
“Ο αγώνας για το νερό: από την απόπειρα ιδιωτικοποίησης στη νέα φάση εμπορευματοποίησης” του Πέτρου Μπαστέα
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία του Πέτρου Μπαστέα, μέλους της Γραμματείας του ΣΕΚΕΣ για Δημόσια ΕΥΔΑΠ, συνταξιούχου, πρώην μέλους Δ.Σ. Συλλόγου Προσωπικού ΕΥΔΑΠ και Δ.Σ. Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΕΥΔΑΠ, την Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026, στη συζήτηση στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Αθήνας με θέμα “Ο αγώνας για το νερό: λειψυδρία, αρπαγή, σπατάλη, εμπορευματοποίηση. Το νερό είναι δικαίωμα, όχι εμπόρευμα”
__________________________
Ο αγώνας για το νερό: από την απόπειρα ιδιωτικοποίησης στη νέα φάση εμπορευματοποίησης
Φίλες και φίλοι,
Σήμερα συζητάμε για το νερό, τη λειψυδρία, αλλά και την εμπορευματοποίηση του νερού. Δεν συζητάμε απλώς για ένα περιβαλλοντικό ζήτημα. Συζητάμε για ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα: ποιος αποφασίζει για το νερό, με ποια κριτήρια και προς όφελος ποιου.
Το νερό δεν είναι ένα προϊόν σαν όλα τα άλλα. Δεν είναι εμπόρευμα. Είναι όρος για την ύπαρξη της ζωής. Είναι προϋπόθεση για τη δημόσια υγεία, την αξιοπρεπή διαβίωση, την αγροτική παραγωγή και την περιβαλλοντική ισορροπία.
Ακόμη και το ίδιο το σχέδιο για την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, που βρίσκεται μέχρι τις 22/7 σε διαβούλευση, αναγνωρίζει — εμείς λέμε ότι αναγκάστηκε να το κάνει — ότι το νερό είναι «αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό» και «στρατηγικό εθνικό απόθεμα», κρίσιμο για τη δημόσια υγεία, την επισιτιστική ασφάλεια και την περιβαλλοντική ισορροπία.
Ακριβώς επειδή το νερό είναι τόσο σημαντικό, βρίσκεται διαρκώς στο στόχαστρο των κερδοσκοπικών ιδιωτικών συμφερόντων.
Α’ ΦΑΣΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ
Τα τελευταία δεκαπέντε και πλέον χρόνια, κυβερνήσεις, μνημονιακοί μηχανισμοί και ιδιωτικά συμφέροντα προσπάθησαν επανειλημμένα να ανοίξουν τον δρόμο για την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση της δημόσιας περιουσίας και των δημόσιων επιχειρήσεων.
Το πέτυχαν σε πολλούς τομείς: στην ενέργεια, στις τηλεπικοινωνίες, στους δρόμους, στα λιμάνια, στα αεροδρόμια.
Στο νερό, όμως, δεν το πέτυχαν.
Η ιστορία αυτή έχει συγκεκριμένους σταθμούς. Εν συντομία:
Το 1999-2001 έγινε η πρώτη μεγάλη τομή: ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ μπήκαν στο Χρηματιστήριο. Το Δημόσιο έπαψε να κατέχει το 100% της ιδιοκτησίας και κράτησε την πλειοψηφία. Ήταν η πρώτη μερική ιδιωτικοποίηση.
Μετά, στα χρόνια των μνημονίων, επιχειρήθηκε η πλήρης ιδιωτικοποίηση μέσω ΤΑΙΠΕΔ.
Η απάντηση ήρθε το 2014, όταν η Ολομέλεια του ΣτΕ ακύρωσε τη μεταβίβαση μετοχών της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ ως αντισυνταγματική.
Το ΣτΕ αναγνώρισε στην πράξη ότι το νερό, ως απολύτως αναγκαίο αγαθό για την ανθρώπινη ζωή, δεν μπορεί να παραδίδεται στη λογική του ιδιωτικού κέρδους.
Το 2016, στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου, ψηφίσθηκε η υπαγωγή των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στο Υπερταμείο.
Το 2017 εμφανίστηκε νέα μορφή επίθεσης: όχι απευθείας πώληση, αλλά τιμολόγηση. Η ΚΥΑ για τους κανόνες τιμολόγησης του νερού επικαλέστηκε την ευρωπαϊκή Οδηγία και την «ανάκτηση κόστους». Το ΣτΕ, με την απόφαση 2519/2022, ακύρωσε και αυτή την υπουργική απόφαση.
Το 2021 επιχειρήθηκε η παραχώρηση της διαχείρισης του Εξωτερικού Υδροδοτικού Συστήματος της Αθήνας σε ιδιωτικές εταιρείες. Δηλαδή δεν πουλούσαν ευθέως την ΕΥΔΑΠ, αλλά επιχειρούσαν να αφαιρέσουν από αυτήν τη διαχείριση της καρδιάς του υδροδοτικού συστήματος. Και αυτό ακυρώθηκε με την απόφαση 1886/2022 του ΣτΕ ως παράνομη μορφή έμμεσης ιδιωτικοποίησης.
Την ίδια χρονιά ήρθε και η νέα μεγάλη ανατροπή. Οι αποφάσεις 190 και 191 του 2022 της Ολομέλειας του ΣτΕ έκριναν αντισυνταγματική την ένταξη των δημόσιων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης στο Υπερταμείο.
Όμως η κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε. Με τα άρθρα 114 και 115 του ν. 4964/2022 επιχείρησε να κρατήσει τις ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στο Υπερταμείο, ακυρώνοντας στην πράξη το αποτέλεσμα των αποφάσεων του ανώτατου δικαστηρίου.
Δηλαδή δεν είχαμε απλώς μία εμμονή στην ιδιωτικοποίηση. Είχαμε και απόπειρα παράκαμψης των ίδιων των αποφάσεων του ΣτΕ.
Ακολούθησε προσφυγή στην Επιτροπή Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις αποφάσεις 7 και 8 του 2023, η Επιτροπή διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση της κυβέρνησης και έδωσε προθεσμία για την επιστροφή των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ από το Υπερταμείο στο Δημόσιο.
Η νίκη του κινήματος για το δημόσιο νερό επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά τον Απρίλιο του 2023. Την ώρα που δεκάδες χιλιάδες πολίτες συγκεντρώνονταν στη Θεσσαλονίκη, στη μεγάλη συναυλία «Υπερασπίσου το Νερό», που διοργάνωσε το Σωματείο Εργαζομένων της ΕΥΑΘ στην Πλατεία Αριστοτέλους, το πολιτικό μήνυμα ήταν σαφές: το νερό δεν πωλείται, δεν παραχωρείται, δεν γίνεται εμπόρευμα.
Λίγες ημέρες μετά, κάτω από το βάρος των αποφάσεων του ΣτΕ και της μεγάλης κοινωνικής πίεσης, ο ίδιος ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να δηλώσει ότι το νερό είναι και θα παραμείνει δημόσιο αγαθό και ότι οι ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ θα επιστρέψουν στον έλεγχο του Δημοσίου, φεύγοντας από το Υπερταμείο.
Αυτό δεν ήταν κυβερνητική γενναιοδωρία. Ήταν αποτέλεσμα αγώνα. Ήταν η απόδειξη ότι όταν οι εργαζόμενοι, οι τοπικές κοινωνίες, τα σωματεία, οι κινήσεις πολιτών και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις συγκρούονται οργανωμένα και επίμονα, μπορούν να επιβάλουν ρωγμές ακόμη και σε κεντρικές κυβερνητικές επιλογές.
Χωρίς τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων, με ιδιαίτερη μνεία στο ΣΕΚΕΣ, στο Σωματείο Εργαζομένων της ΕΥΑΘ και στην Πρωτοβουλία για τη Διασφάλιση της Δημόσιας Διαχείρισης του Νερού, χωρίς τις προσφυγές, χωρίς τις συμμαχίες με την κοινωνία, χωρίς τις κινήσεις πολιτών και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, η κατάσταση σήμερα θα ήταν πολύ διαφορετική.
Άρα το συμπέρασμα είναι καθαρό:
Το νερό μέχρι σήμερα δεν ιδιωτικοποιήθηκε επειδή δεν μπόρεσαν. Όχι επειδή δεν το επιδίωξαν.
Και δεν μπόρεσαν γιατί υπήρξε κίνημα. Υπήρξαν κοινωνικές αντιστάσεις, κινητοποιήσεις, νομικές μάχες, συνδικαλιστικές παρεμβάσεις, κινήσεις πολιτών, περιβαλλοντικές οργανώσεις και αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έβαλαν φραγμό.
Αυτό είναι η μεγάλη νίκη του κινήματος για το δημόσιο νερό. Και πρέπει να το λέμε καθαρά.
Β’ ΦΑΣΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ
Όμως, ακριβώς επειδή δεν πέρασε η άμεση ιδιωτικοποίηση, τώρα περνάμε σε άλλη φάση.
Η νέα φάση δεν λέει ευθέως «πουλάμε το νερό». Λέει:
- ρυθμίζουμε,
- κοστολογούμε,
- τιμολογούμε,
- ανακτούμε κόστος,
- συγχωνεύουμε παρόχους,
- φτιάχνουμε μεγάλα έργα,
- βάζουμε ΣΔΙΤ,
- φέρνουμε επενδυτές,
- κάνουμε την ΕΥΔΑΠ και τις ΔΕΥΑ πιο ισχυρές και κυρίαρχες σε βάρος των Δήμων.
Η γλώσσα άλλαξε. Ο στόχος όχι.
Το 2023, με τον νόμο 5037, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας μετονομάστηκε σε Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων και απέκτησε αρμοδιότητες στις υπηρεσίες ύδατος.
Το κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής παρουσιάζει τη ΡΑΑΕΥ ως «καθοριστική θεσμική πρόοδο» και ως ανεξάρτητη αρχή που αξιολογεί τους παρόχους με ενιαία κριτήρια, ελέγχει την οικονομική βιωσιμότητα, τυποποιεί διαδικασίες και ασκεί εποπτεία.
Εδώ πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν αρκεί να λέμε γενικά «η ΡΑΑΕΥ είναι ιδιωτικοποίηση». Το πραγματικό ζήτημα είναι πιο σύνθετο και πιο επικίνδυνο.
Η ΡΑΑΕΥ δεν πουλάει μόνη της το νερό.
Δημιουργεί όμως το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο το νερό αντιμετωπίζεται ως ρυθμιζόμενη υπηρεσία με οικονομικούς δείκτες, κοστολόγηση, τιμολόγηση, συγκριτική αξιολόγηση και υποχρέωση ανάκτησης κόστους.
Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να πατήσει η εμπορευματοποίηση.
Η ίδια λογική υπάρχει και στη νέα ΚΥΑ τιμολόγησης του 2024. Η ΚΥΑ 103755, ΦΕΚ Β’ 5438/27.09.2024, καθορίζει γενικούς κανόνες κοστολόγησης και τιμολόγησης υπηρεσιών ύδατος και διαδικασίες ανάκτησης κόστους.
Από τη θεσμική ρύθμιση περνάμε στην οικονομική πειθάρχηση των παρόχων και τελικά των πολιτών.
Η Εθνική Στρατηγική το λέει με τεχνοκρατική γλώσσα: προωθείται η πλήρης και δίκαιη ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών ύδατος, με εφαρμογή των αρχών «ο ρυπαίνων πληρώνει» και «ο χρήστης πληρώνει».
Προβλέπονται επίσης οικονομικά εργαλεία, διαφοροποίηση τιμολόγησης ανά χρήση, προοδευτική τιμολόγηση και κοινωνικά τιμολόγια.
ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ
Η λειψυδρία δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Η ξηρασία είναι φυσικό φαινόμενο. Η λειψυδρία είναι κυρίως ζήτημα διαχείρισης: όταν η ζήτηση, η σπατάλη, οι απώλειες, το μοντέλο ανάπτυξης και η κακή κατανομή ξεπερνούν τη δυνατότητα των υδατικών πόρων.
Στα δίκτυα χάνονται μεγάλες ποσότητες νερού. Στην άρδευση υπάρχουν τεράστιες σπατάλες. Σε νησιά και τουριστικές περιοχές προωθείται ένα μοντέλο ανάπτυξης που καταναλώνει νερό σαν να είναι ανεξάντλητο.
Στην Αττική προστίθενται πιέσεις από real estate, μεγάλες πολεοδομικές επεκτάσεις, τουρισμό, data centers και γενικά υδροβόρες επενδύσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν μόνο «δεν βρέχει». Το πρόβλημα είναι και τι ανάπτυξη κάνουμε, ποιες χρήσεις προτεραιοποιούμε και ποιος έχει δικαίωμα να καταναλώνει χωρίς πραγματικό έλεγχο.
Εδώ εντάσσονται και τα μεγάλα έργα, όπως ο «Εύρυτος», οι εκτροπές και οι αφαλατώσεις.
Όταν η λειψυδρία παρουσιάζεται αποκλειστικά ως φυσική καταστροφή, τότε η απάντηση εμφανίζεται δήθεν αυτονόητη: περισσότερα έργα, περισσότερες μεταφορές νερού, περισσότερες αφαλατώσεις, περισσότερες εργολαβίες.
Όταν όμως τη δεις ως κρίση διαχείρισης, τότε προκύπτουν άλλες προτεραιότητες:
- μείωση απωλειών,
- συντήρηση δικτύων,
- επαναχρησιμοποίηση,
- εξοικονόμηση,
- αλλαγή αρδευτικών πρακτικών,
- περιορισμός υδροβόρων χρήσεων,
- δημοκρατικός δημόσιος σχεδιασμός.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιος πληρώνει τελικά;
Γιατί άλλο πράγμα είναι να πληρώνει ο μεγάλος ρυπαντής, ο υπερκαταναλωτής, ο τουριστικός και βιομηχανικός όμιλος, η υδροβόρα δραστηριότητα.
Και άλλο πράγμα είναι να μεταφέρεται το κόστος των υποδομών, της κακοδιαχείρισης και των μεγάλων έργων στους οικιακούς καταναλωτές.
Αν η «ανάκτηση κόστους» σημαίνει αυξήσεις στους λογαριασμούς, τότε δεν μιλάμε για περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Μιλάμε για ξεκάθαρη ταξική μεροληψία στη μεταφορά του οικονομικού βάρους.
Στην Ελλάδα η δημόσια συζήτηση εστιάζει σχεδόν πάντα στον πολίτη: να μην αφήνει τη βρύση ανοιχτή, να κάνει οικονομία, να πληρώσει περισσότερο.
Όμως η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή.
Η λειψυδρία είναι υπαρκτό πρόβλημα, αλλά δεν είναι μόνο ζήτημα καιρού. Είναι και ζήτημα διαχείρισης, απωλειών, σπατάλης και μοντέλου ανάπτυξης. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι «δεν βρέχει», αλλά και το πού πηγαίνει το νερό, ποιος το καταναλώνει, ποιος το σπαταλά και ποιος πληρώνει τελικά το κόστος.
Γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο μεγάλα έργα, εκτροπές, αφαλατώσεις και εργολαβίες. Χρειάζονται επενδύσεις στα δίκτυα, εξοικονόμηση, επαναχρησιμοποίηση, αλλαγή αρδευτικών πρακτικών, περιορισμός υδροβόρων χρήσεων και δημόσιος δημοκρατικός σχεδιασμός.
ΔΕΥΑ, ΕΥΔΑΠ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
Το ίδιο ισχύει και για τις ΔΕΥΑ.
