13 Σεπτεμβρίου 2026

«Η υγεία στην εμποροπανήγυρη της ελεύθερης αγοράς»: Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και το τίμημα μιας κοινωνίας που παραδίδει τα κοινωνικά της δικαιώματα στην ελεύθερη αγορά

«Η υγεία στην εμποροπανήγυρη της ελεύθερης αγοράς»

Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και το τίμημα μιας κοινωνίας που παραδίδει τα κοινωνικά της δικαιώματα στην ελεύθερη αγορά.

Χριστιάνα Στυλιανού 

Όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι τη μορφή του γιατρού σχεδόν σαν τη μορφή ενός θεού. Ίσως να έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν γιατρός σε δημόσιο νοσοκομείο. Ο γιατρός ήταν ο άνθρωπος που ήξερε. Εκείνος στον οποίο μπορούσες, ή τουλάχιστον πίστευες ότι μπορούσες, να παραδοθείς με κλειστά μάτια. Ο άνθρωπος στον οποίο εμπιστευόσουν το πολυτιμότερο πράγμα που είχες και ο οποίος, περισσότερο από οποιονδήποτε εραστή στον οποίο αποδίδουμε μεταφορικά αυτή την εξουσία, κρατούσε πράγματι την καρδιά σου στα χέρια του.

Ήταν σαν ένας μακρινός σου συγγενής. Ο γιατρός σου ήταν, πρώτα απ’ όλα, «ο γιατρός σου». Τον καλούσες στο τηλέφωνο και του έλεγες «γιατρέ μου», με μια οικειότητα που ξεπερνούσε την τυπική σχέση γιατρού και ασθενούς. Κι αυτός ο γιατρός σου ήξερε ποιος ήσουν.

Ήξερε τα παιδιά σου, μερικές φορές και τα εγγόνια σου. Του έστελνες γλυκά που έφτιαξε η γυναίκα σου και χριστουγεννιάτικες κάρτες τα Χριστούγεννα με ευχές και φρέσκα αυγά από το χωριό. Μπορεί να ήθελες να τον κάνεις νονό και σε κάποιο εγγόνι σου. Μπορούσες να τον πάρεις τηλέφωνο μέσα στη νύχτα και ταυτόχρονα ένιωθες μια μικρή ενοχή επειδή τον ενοχλούσες. Ήταν «ο άνθρωπός σου», ο μονίμως δυνητικός σωτήρας σου. Κάποιος θα έλεγε σε μια παρέα «ο τάδε έσωσε τον αδελφό μου», «έσωσε τον θείο μου», «του χρωστάμε πολλά».

Μόνο που αυτά τα «πολλά» δεν είχαν ποτέ ακριβές υλικό αντίκρισμα. Γιατί με τι ανταλλάσσεις μια ζωή; Πόσο κοστολογείται η δυνατότητα να ξανασηκωθείς από ένα κρεβάτι; Και πόσο πουλιέται τελικά η υγεία;

Για πάρα πολλά χρόνια ο γιατρός ήταν περίπου όπως ένας καλός ξυλουργός που αποκαθιστά ένα εύθραυστο έπιπλο ή μια δασκάλα που καταφέρνει να κάνει ένα παιδί να καταλάβει τι είναι τα μόρια και τα άτομα. Η ικανοποίηση δεν προκύπτει μόνο από το ότι βοηθάς έναν άνθρωπο, αλλά και από τη γνώση ότι κατέχεις μια δύσκολη τέχνη, ότι μπορείς να λύνεις σύνθετα προβλήματα και ότι η δεξιότητά σου έχει πραγματικό αντίκρισμα στη ζωή κάποιου άλλου.

Το ανθρώπινο σώμα θα μπορούσε να παρομοιαστεί με έναν πολύπλοκο μηχανισμό που επιβιώνει επειδή είναι γεμάτος πλεονασμούς: δύο νεφρά, δύο πνεύμονες, εφεδρείες, κυτταρικούς μηχανισμούς επιδιόρθωσης, αντίγραφα γονιδίων. Όπως ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας συνεχίζει να λειτουργεί επειδή τα κρίσιμα συστήματά του έχουν εφεδρείες, έτσι και το σώμα αντέχει βλάβες μέχρι τη στιγμή που μία ακόμη αρκεί για να καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα.

Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για μια κοινωνία.

Τα δημόσια νοσοκομεία, τα σχολεία, η στέγαση, οι κοινωνικές υπηρεσίες, το ΕΚΑΒ και οι μηχανισμοί ελέγχου δεν είναι περιττή γραφειοκρατία γύρω από έναν κατά τα άλλα αυτάρκη άνθρωπο. Είναι οι εφεδρείες μας. Τα γρανάζια χάρη στα οποία μια κοινωνία δεν καταρρέει όταν χαλάσει το πρώτο εξάρτημα.

Κι όμως, εδώ και δεκαετίες αυτά τα γρανάζια αντιμετωπίζονται περίπου σαν βάρος.

Από τον γιατρό στον «πάροχο»

Η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση και οι ευθύνες μένει να αποδοθούν. Όμως η εικόνα των τελευταίων ωρών της ζωής του είναι ήδη ανατριχιαστική καθώς το σώμα του έγινε έρμαιο στα χέρια μιας ιδιωτικής «σωτηρίας». Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το μηχάνημα πλασμαφαίρεσης σταμάτησε περίπου μιάμιση ώρα πριν κληθεί το ΕΚΑΒ, ενώ στο κινητό της γιατρού βρέθηκε διαγραμμένη φωτογραφία του τραγουδιστή ξαπλωμένου στο μηχάνημα χωρίς τις αισθήσεις της. Στον χώρο εντοπίστηκαν δύο μη δηλωμένα μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, όπου, σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, τέτοια διαδικασία δεν επιτρεπόταν.

Το ζήτημα όμως ξεπερνά μια συγκεκριμένη υπόθεση. Όταν η δημόσια υγεία υποχωρεί, η αγορά δεν αφήνει το κενό άδειο. Το γεμίζει με «πακέτα», «πρωτοποριακές θεραπείες», υποσχέσεις αντιγήρανσης και μακροζωίας και κάθε λογής μεσάζοντες της ελπίδας. Κάπως έτσι η υπόσχεση της θεραπείας μετατρέπεται σε υπόσχεση σωτηρίας – και η σωτηρία αποκτά τιμή. Η υγεία μετατρέπεται από δικαίωμα σε εμπόρευμα και ο ασθενής από πολίτης σε πελάτη.

Το κράτος-νυχτοφύλακας

Τον 19ο αιώνα ο Γερμανός σοσιαλιστής Φερντινάντ Λασάλ χρησιμοποίησε σκωπτικά τον όρο «κράτος-νυχτοφύλακας» για να περιγράψει το φιλελεύθερο κράτος που περιορίζει τη λειτουργία του σχεδόν αποκλειστικά στην προστασία της ιδιοκτησίας και των συμβάσεων, στην αστυνομία, στον στρατό και στην απονομή δικαιοσύνης. Ο όρος εμφανίζεται το 1862, στο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον του laissez-faire και του κλασικού φιλελευθερισμού, όταν η κρατική παρέμβαση στην οικονομία αντιμετωπιζόταν ως εμπόδιο στην ελευθερία των συναλλαγών. Το κράτος, σε αυτή την εικόνα, δεν αναλαμβάνει να εξασφαλίσει συλλογικά τις υλικές προϋποθέσεις της ζωής. Δεν εγγυάται υγεία, εκπαίδευση, στέγαση ή κοινωνική προστασία, αλλά κατά κάποιον τρόπο, προστατεύει την ιδιοκτησία, επιβάλλει τις συμβάσεις και διατηρεί την τάξη ώστε η αγορά να μπορεί να λειτουργεί ανενόχλητη.

Δεν ζούμε βέβαια σήμερα σε ένα «κράτος-νυχτοφύλακα» με την ιστορική έννοια του όρου. Υπάρχουν ακόμη δημόσια νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές παροχές και κρατικοί μηχανισμοί προστασίας. Όμως όπως όλα δείχνουν αυτή είναι η τάση. Υγεία, εκπαίδευση, στέγαση και ασφάλεια δεν εξαφανίζονται ως ανάγκες, αλλά μετατρέπονται σταδιακά από συλλογικά δικαιώματα σε ατομικές αγορές. Και τότε το ερώτημα δεν είναι πια τι χρειάζεσαι, αλλά τι μπορείς να πληρώσεις.

Στην ελληνική υγεία αυτό δεν αποτελεί απλώς θεωρητική συζήτηση. Οι άμεσες πληρωμές των ασθενών από την τσέπη τους αντιστοιχούσαν το 2023 περίπου στο 34% της συνολικής δαπάνης υγείας, ποσοστό υπερδιπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεκπλήρωτων αναγκών περίθαλψης στην Ευρώπη, με το κόστος να αποτελεί βασικό εμπόδιο στην πρόσβαση.

Η εμποροπανήγυρη της σωτηρίας

Η δημόσια υγεία έχει προφανώς τις δικές της αποτυχίες. Έχει αναμονές, ελλείψεις, εξουθενωμένους εργαζόμενους, λάθη, φακελάκια, δυσλειτουργίες και μια ιστορία κάθε άλλο παρά αγγελική. Το επιχείρημα υπέρ της δεν είναι ότι ο δημόσιος γιατρός είναι ηθικά ανώτερος από τον ιδιώτη, αλλά θεσμικό.

Σε ένα δημόσιο σύστημα η θεραπεία δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από το μάρκετινγκ εκείνου που την πουλά. Υπάρχουν –ή τουλάχιστον οφείλουν να υπάρχουν– πρωτόκολλα, επίπεδα ευθύνης, διαδικασίες, ειδικότητες, μονάδες, έλεγχοι και μια αλυσίδα λογοδοσίας. Δεν εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο επειδή ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε εκείνο που αγνοούν όλοι οι υπόλοιποι. Εμπιστεύεσαι μια συσσωρευμένη επιστημονική γνώση που δεν ανήκει προσωπικά σε κανέναν και η οποία υπόκειται διαρκώς σε έλεγχο, αμφισβήτηση και επαλήθευση.

Η αποδυνάμωση της δημόσιας υγείας, επομένως, δεν σημαίνει απλώς περισσότερες ιδιωτικές κλινικές. Σημαίνει και μια μετατόπιση της εξουσίας από τον θεσμό στον πωλητή, από το πρωτόκολλο στο «εγώ κάνω κάτι που δεν κάνει κανένας άλλος», από τον πολίτη που έχει δικαίωμα στην περίθαλψη στον καταναλωτή που καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε πακέτα υπηρεσιών χωρίς να διαθέτει την επιστημονική γνώση για να κρίνει αυτό που αγοράζει.

Ο οικονομολόγος Κένεθ Άροου είχε εξηγήσει ήδη από το 1963 γιατί η ιατρική δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως μια συνηθισμένη αγορά. Η σχέση γιατρού και ασθενούς χαρακτηρίζεται από βαθιά ασυμμετρία πληροφόρησης: εκείνος που χρειάζεται τη θεραπεία δεν διαθέτει τη γνώση εκείνου που την προτείνει. Επιπλέον, η ανάγκη για περίθαλψη είναι απρόβλεπτη και συχνά επείγουσα. Ο άνθρωπος που πονά, φοβάται ή κινδυνεύει δεν βρίσκεται στη θέση του ψύχραιμου «ορθολογικού καταναλωτή» που συγκρίνει προϊόντα, τιμές και ποιότητες προτού αποφασίσει.

Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της περίφημης «ελεύθερης επιλογής». Δεν συγκρίνεις τιμοκαταλόγους όταν παθαίνεις ανακοπή. Δεν κάνεις έρευνα αγοράς όταν κάποιος σου λέει ότι μπορεί να σου σώσει τη ζωή. Και όταν φοβάσαι για το σώμα σου, η ελευθερία επιλογής μπορεί εύκολα να μετατραπεί στην ελευθερία κάποιου άλλου να εμπορευτεί τον φόβο σου.

Το ίδιο μοντέλο επανέρχεται και έξω από τα νοσοκομεία. Στη στέγαση, ένα σπίτι μετατρέπεται από βασική ανάγκη σε επενδυτικό προϊόν. Στην εκπαίδευση, η ποιότητα εξαρτάται ολοένα περισσότερο από όσα μπορεί να αγοράσει μια οικογένεια. Στις μεταφορές και στις υποδομές, το Δημόσιο συχνά εξακολουθεί να επωμίζεται το κόστος και το ρίσκο ενώ ο ιδιώτης κρατά το κέρδος. Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται και τα σπασμένα κοινωνικοποιούνται.

Κάπως έτσι αφαιρούνται ένα ένα τα γρανάζια. Ένα νοσοκομείο χωρίς προσωπικό, ένα σχολείο χωρίς δασκάλους, η κατοικία παραδομένη στην κερδοσκοπία, ένας ελεγκτικός μηχανισμός χωρίς δύναμη. Το σύστημα εξακολουθεί για λίγο να λειτουργεί, όπως το σώμα που αντέχει διαδοχικές βλάβες. Μέχρι να έρθει εκείνη η μία επιπλέον βλάβη που δεν μπορεί πια να απορροφήσει.

Και τότε θυμόμαστε ότι αυτά που μάθαμε να αποκαλούμε «σπάταλο κράτος» ήταν οι εφεδρείες μας.

Η ιστορία της δημόσιας υγείας είναι η ιστορία αυτών των γραναζιών. Και η πολιτική μάχη γύρω από αυτήν δεν είναι ανάμεσα στον «καλό» δημόσιο γιατρό και στον «κακό» ιδιώτη. Είναι ανάμεσα σε στη ζωή ως δικαίωμα και στη ζωή ως εμπόρευμα.

Γιατί όταν η υγεία, η εκπαίδευση, η στέγαση και η ασφάλεια αφήνονται στην εμποροπανήγυρη της ελεύθερης αγοράς, ο καθένας μας εξαρτάται από το τι μπορεί να αγοράσει και από το ποιον θα πιστέψει.

ΠΗΓΗ 

*** 

7 χρόνια αδιαφορίας για τα “ιατρεία” του θανάτου


Του Δημήτρη Σούλτα*


Ο Άδωνις Γεωργιάδης δήλωσε ότι θα συγκροτηθεί επιτροπή (σατανικό!) για να ερευνήσει πώς λειτουργούν αυτά τα «ιατρεία» σαν κι αυτό στο Κολωνάκι, που οδήγησε στον θάνατο τον Μαζωνάκη.

Πρώτ’ απ’ όλα το «συγκροτείται επιτροπή» στην Ελλάδα είναι από τα διαρκή πιο σύντομα ανέκδοτα.

Δεύτερον, τι εμπόδιζε την κυβέρνηση στα 7 χρόνια που κυβερνά να τα ελέγξει; Βρωμάει ο τόπος από τέτοια που υπόσχονται περίπου αθανασία. Μερικά απ’ αυτά μας τα βγάζει και ο αλγόριθμος μπροστά στα μάτια μας. Κανείς από την κυβέρνηση δεν έτυχε να τα δει; Κανείς δεν θεώρησε ότι κάτι ύποπτο υπάρχει εδώ που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ανθρώπων;

Πού ακριβώς ήταν ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος που υποτίθεται ότι ελέγχει αυτά τα κέντρα; Ο Πατούλης είπε ότι έγιναν δύο έλεγχοι. Τι ακριβώς έλεγξε η επιτροπή τους; Δεν τους έκανε καν εντύπωση το γεγονός ότι δεν υπήρχε καν ταμπέλα του ιατρείου στην είσοδο;

Γιατί εν τέλει είναι νόμιμο να αγοράζει κανείς αυτά τα μηχανήματα; Γιατί δεν έχουν τεθεί όροι για την αγορά τους; Γιατί μπορεί ο καθένας, που δεν έχει την ειδικότητα για να εκτελεί ανάλογες ιατρικές πράξεις, που δεν έχει το ιατρείο του τις υποδομές για να τις εκτελεί μπορεί να τα αγοράζει;

Να σας πω γιατί. Γιατί στο νεοφιλελεύθερο σύμπαν σημασία έχει η «αγορά», σημασία έχει ο «τζίρος». Η ασφάλεια των πολιτών έπεται. Σημασία έχει να μεγαλώνει ένας κλάδος και να το πουλάμε ως ανάπτυξη. Δεν έχει σημασία αν πουλάει φύκια, αέρα κοπανιστό ή ανάσταση νεκρών. Αρκεί να πουλάει.

Πάρτε ως παράδειγμα κάτι πολύ απλό. Κάποια στιγμή ιδρύθηκαν κάποιες εταιρείες και γέμισαν τις πόλεις με πατίνια. Με ποιες προϋποθέσεις; Με καμία. Ιδρύεις μία ΙΚΕ, χύμα πατίνια στους δρόμους, χωρίς κανέναν έλεγχο ποιος έχει την ικανότητα να τα οδηγήσει. Έπρεπε να πάνε κάποιοι πιτσιρικάδες στον άλλο κόσμο για να δημιουργήσουμε «νομικό πλαίσιο». Γιατί; Γιατί «σ’ αγαπώ, ω εταιρεία».

Τώρα θα αρχίσουν οι επιτροπές και το «πλαίσιο» και η «προστασία», μέχρι να ξαναέρθει μπροστά μας η είδηση για έναν θάνατο, κυρίως κάποιου επωνύμου και να ξανασοκαριστούμε. Γιατί μία είναι η αξία: Η «αγορά».

* Ο Δημήτρης Σούλτας είναι δημοσιογράφος

Πηγή: Social media μέσω neostrategy.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου