ, πιθανού υποψηφίου του μακρονικού στρατοπέδου, και της Μαρίν Λεπέν. Σε ένα από αυτά, ο Φιλίπ φέρεται να είπε ότι επιθυμούσε οι επόμενες εκλογές να διεξαχθούν ανάμεσα στο δικό του στρατόπεδο και την άκρα Δεξιά: μια αναμέτρηση «σχεδίου εναντίον σχεδίου, χωρίς ηθική κριτική». Πέρυσι, ο Μπρουνό Ρεταγιό, επικεφαλής του δεξιού κόμματος Les Républicains και πρώην υπουργός Εσωτερικών επί Μακρόν, ζήτησε τη συγκρότηση ενός ενιαίου «ρεπουμπλικανικού μετώπου», στο οποίο θα συμμετείχε και το RN, εναντίον της LFI. Μέχρι στιγμής, οι περισσότερες επιθέσεις του μακρονικού στρατοπέδου κατά του RN έχουν επικεντρωθεί στην οικονομική πολιτική του κόμματος και ειδικότερα στο κόστος των υποσχέσεων που είχε διατυπώσει κατά τη σύντομη «κοινωνική στροφή» του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο επιχειρηματικός κόσμος δεν χρειάζεται να διανύσει μεγάλη απόσταση για να εγκαταλείψει την παραδοσιακή λογική του «ρεπουμπλικανικού μετώπου» και να δικαιολογήσει μια στροφή προς το RN. Στις δημοτικές εκλογές της Τουλούζης το 2026, τοπικοί βιομηχανικοί παράγοντες απείλησαν να ακυρώσουν επενδύσεις ή να αποσύρουν τις επιχειρήσεις τους από την πόλη εάν ο υποψήφιος της LFI, Φρανσουά Πικεμάλ, επικρατούσε του μακρονικού Ζαν-Λικ Μουντένκ. Οι ηγεσίες του επιχειρηματικού και βιομηχανικού κόσμου εμφανίζονται έτσι προετοιμασμένες να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα και να ταχθούν κατά της LFI σε ενδεχόμενες μελλοντικές αναμετρήσεις δεύτερου γύρου μεταξύ LFI και RN.
Όπως το έθεσε πρόσφατα ο Μπερνάρ Κοέν, επικεφαλής μιας ομάδας συμφερόντων που εκπροσωπεί μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις: «είτε είναι μικροί, μεσαίοι ή μεγάλοι, αυτό που γενικά αρέσει στους εργοδότες είναι η χρηματοπιστωτική και οικονομική σταθερότητα […] ο οικονομικός κίνδυνος για τους εργοδότες δεν προέρχεται από την κυβερνητική Αριστερά, αλλά από ένα συγκεκριμένο τμήμα της Αριστεράς και με αυτό εννοούν την LFI».
Από την πλευρά τους, τα συνδικάτα -ή τουλάχιστον τα πιο ριζοσπαστικά- έχουν αρχίσει να αντιδρούν στην προσέγγιση των εργοδοτών με το RN. Τον Αύγουστο, η Σοφί Μπινέ, γενική γραμματέας της CGT, κατήγγειλε σε συνέντευξή της στη Le Monde τη MEDEF, υποστηρίζοντας ότι συμβάλλει στην κανονικοποίηση της άκρας Δεξιάς και της στρώνει ουσιαστικά το κόκκινο χαλί. Υποστήριξε ότι οι επιχειρηματίες δεν θα έπρεπε να επικεντρώνονται αποκλειστικά στην οικονομική πολιτική του RN, αλλά να εξετάζουν και τις θέσεις του για τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, την κλιματική αλλαγή, το Σύνταγμα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Η συνήθης θέση των συνδικάτων είναι ότι η άκρα Δεξιά αποτελεί ιδιαίτερη απειλή για τη Γαλλική Δημοκρατία και ότι, απέναντί της, οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη είναι προτιμότερη. Το Nouveau Front Populaire (Νέο Λαϊκό Μέτωπο, ένας ευρύς εκλογικός συνασπισμός της γαλλικής Αριστεράς) υποστηρίχθηκε το 2024, επειδή αποτελούσε μια σπάνια περίπτωση αριστερής ενότητας. Με άλλα λόγια, τα συνδικάτα μπορούσαν να το στηρίξουν χωρίς να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με κάποια από τις βασικές δυνάμεις της Αριστεράς. Το 2024, οι ηγεσίες διαφόρων συνδικάτων καταδίκασαν μέσα ενημέρωσης και πολιτικούς που επιχειρούσαν να εξισώσουν την LFI με την άκρα Δεξιά. Προτιμούν, ωστόσο, να διατηρούν μια σχετική πολιτική αυτονομία, μεταξύ άλλων επειδή η ηγεσία της LFI και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν συγκρουστεί επανειλημμένα ως προς τη στρατηγική.
Μεταθέτοντας το πρόβλημα για αργότερα
Η επιστροφή του RN πιο κοντά στις οικονομικές του καταβολές δημιουργεί προβλήματα για τον κοινωνικό συνασπισμό που επιχειρεί να οικοδομήσει μακροπρόθεσμα. Το κόμμα δεν διαθέτει πειστική απάντηση στο ερώτημα πώς μπορούν να συμβιβαστούν τα συμφέροντα των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων που το ψηφίζουν με εκείνα των ολιγαρχών που πλέον το στηρίζουν.
Για παράδειγμα, το RN επιδιώκει να εμφανίζεται ως το κόμμα της γαλλικής γεωργίας και έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με μικρούς αγρότες, που φωτογραφίζονται χαμογελαστοί σε selfies με τον Μπαρντελά. Πρόκειται συχνά για παραδοσιακούς αγρότες, που αντιτίθενται στη χρηματιστικοποίηση της γεωργίας και στη μαζική εξαγορά γεωργικής γης από μεγάλους ομίλους, όπως η Otium, ιδιοκτησίας του Πιερ-Εντουάρ Στερέν – ενός από τους ολιγάρχες που έχουν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πολιτική κανονικοποίηση του κόμματος.
Όταν ο κολοσσός της χαλυβουργίας ArcelorMittal βρέθηκε σε κρίση εξαιτίας της παγκόσμιας πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας, η εταιρεία έκλεισε δύο εγκαταστάσεις και ανακοίνωσε ότι θα περικόψει άλλες 600 θέσεις εργασίας. Το RN επιτέθηκε επανειλημμένα στον Μακρόν, αλλά όταν η LFI πρότεινε ψηφοφορία για την εθνικοποίηση της εταιρείας, απείχε, φοβούμενο ότι μια διαφορετική στάση θα το έφερνε σε σύγκρουση με τον επιχειρηματικό κόσμο.
Το κόμμα έχει επίσης ταχθεί κατά της φορολόγησης του πλούτου και των ιδιωτικών τζετ. Υπόσχεται καλύτερη ζωή στους εργαζομένους μέσω μιας οριζόντιας αναδιανομής εις βάρος των μεταναστών, όσων παρουσιάζει ως καταχραστές των κοινωνικών επιδομάτων και των αποδεκτών της γαλλικής αναπτυξιακής βοήθειας στο εξωτερικό, καθώς και μέσω μιας ιδιαίτερα αισιόδοξης εκτίμησης για το ύψος της κρατικής σπατάλης που θα μπορούσε να περικοπεί.
Προτείνει επίσης τη μείωση των γαλλικών εισφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε χαμηλότερες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για την αγροτική εκλογική του βάση. Στον αντιπροϋπολογισμό του για το 2026, το RN πρότεινε μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή από εκείνη της μακρονικής κυβέρνησης: εξοικονομήσεις 36 δισ. ευρώ έναντι των 30 δισ. που πρότεινε ο πρωθυπουργός Σεμπαστιέν Λεκορνί. Με άλλα λόγια, το RN επιστρέφει στον έντονα ρατσιστικό, οικονομικά φιλελεύθερο προσανατολισμό που χαρακτήριζε το κόμμα υπό τον Ζαν-Μαρί Λεπέν, πατέρα της Μαρίν.
Για να υπερβεί τη σύγκρουση ανάμεσα στα συμφέροντα που επιχειρεί να εκπροσωπήσει το RN, η Μαρίν Λεπέν καταφεύγει στην ενοποίηση μέσω του εθνικισμού. Υιοθετεί τη γλώσσα του «λαού» και παρουσιάζει τη σύγκρουση ως έναν εθνικό αγώνα απέναντι σε ένα κοσμοπολίτικο κατεστημένο. Όπως έχει παρατηρήσει ο πολιτικός επιστήμονας Τεό Μπουρζερόν, η Λεπέν μεταθέτει για αργότερα τις δύσκολες δημοσιονομικές επιλογές που θα προκύψουν, εάν αποδειχθεί ότι οι περικοπές της κρατικής σπατάλης δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση όσων έχουν απομείνει από τις κοινωνικές δεσμεύσεις του κόμματος.
Ένα σημείο στο οποίο υπάρχει πραγματική στρατηγική ένταση είναι η διαφωνία της Λεπέν με τον Μπαρντελά -και προηγουμένως με τον Ντιρβί- για το συνταξιοδοτικό. Ο Μπαρντελά αξιοποίησε την περίοδο κατά την οποία εμφανιζόταν ως πιθανός προεδρικός υποψήφιος για να διαφοροποιηθεί από τη θέση της Λεπέν. Φοβούμενη ότι θα αποξενώσει τα μεγαλύτερης ηλικίας τμήματα της εργατικής εκλογικής βάσης του κόμματος, εκείνη θέλει να ανατρέψει τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν και να επαναφέρει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης στα 62.
Ο Μπαρντελά, αντίθετα, θέλει να διατηρήσει τη μεταρρύθμιση και εξετάζει ακόμη και την κατάργηση του κανόνα, που επιτρέπει τη συνταξιοδότηση στα 67 με πλήρη σύνταξη ανεξαρτήτως του αριθμού των ετών ασφάλισης. Στη θέση του θα ήθελε να θεσπιστεί ελάχιστη περίοδος 42 ετών εισφορών, με εναλλακτική τη λήψη μειωμένης σύνταξης.
Παρότι η διαφωνία αυτή εκθέτει το κόμμα στην κατηγορία ότι εγκαταλείπει την κοινωνική του βάση, θα μπορούσε ταυτόχρονα να λειτουργήσει προς όφελος του RN. Έχοντας επιστρέψει στον ρόλο της προεδρικής υποψηφίου, η Λεπέν μπορεί να διατηρεί την επίσημη γραμμή υπέρ του χαμηλότερου ορίου συνταξιοδότησης, ενώ ο Μπαρντελά μπορεί, στο παρασκήνιο, να διαβεβαιώνει τους νέους συνομιλητές του στη MEDEF ότι, εάν το κόμμα αναλάβει την εξουσία, θα πιέσει προς την κατεύθυνση ενός υψηλότερου ορίου.
Διατηρώντας τον συνασπισμό
Προς το παρόν, αυτή η ένταση δεν φαίνεται πιθανό να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στο RN. Η άκρα Δεξιά δεν έχει το μονοπώλιο της εργατικής ψήφου: μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης επιλέγει την αποχή, ενώ σημαντικό τμήμα της ψηφίζει κόμματα της Αριστεράς. Ωστόσο, οι ψηφοφόροι που πράγματι διαθέτει το RN, συμπεριλαμβανομένων όσων ανήκουν στην εργατική τάξη, είναι απίθανο να απομακρυνθούν εξαιτίας της ασάφειας στα οικονομικά ζητήματα ή της αυξανόμενης οικειότητας του κόμματος με τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Το Des électeurs ordinaires («Συνηθισμένοι ψηφοφόροι») του Φελισιέν Φορί, μια μελέτη του εκλογικού σώματος του RN, έχει αναδείξει τη σημασία της φυλής και της ταυτότητας στην ψήφο προς την άκρα Δεξιά. Ο Φορί έχει συγκεντρώσει εκτενή στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι ψηφοφόροι του RN τείνουν να αντιλαμβάνονται τις συγκρούσεις γύρω από την κατανομή των πόρων στην κοινωνία, πρωτίστως ως σύγκρουση μεταξύ γηγενών και μεταναστών και όχι μεταξύ κοινωνικών τάξεων. Παράλληλα, εμφανίζονται να συμμερίζονται σε σημαντικό βαθμό την προτίμηση για χαμηλότερη φορολογία, που χαρακτηρίζει τους grands patrons — τους ισχυρότερους μεγαλοεργοδότες και επικεφαλής επιχειρηματικών ομίλων της Γαλλίας.
Οι αντιφάσεις του RN δεν είναι πιθανό να αναδειχθούν ιδιαίτερα ούτε στο πεδίο της προεκλογικής εκστρατείας ούτε στα μέσα ενημέρωσης. Παρότι η LFI χρησιμοποιεί τη γλώσσα της ταξικής σύγκρουσης και έχει δεσμευτεί να αναδεικνύει τις αντιφάσεις του RN, η στρατηγική του Μελανσόν είναι να συγκροτήσει μια «Νέα Γαλλία», αποτελούμενη από εργαζομένους του δημόσιου τομέα, μορφωμένους νέους και την συχνά φυλετικοποιημένη εργατική τάξη.
Αυτό σημαίνει ότι κατά την προεκλογική εκστρατεία η LFI θα διαθέσει περιορισμένο χρόνο και πόρους στις εργατικές περιοχές, όπου η άκρα Δεξιά είναι ισχυρότερη. Η στρατηγική της δεν βασίζεται στη μεταστροφή ψηφοφόρων της άκρας Δεξιάς, αλλά στην οικοδόμηση ενός διαφορετικού εκλογικού συνασπισμού μέσω της κινητοποίησης πολιτών που συνήθως απέχουν, με στόχο την πρόκριση στον δεύτερο γύρο.
Υπάρχει μια ορισμένη λογική στο στοίχημα του Μελανσόν. Οι απέχοντες βρίσκονται κοινωνιολογικά πιο κοντά στους ψηφοφόρους της Αριστεράς και οι αξίες τους παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγγένεια με εκείνες του αριστερού μπλοκ απ’ ό,τι με εκείνες του Κέντρου ή της άκρας Δεξιάς. Στις γαλλικές προεδρικές εκλογές μετρά ο συνολικός αριθμός των ψήφων και όχι η γεωγραφική κατανομή τους. Επομένως, μια Αριστερά που επικεντρώνεται πρωτίστως στην αύξηση της συμμετοχής και στην εξασφάλιση ψήφων στις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές έχει δυνητικά πολλά να κερδίσει.
Τα υποθετικά δημοσκοπικά σενάρια εμφανίζουν τον Μελανσόν -τον μόνο υποψήφιο της Αριστεράς που σήμερα, διαθέτει ρεαλιστική δυνατότητα πρόκρισης στον δεύτερο γύρο- να υπολείπεται σημαντικά τόσο της Λεπέν όσο και του Μπαρντελά σε ενδεχόμενη μεταξύ τους αναμέτρηση. Οι Insoumis, οι υποστηρικτές της Ανυπότακτης Γαλλίας, αντιτείνουν ότι οι δημοσκοπήσεις τείνουν να υποτιμούν τον Μελανσόν και να υπερεκτιμούν τη Λεπέν. Υποστηρίζουν ότι οι πρόσθετες ψήφοι των απεχόντων, που ελπίζουν να κινητοποιήσουν, μπορούν να συνδυαστούν με μια δυναμική ανάλογη εκείνης που επέτρεψε στο Νέο Λαϊκό Μέτωπο, τον ευρύ συνασπισμό της Αριστεράς, να αναδειχθεί πρώτη δύναμη σε έδρες στις βουλευτικές εκλογές του 2024 -αν και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία- όταν αρκετοί κεντρώοι ψηφοφόροι επέλεξαν υποψηφίους που μπορούσαν να ανακόψουν την άκρα Δεξιά.
Η υποψηφιότητα του Μελανσόν παραμένει ένα δύσκολο στοίχημα, παρότι η εκστρατεία του εξελίσσεται θετικά. Η ενότητα της άκρας Δεξιάς διατηρείται προς το παρόν χάρη στην εγγύτητά της προς την εξουσία. Τα κοινά στοιχεία τονίζονται και οι διαφορές υποχωρούν μπροστά στην προοπτική να βρεθεί σύντομα η Μαρίν Λεπέν στο Μέγαρο των Ηλυσίων.
Εάν κερδίσει ο Μελανσόν, οι επιμέρους πτέρυγες της άκρας Δεξιάς θα ανταγωνιστούν για να καθορίσουν τον μετα-Λεπέν προσανατολισμό του χώρου. Εάν κερδίσει η Λεπέν -ή ένας υποψήφιος του μετα-μακρονικού χώρου- θα συμβεί το αντίστροφο: η Αριστερά θα εισέλθει σε περίοδο αναδιάταξης και η μάχη για την επόμενη πολιτική της φυσιογνωμία θα εκτυλιχθεί μεταξύ των διαφορετικών ομάδων συμφερόντων και πολιτικών τάσεων, που βρίσκονται στα αριστερά του Μακρόν.
Προς το παρόν, οι αντιφάσεις της άκρας Δεξιάς είναι πιθανό να παραμείνουν άλυτες.
*Ο Όλι Χέινς (Olly Haynes) είναι Βρετανός ανεξάρτητος δημοσιογράφος που καλύπτει θέματα γύρω από την πολιτική (με έμφαση στη ριζοσπαστική πολιτική σκηνή της Βρετανίας και της Γαλλίας), το περιβάλλον, τα κοινωνικά κινήματα και τον πολιτισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου