Τόνια Παντελαίου: “Η Πάρος δεν ήταν ξερονήσι. Το κάναμε όμως”
Κάπου διάβασα για την φωτιά στην Πάρο πως “οι φωτιές της Κόλασης καίνε τον Παράδεισο” και το βρήκα απόλυτα σωστό ως περιγραφή. Αυτό που έβλεπα χτες το βράδυ απ’ τα δυτικά της Νάξου σου έκοβε την ανάσα. Παρακαλούσα τον άνεμο να πάψει σαν ένα παιδάκι που ζητά να φύγει η επίδραση του άσχημου ονείρου που το τρόμαξε.
Όμως ο εφιάλτης που ζούμε στα νησιά τα τελευταία χρόνια με την υπερδόμηση, τ’ ατέλειωτα αυτοκίνητα στους δρόμους, το σαφάρι της στάθμευσης, την απομύζηση των φυσικών πόρων, την ληστρική εκμετάλλευση κάθε κόκκου άμμου που διαθέτουν οι παραλίες μας και κάθε σπιθαμής γης, δεν είναι μεταφυσικός. Και όνομα έχει και πρόσωπο, καθώς και προσωπεία. Κι έχει κι ένα παράδοξο: Μοιάζει ακριβώς μ’ εκείνον το εφιάλτη που βλέπεις στον ύπνο σου πως φωνάζεις για ν’ ακουστείς, αλλά κανείς δεν ακούει, ενώ όλοι σε κοιτούν. Θέλεις να τρέξεις να προλάβεις το μη αναστρέψιμο, αλλά διαρκώς βρίσκεις μπροστά σου εμπόδια και τα πόδια σου γίνονται βαριά σε κάθε βήμα. Μόνο που από ένα εφιαλτικό όνειρο ξυπνάς και νιώθεις ανακούφιση…στην προκειμένη περίπτωση είσαι ξύπνιος και ζεις την πραγματικότητα.
Χτες κάηκε ένα κομμάτι της Πάρου που είχε ξεφύγει από την υπερτουριστική λαίλαπα. Δεν ήταν “βράχια” όσα κάηκαν, ούτε απλά “ξερό χορτάρι”. Ήταν η Πάρος που αγαπήθηκε… πριν γίνει απλά ένα νησί.
Γράφει η Τόνια Παντελαίου, μέλος της Κίνησης Πολιτών Πάρου:
“Καμάρι, 4 π.μ.
Η φωτιά πέρασε γύρω από το Καμάρι, αλλά δεν έφτασε στον κεντρικό οικισμό. Ξεκίνησε απο το ΧΥΤΑ της Πάρου. Είναι προφανές ότι υπάρχουν βαριές ευθύνες σχετικά με την φροντίδα του ΧΥΤΑ, για τη λειτουργία του οποίου την πολιτική ευθύνη έχει η Περιφέρεια και την διαχείριση ιδιώτης.
Η καταστροφή είναι τεράστια και μη επανορθώσιμη. Η βιοποικιλότητα της κυκλαδίτικης γης είναι πολύ μεγαλύτερη απο εκείνη των μεγάλων ηπειρωτικών δασών και πολύ πιο ευαίσθητη. Οι φίδες μας, είδος κέδρων, είναι υπεραιωνόβια δέντρα, που μεγαλώνουν με εξαιρετικά αργό ρυθμό. Τα δάση από φίδες που κάηκαν, χρειάζονται ίσως και έναν αιώνα για να ξαναγίνουν, αν ξαναγίνουν ποτέ.
Τα μελίσσια που κάηκαν, πολύ δύσκολα θα ξαναγίνουν, γιατί τα θυμάρια εξαφανίστηκαν και είναι αμφίβολο αν οι μελισσοκόμοι , που έτσι κι αλλοιώς επιβίωναν δύσκολα, θα έχουν τις αντοχές να ξαναπροσπαθήσουν, σε ένα τόπο που διώχνει, αντί να ενισχύει, κάθε δραστηριότητα στον πρωτογενή τομέα.
Οι αρχαίες υποδομές της παριανής εξοχής (πεζούλες, ξερολιθιές, αναβαθμίδες), μένοντας χωρίς καθόλου βλάστηση, θα σταματήσουν να λειτουργούν ως ΄σουρωτήρια΄ που συγκρατούν το νερό της βροχής και εμπλουτίζουν τους υπόγειους υδροφορείς, Η διάβρωση των εδαφών θα ενταθεί δραματικά.
Τα λίγα κοπάδια που διατηρούσαν οι ελάχιστοι πλέον κτηνοτρόφοι που είχαν απομείνει στην περιοχή (μάλλον οι 2-3 τελευταίοι της Πάρου) δεν θα έχουν να βοσκήσουν. Το πιθανότερο είναι ότι θα τα παρατήσουν και αυτοί.
Μερικά από τα ενδημικά φυτά μας (ακόμα και μικρές άγριες ορχιδέες υπήρχαν!), τα φασκόμηλα, η ρίγανη, μπορεί να ξαναγίνουν (με τους πολύ αργούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν αυτού του είδους τη βλάστηση), πολλά δεν θα ξαναγίνουν ποτέ, γιατί καταστράφηκε ο φυσικός τους βιότοπος.
Η ορεινή περιοχή που κάηκε, ήταν το τελευταίο αλώβητο (δηλαδή άκτιστο!) κομμάτι του μικρού μας νησιού, που κάποτε, δηλαδή το 1978, είχε χαρακτηριστεί επίσημα, από το Υπουργείο Πολιτισμού, ως Τόπος Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους.
Η Πάρος δεν ήταν ξερονήσι. Το κάναμε όμως.
Οι ευθύνες είναι τεράστιες και δεν αφορούν μόνο τους άμεσα εμπλεκόμενους, πολιτικά ή διαχειριστικά υπεύθυνους. Αφορούν και ένα μεγάλο μέρος της παριανής κοινωνίας που δεν αντέδρασε ποτέ και δεν αντιδρά και τώρα. Και, ακόμα χειρότερα, ακόμα και αν αποδοθούν ευθύνες (πράγμα μάλλον απίθανο), ακόμα και αν κάποιοι αρχίσουν, έστω και καθυστερημένα, να συνειδητοποιούν και να νοιάζονται, δυστυχώς, τίποτα από αυτά δεν θα κάνει τις φίδες, τις ορχιδέες και τα θυμάρια να ξαναγίνουν.”
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου