Για τα άμφια χρήμα – για τους εκπαιδευτικούς «α, φεύγουν, κρίμα». Κάτι σαν… 1968- 1971!, του Διονύση Ελευθεράτου
Πριν από αρκετές ημέρες, ο γράφων συζητούσε στα ερτζιανά με τον – συνταξιούχο, πλέον – εκπαιδευτικό Βασίλη Μακρή, επί χρόνια διευθυντή δημοτικού σχολείου και νυν συμμετέχοντα στις μελέτες και έρευνες της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας (ΔΟΕ). Αφορμή της συζήτησης ήταν αυτό που ανέδειξε η πρόσφατη δημοσιοποίηση των στοιχείων από τις προκηρύξεις του ΑΣΕΠ, σχετικά με την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Δηλαδή ότι φέτος υπέβαλαν αιτήσεις για να εργαστούν 21.866 εκπαιδευτικοί λιγότεροι από όσους το είχαν κάνει το 2023. Σε ποσοστό, αυτή η μείωση αντιστοιχεί στο 14,35%.
Καθώς ο Β. Μακρής ανέλυε τους (πολλούς) λόγους, για τους οποίους τόσοι λειτουργοί απογοητεύονται και παραιτούνται από το στόχο της εργασίας σε δημόσια σχολεία, εμφανίστηκε στην υπολογιστή μήνυμα ακροάτριας, εκπαιδευτικού, που αναφερόταν στην μισθολογική παράμετρο του ζητήματος: «Για τους ιερείς, πάντως, χρήμα υπάρχει». Το μήνυμα αφορούσε την πρόσφατη επιλογή της κυβέρνησης (και το σχετικό άρθρο νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών) να αυξηθούν κατακόρυφα οι μισθοί των ιεραρχών της Εκκλησίας – αρχιεπισκόπου, μητροπολιτών, βοηθών επισκόπων, κλπ. Πόσο «κατακόρυφα»; Κατά 60,3% έως 64,5% για τον αρχιεπίσκοπο και κατά 88,8% έως 94,7% για τον κάθε μητροπολίτη.
Το μήνυμα της ακροάτριας προκάλεσε έναν συνειρμό. Κάτι μου θύμισε αυτή η συσχέτιση, ή μάλλον η αντιδιαστολή, ανάμεσα στη συμπεριφορά της κεντρικής κρατικής εξουσίας προς τους εκπαιδευτικούς και την αντίστοιχη προς ιερωμένους; Θύμισε κάτι από εποχές παλιές και… «εθνοσωτήριες». Με διαφορές, βεβαίως. Αλλά και με διαφορετική τη χρονική «καμπύλη» που ενώνει τα των ευνοούμενων και τα των «παρακατιανών». Στις ημέρες μας – που όλα γίνονται πιο γρήγορα – αυτά τα χωρίζουν λίγες ημέρες. Τότε, στην εποχή του «γύψου», σχεδόν τρία χρόνια.
«Εις αναγνώρισιν των υπηρεσιών των προς το έθνος»
Ήταν Πέμπτη, 2 Μαΐου του 1968, όταν ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος και ο υπουργός Παιδείας, Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, έσπευσαν στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου. Εκεί, ο δικτάτορας ανακοίνωσε ότι οι κληρικοί θα εντάσσονταν μισθολογικά στην κλίμακα των δημοσίων υπαλλήλων, «εις αναγνώρισιν των υπηρεσιών των προς το έθνος». Ο Γ. Παπαδόπουλος απήλθε τιμημένος με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Αποστόλου Παύλου», που του απονεμήθηκε σε ένδειξη βαθύτατης ευγνωμοσύνης. Εξυπακούεται ότι ο δικτάτορας ανέμενε κυρίως μια διαφορετική – και διαρκή – έμπρακτη έκφραση ευγνωμοσύνης: Τα κηρύγματα από τον άμβωνα και όλα τα επί μέρους στοιχεία της συμπεριφοράς των κληρικών θα έπρεπε είναι άκρως φιλικά προς το χουντικό καθεστώς.
Όταν η πανηγυρική ανακοίνωση του δικτάτορα έγινε νόμος, ο κατώτατος μισθός των κληρικών αυξήθηκε σχεδόν κατά 30%. Ήταν η δεύτερη μεγάλη επίδειξη κρατικής μέριμνας προς τους ιερωμένους, έπειτα από τον Σεπτέμβριο του 1945, όταν καθιερώθηκε η μισθοδοσία τους και από την Πολιτεία, σε ποσοστό 35% (το υπόλοιπο 65% το κάλυπτε η Εκκλησία).