Η Εθνική Στρατηγική καταγράφει πάνω από 700 παρόχους υπηρεσιών ύδατος, μεταξύ των οποίων 129 ΔΕΥΑ, 190 δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης και πάνω από 450 παρόχους άρδευσης.
Το επίσημο πρόβλημα το ονομάζουν «κατακερματισμός». Η προτεινόμενη κατεύθυνση είναι ο «εξορθολογισμός» και η «ενδυνάμωση» των παρόχων, η μετάβαση από το σημερινό κατακερματισμένο μοντέλο σε νέο σύστημα παροχής υπηρεσιών, με κριτήρια επιχειρησιακής ικανότητας, οικονομικής βιωσιμότητας και δυνατότητας πλήρους ανάκτησης κόστους.
Στην πράξη, αυτό ανοίγει τον δρόμο για συγχωνεύσεις ΔΕΥΑ, συγκεντροποίηση, απομάκρυνση από τον τοπικό κοινωνικό έλεγχο και λειτουργία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Το πρόβλημα των ΔΕΥΑ είναι πραγματικό: υποχρηματοδότηση, χρέη, ελλείψεις προσωπικού, κακή συντήρηση, αδυναμία κοστολόγησης.
Αλλά η απάντηση δεν μπορεί να είναι να γίνουν οι ΔΕΥΑ μικρές επιχειρήσεις νερού, πειθαρχημένες από τη ΡΑΑΕΥ και πιεσμένες να αυξάνουν τιμολόγια.
Η απάντηση πρέπει να είναι δημόσια χρηματοδότηση, τεχνική ενίσχυση, προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, διαφάνεια, κοινωνικός έλεγχος, μείωση απωλειών, προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και χρέωση των μεγάλων υδροβόρων χρήσεων με δίκαιο και αυστηρό τρόπο.
Το ίδιο ζήτημα υπάρχει και στην ΕΥΔΑΠ.
Το ενδιαφέρον των ιδιωτικών ομίλων δεν είναι θεωρητικό. Φάνηκε καθαρά με την είσοδο της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στη μετοχική σύνθεση της ΕΥΔΑΠ, με ποσοστό 12,7637%. Δεν πρόκειται για ουδέτερη χρηματιστηριακή κίνηση. Είναι ένδειξη ότι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι βλέπουν το νερό ως πεδίο σταθερών αποδόσεων, κρίσιμων υποδομών και μελλοντικών έργων.
Και αυτό συνδέεται με τον τεράστιο επενδυτικό κύκλο που ανοίγει στον κλάδο. Οι ανάγκες για υποδομές νερού εκτιμώνται σε πάνω από 10 δισ. ευρώ έως το 2040. Άρα η μάχη για το νερό δεν αφορά μόνο τη βρύση του πολίτη. Αφορά έναν ολόκληρο κύκλο έργων, χρηματοδοτήσεων, εργολαβιών και ελέγχου κρίσιμων υποδομών.
Από μια επιχείρηση με χιλιάδες εργαζόμενους, τεχνογνωσία και δημόσιο ρόλο, οδηγείται σταδιακά σε μοντέλο εταιρείας-κέλυφος: λιγότερο μόνιμο προσωπικό, περισσότερες εργολαβίες, περισσότερη εξάρτηση από εξωτερικούς αναδόχους.
Όταν κρίσιμες λειτουργίες περνούν σε εργολάβους, τότε η ιδιωτικοποίηση δεν χρειάζεται πάντα να γίνει με πώληση μετοχών. Γίνεται μέσα από την καθημερινή λειτουργία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Άρα σήμερα το δίλημμα είναι σαφές.
Από τη μία πλευρά υπάρχει το μοντέλο του νερού ως εμπορεύματος:
- ρυθμιστική αρχή,
- οικονομική βιωσιμότητα,
- πλήρης ανάκτηση κόστους,
- μεγάλα έργα,
- ΣΔΙΤ,
- εργολαβίες,
- συγχωνεύσεις,
- αυξήσεις τιμολογίων,
- εγγυημένες αποδόσεις.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει το μοντέλο του νερού ως κοινού αγαθού:
- δημόσια διαχείριση
- κοινωνικός έλεγχος
- καθολική πρόσβαση
- ποιοτικό και οικονομικά προσιτό νερό
- προστασία των υδατικών οικοσυστημάτων
- επενδύσεις στα δίκτυα
- εξοικονόμηση
- επαναχρησιμοποίηση
- αγροτική αναδιάρθρωση
- περιορισμός υδροβόρων δραστηριοτήτων (data centers)
Και πρέπει να είμαστε καθαροί: δημόσιο δεν σημαίνει απλώς κρατικό στα χαρτιά.
Δημόσιο σημαίνει να υπηρετεί κοινωνικές ανάγκες. Σημαίνει λογοδοσία. Σημαίνει διαφάνεια. Σημαίνει εργαζόμενοι με δικαιώματα και τεχνογνωσία.
Σημαίνει ότι οι αποφάσεις για το νερό δεν λαμβάνονται με βάση τα μερίσματα, αλλά με βάση τη ζωή, την υγεία, το περιβάλλον και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Ο αγώνας λοιπόν συνεχίζεται. Και μπαίνει σε νέα φάση.
Το νερό δεν είναι επενδυτικό πεδίο. Δεν είναι ευκαιρία για εγγυημένες αποδόσεις. Δεν είναι μηχανισμός μεταφοράς κόστους στους πολίτες.
Είναι δικαίωμα.
Και γι’ αυτό το μήνυμα της σημερινής εκδήλωσης πρέπει να είναι καθαρό:
Η λειψυδρία είναι υπαρκτό πρόβλημα. Αλλά δεν θα επιτρέψουμε να γίνει πρόσχημα για την εμπορευματοποίηση του νερού.
Η απάντηση στη λειψυδρία δεν είναι να πληρώσει περισσότερο ο πολίτης.
Δεν είναι να παραδοθούν τα δίκτυα στους εργολάβους.
Δεν είναι να βαφτιστεί η ιδιωτικοποίηση «μεταρρύθμιση».
Δεν είναι να γίνουν οι ΔΕΥΑ και η ΕΥΔΑΠ μηχανισμοί αγοράς.
Η απάντηση είναι δημόσιο νερό, δημοκρατικός σχεδιασμός, κοινωνικός έλεγχος, επενδύσεις στις υποδομές, προστασία των φυσικών πόρων και αλλαγή του υδροβόρου μοντέλου ανάπτυξης.
Γιατί το νερό δεν είναι εμπόρευμα.
Είναι ζωή.
Και η ζωή δεν κοστολογείται με όρους αγοράς.
“Το πρόβλημα του νερού παραμένει ανοιχτό”
Τίτος Πατρίκιος
“Μην αμελήσετε /πάρτε μαζί μας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία”
Μιχάλης Κατσαρός
***
- ΑΚΟΥΣΤΕ & ΔΕΙΤΕ:
Κώστας Λυμπέρης στην EΡΤnews radio: “Το νομοσχέδιο επιχειρεί να κάνει το νερό σαν το ρεύμα (ακριβό)” [ΗΧΗΤΙΚΟ]
Τη Δευτέρα 13/7 ο Κώστας Λυμπέρης μέλος του ΔΣ της ΟΜΕ ΕΥΔΑΠ, Γ.Γ. του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού και μέλος της Γραμματείας του ΣΕΚΕΣ για Δημόσια ΕΥΔΑΠ ήταν καλεσμένος στην εκπομπή “Έχουμε και Λέμε”. Mίλησε στο δημοσιογράφο Γιώργο Πίκουλα για το νέο νομοσχέδιο επέκτασης ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ και την λειψυδρία.
Ακούστε το ηχητικό εδώ ▶️
***
Γ. Αρχοντόπουλος, Πρόεδρος Σωματείου Εργ. ΕΥΑΘ: «Νομοσχέδιο … “πάμε κι όπου βγει”» (VIDEO)
ΠΗΓΗ: sekes-eydap.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου