21 Ιουλίου 2026

Προς ένα ελληνικό φυλακοβιομηχανικό σύμπλεγμα; Μετά την Υγεία στην σειρά τής ιδιωτικοποίησης μπαίνει και η Δικαιοσύνη...


Τον Φεβρουάριο του 1995, όταν πλέον οι συνέπειες της ιδιωτικοποίησης του συστήματος φυλακών των ΗΠΑ είχαν αρχίσει να γίνονται ορατές, ο λευκός δημοσιογράφος και ακτιβιστής Mike Davis άνοιγε τη δημόσια συζήτηση δημοσιεύοντας στο περιοδικό Nation ένα άρθρο με τίτλο «Hell Factories In the Field: A Prison-Industrial Complex». Εκεί εξηγούσε ότι η πολιτεία της Καλιφόρνια διέθετε το τρίτο πολυπληθέστερο σωφρονιστικό σύστημα στον κόσμο (125.842 κρατούμενους σύμφωνα με την τότε τελευταία επίσημη καταμέτρηση) μετά την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες (ως σύνολο). Κατά την τελευταία εκείνη δεκαετία, η πολιτεία έχει κατασκευάσει τις φυλακές Calipatria, 220 μίλια νοτιοανατολικά του Λος Άντζελες, καθώς και δεκαπέντε άλλες νέες φυλακές, οι οποίες κόστισαν 10 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το αναδυόμενο εκείνο «φυλακοβιομηχανικό σύστημα», όρος που σε εκείνο το άρθρο εισήχθη και τελικά επικράτησε, «ανταγωνίζεται όλο και περισσότερο την αγροβιομηχανία ως κυρίαρχη δύναμη στη ζωή της αγροτικής Καλιφόρνιας και συναγωνίζεται τους κατασκευαστές ακινήτων ως τον κύριο φορέα άσκησης πίεσης των νομοθετών στο Σακραμέντο. Έχει μετατραπεί σε ένα τέρας που απειλεί να εξουδετερώσει και να καταβροχθίσει τους δημιουργούς του, και η ανεξέλεγκτη ανάπτυξή του θα έπρεπε να ταράξει μια εθνική συνείδηση που σήμερα αρκείται στην ιδέα μιας μόνιμης φυλακισμένης τάξης».

Η αυστηροποίηση της νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο, προσέθετε διαρκώς νέους κρατούμενους σε ένα ήδη τραγικά υπερπλήρες και εξαιρετικά βίαιο σύστημα. «Για να διατηρήσει έστω και τα πιο στοιχειώδη δεσμά», προέβλεπε ο Mike Davis, «σε αυτόν τον τεράστιο πληθυσμό, η πολιτεία θα αναγκαστεί να λεηλατήσει τον προϋπολογισμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη δημιουργία δεκάδων νέων φυλακών. Επιπλέον, θα ασκηθούν ισχυρές πολιτικές πιέσεις για τη μείωση του κόστους αυτής της “αποθήκευσης ανθρώπων” μέσω μιας ποικιλίας τεχνολογικών και εμπορικών καινοτομιών».

Μερικά χρόνια μετά, το 2003, η Αφροαμερικανή ακτιβίστρια και διανοούμενη, συνεπώνυμή του, Angela Davis έγραφε στο βιβλίο «Are Prisons Obsolete?» πως η «φυλάκιση έχει καταστεί η πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση πάρα πολλών κοινωνικών προβλημάτων που βαραίνουν τους ανθρώπους που ζουν στη φτώχεια».

«Όμως οι φυλακές δεν εξαφανίζουν τα προβλήματα, εξαφανίζουν ανθρώπους», συνεχίζει παρακάτω στο ίδιο άρθρο η Angela Davis, καθώς εξηγεί ότι «η πρακτική της εξαφάνισης τεράστιου αριθμού ανθρώπων από φτωχές, μεταναστευτικές και φυλετικά περιθωριοποιημένες κοινότητες έχει κυριολεκτικά εξελιχθεί σε μεγάλη επιχείρηση».

Σύμφωνα με το άρθρο της, όταν οι φυλακές εξαφανίζουν ανθρώπους προκειμένου να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων, πρέπει να δημιουργηθούν σωφρονιστικές υποδομές για να φιλοξενήσουν έναν ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό φυλακισμένων. Πρέπει να παρέχονται αγαθά και υπηρεσίες για να διατηρηθούν ζωντανοί οι φυλακισμένοι πληθυσμοί. Το έργο αυτό, το οποίο αποτελούσε μέχρι και λίγα χρόνια αποκλειστική αρμοδιότητα της κυβέρνησης, είχε περάσει πλέον και σε ιδιωτικές εταιρείες που διατηρούσαν στενούς δεσμούς μαζί της.

Καθώς οι φυλακές πολλαπλασιάζονταν στην αμερικανική κοινωνία, το ιδιωτικό κεφάλαιο είχε ξεκινήσει να εμπλέκεται στη βιομηχανία της τιμωρίας. Και ακριβώς λόγω του δυναμικού κέρδους τους, οι φυλακές αποκτούσαν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την αμερικανική οικονομία.

Η ιδιωτικοποίηση των φυλακών αποτέλεσε το πιο προφανές παράδειγμα της τρέχουσας στροφής του κεφαλαίου προς τη βιομηχανία των φυλακών, καθώς οι κυβερνητικές συμβάσεις για την κατασκευή τους ενίσχυαν τον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ συγχρόνως η αρχιτεκτονική κοινότητα αναγνώριζε τον σχεδιασμό φυλακών ως μια σημαντική νέα εξειδικευμένη αγορά.

Οι επιχειρήσεις όμως δεν εμπλέκονται μόνο στο κατασκευαστικό στάδιο, αλλά αποκόμιζαν επιπλέον τεράστια κέρδη από την εκμετάλλευση της εργασίας του μη συνδικαλισμένου εργατικού δυναμικού.

«Πολλές εταιρείες, των οποίων τα προϊόντα καταναλώνουμε καθημερινά, έχουν συνειδητοποιήσει ότι η εργατική δύναμη των φυλακών μπορεί να είναι εξίσου κερδοφόρα με την εργατική δύναμη του τρίτου κόσμου που εκμεταλλεύονται οι παγκόσμιες εταιρείες με έδρα τις ΗΠΑ. Και οι δύο περιπτώσεις οδηγούν πρώην συνδικαλισμένους εργαζόμενους στην ανεργία, ενώ πολλοί καταλήγουν ακόμη και στη φυλακή…».

Τι γίνεται στην Ελλάδα

Υπάρχουν κάποια δεδομένα που δείχνουν πως η αντεγκληματική και σωφρονιστική πολιτική, αν και με καθυστέρηση αρκετών δεκαετιών, επηρεάζεται από το αμερικανικό παράδειγμα και γίνεται αντιληπτή ως πεδίο ιδιωτικού κέρδους.

Ένα παράδειγμα, οι υπό κατασκευή φυλακές στον Ασπρόπυργο, στις οποίες προβλέπεται να γίνει η μετεγκατάσταση των Φυλακών Κορυδαλλού. Είναι η πρώτη φορά που την ανέγερση φυλακών δεν αναλαμβάνει το Δημόσιο μέσα από τις Κτιριακές Υποδομές Α.Ε. ή τη Θέμις Κατασκευαστική, πριν απορροφηθεί από την πρώτη, αλλά υπάγεται σε πλαίσιο ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα).

Η μετεγκατάσταση των Φυλακών Κορυδαλλού μετατρέπεται και σε ένα τεράστιο οικονομικό εγχείρημα, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του διαγωνισμού της Α’ Φάσης, το κράτος θα κληθεί να καταβάλλει (σε παρούσα αξία) το ποσό των 617.187.784,00 € πλέον ΦΠΑ σε πληρωμές διαθεσιμότητας σε βάθος 30ετίας.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, στη Β’ Φάση του διαγωνισμού έχουν περάσει και ετοιμάζονται για την υποβολή των δεσμευτικών προσφορών τέσσερις «τεχνικοί κολοσσοί». Πρόκειται για τους ΑΒΑΞ, ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ.

Η υπαγωγή των φυλακών Ασπροπύργου σε έργο ΣΔΙΤ είναι μια τομή σε σχέση με την αναγνώριση λειτουργιών της Δικαιοσύνης ως πεδίο άντλησης ιδιωτικού κέρδους, καθώς έτσι μετατρέπεται μια κατεξοχήν δημόσια και μη ανταποδοτική υποδομή όπως οι φυλακές, σε αντικείμενο μακροχρόνιας χρηματοοικονομικής εκμετάλλευσης, εξασφαλίζοντας στον ανάδοχο προβλέψιμες πληρωμές από το Δημόσιο για 30 χρόνια. Αυτό μάλιστα γίνεται με τρόπο που, και σε συνθήκες αδιαφάνειας, ώστε να μη μπορούν να ελεγχθούν από τη Βουλή, από ανεξάρτητους φορείς ελέγχου/ερευνητές κ.λπ., καθώς αυτό είναι το πλαίσιο λειτουργίας των ΣΔΙΤ. Έτσι, δημιουργείται ένα σταθερό πεδίο κερδοφορίας γύρω από τη φυλακή, ενώ το κράτος δεσμεύεται για δεκαετίες σε υψηλές πληρωμές, με περιορισμένη ευελιξία και μειωμένο δημοσιονομικό χώρο για άλλες κοινωνικές επενδύσεις.

Την οικονομική διάσταση αυτής της επιλογής σημείωσε τον Μάιο του 2023 και ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός Ανάπτυξης & Επενδύσεων, κ. Νίκος Παπαθανάσης, ο οποίος δήλωσε:

«Είναι μεγάλη η χαρά μας που εντάσσουμε στο πλαίσιο των ΣΔΙΤ το στρατηγικής σημασίας έργο της μετεγκατάστασης του Συγκροτήματος Σωφρονιστικών Καταστημάτων Κράτησης Κορυδαλλού, ενός έργου με θετικό κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό αποτύπωμα για την ευρύτερη περιοχή της Αττικής…»

Οι διαφορές με το αμερικανικό παράδειγμα

Μπορεί, για μια σειρά από λόγους, η σύγκριση με τις ΗΠΑ να μην αφορά την ταύτιση των δύο μοντέλων, αλλά, σε κάθε περίπτωση, αποκαλύπτονται πολιτικές που προωθούν ένα μοντέλο φυλακής το οποίο να λειτουργεί και ως χώρος άντλησης κέρδους.

Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ο ιδιώτης εμπλέκεται στη διοίκηση, αμείβεται ανά κρατούμενο και κερδοφορεί από την υπερεκμετάλλευση της εργασίας του, με συνέπεια να έχει άμεσο συμφέρον να κρατιέται ο αριθμός του εγκλείστου ψηλός, πιέζοντας ως εμπλεκόμενος παράγοντας αντεγκληματικής πολιτικής για ολοένα και αυστηρότερες νομοθεσίες. Στην Ελλάδα πρόκειται για μη ανταποδοτικά έργα ΣΔΙΤ, υποδομές ή υπηρεσίες δηλαδή στις οποίες ο ιδιωτικός φορέας δεν έχει έσοδα από τους τελικούς χρήστες. Ωστόσο, ο ανάδοχος δεν αναλαμβάνει τον εμπορικό κίνδυνο, καθώς το Δημόσιο εγγυάται τη χρήση του έργου και καταβάλλει «πληρωμές διαθεσιμότητας» βάσει προκαθορισμένων κριτηρίων απόδοσης. Την κερδοφορία του ιδιώτη, δηλαδή, στην περίπτωση των φυλακών Ασπροπύργου, αναλαμβάνει απευθείας το κράτος.

Τα βραχιολάκια ηλεκτρονικής επιτήρησης

Ακόμα και αν ο ιδιώτης δεν αμείβεται, όπως στις ΗΠΑ, ανά φυλακισμένο, αμείβεται ωστόσο ανά υπό επιτήρηση αποφυλακισμένο…

Μετά την τροπολογία 336/3 της 19.3.2025 στον Σωφρονιστικό Κώδικα (Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 56 Σωφρονιστικού Κώδικα) σταμάτησε να επιβαρύνεται ο κρατούμενος με τα έξοδα για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής επιτήρησης, με τη δαπάνη να βαρύνει τον προϋπολογισμό εξόδων της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

Ακολούθησε η «ΣΥΜΒΑΣΗ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 08/2026 DIAPLOUS LAND SERVICES LTD», που υπογράφηκε έπειτα από σχετικό διαγωνισμό στις 29 Ιουλίου 2025, σύμφωνα με την οποία ο Ανάδοχος (που αναλαμβάνει την εφαρμογή της ηλεκτρονικής επιτήρησης) οφείλει να έχει διαθέσιμες τουλάχιστον 700 συσκευές ηλεκτρονικής επιτήρησης, καθώς ο αριθμός των επιτηρουμένων μπορεί ανά ημέρα να ποικίλλει και ενδεχομένως να υπερβαίνει ή να υπολείπεται των 500. Η δαπάνη της εν λόγω σύμβασης είναι συνολικού ποσού 7.106.550,00 € και αφορά τα οικονομικά έτη 2026 και 2027.

Μέχρι και τις σχετικές αυτές αλλαγές, το μέτρο του βραχιολιού επιτήρησης δεν είχε μαζική εφαρμογή, αφενός λόγω του κόστους, στο οποίο οι περισσότεροι κρατούμενοι, λόγω της οικονομικής τους κατάστασης, ήταν αδύνατον να ανταποκριθούν, και αφετέρου επειδή το μέτρο αφορούσε μόνο κάποιες εξαιρέσεις του κύριου πληθυσμού των κρατουμένων, όπως φοιτητές που τους χορηγούνταν ολιγόωρες άδειες για να παρακολουθούν μαθήματα στις σχολές τους. Μοιάζει κάπως σαν η τροπολογία αυτή να εξασφάλισε στον ιδιώτη τη μαζική χρήση του μέτρου, μπαίνοντας ως εγγυητής των εσόδων του.

Τα πλημμελήματα και η έκρηξη του πληθυσμού των φυλακών

Όμως ποιους αφορά η μαζική χρήση του μέτρου και πώς αυτή σχετίζεται με τις πολιτικές αυστηροποίησης της ποινικής διαχείρισης;

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Γραμματείας, όπως αυτή διακινήθηκε μέσα από σχετικά δημοσιεύματα, «η επιτήρηση με “βραχιολάκι” θα αποφασίζεται με αυστηρά κριτήρια από τα δικαστήρια και θα αφορά σε περιπτώσεις υποδίκων ή καταδικασμένων που δεν θεωρούνται επικίνδυνοι, ενώ η εφαρμογή σε κρατούμενους με άδεια θα αποφασίζεται από τα Συμβούλια των Φυλακών, επίσης με αυστηρά κριτήρια».

Δεν υπάρχει σαφής ορισμός για το ποιος δεν θεωρείται επικίνδυνος κρατούμενος, όμως στον Ποινικό Κώδικα υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ πλημμελημάτων και κακουργημάτων. Η βασικότερη διαφορά ανάμεσα στο κακούργημα και το πλημμέλημα έγκειται στην απειλούμενη ποινή, η οποία αντανακλά την επικινδυνότητα και την κοινωνική απαξία μιας πράξης.

Έχει μια αξία να σημειωθεί -και γιατί όχι να συσχετιστεί- η προ δύο ετών αυστηροποίηση του Ποινικού Κώδικα (νόμος 5090/2024), η οποία προβλέπει έκτιση ποινής ακόμα και για ποινές φυλάκισης δύο ετών, ποινές δηλαδή που επιβάλλονται σε ελαφρού πλημμεληματικού χαρακτήρα αδικήματα. Αυτή η αυστηροποίηση οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου εκτίναξη του πληθυσμού των κρατουμένων, καταδικασμένων για πλημμελήματα. Συγκεκριμένα, και με βάση τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής, το 2024 οι κρατούμενοι ήταν 10.242, το 2025 έφτασαν τους 11.484 και το 2026 εκτινάχθηκαν στους 13.583. Από αυτούς, οι κρατούμενοι για πλημμελήματα, από 1.797 που ήταν το 2024, έφτασαν στους 2.548 το 2025 και στους 3.766 το 2026. Δηλαδή, μέσα σε δύο χρόνια αυξήθηκαν κατά περίπου 2.000.

Με άλλα λόγια, οι ευεργετημένοι του μέτρου αυτού που θα μπορούν να αποφυλακίζονται με βραχιολάκι είναι αυτοί με τα ελαφρά πλημμελήματα που μέχρι τώρα δεν φυλακίζονταν. Αυτή η μάλλον αχρείαστη ευεργεσία, μάλιστα, φαίνεται να κοστίζει περίπου 3,5 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, ένα ποσό που μεταφέρεται από τα κρατικά ταμεία σε ιδιώτες.

Τι γίνεται όταν η κερκόπορτα της ιδιωτικοποίησης της Ποινικής Δικαιοσύνης ξεκλειδώνει;

Φαίνεται λοιπόν πως, όπως και στις ΗΠΑ, η αυστηροποίηση της αντεγκληματικής πολιτικής δημιουργεί μια νέα αγορά μέσω των νέων αναγκών τις οποίες έρχεται να καλύψει ο χρηματοδοτούμενος από το κράτος ιδιωτικός τομέας. Δημιουργείται έτσι ο προβληματισμός για το αν η αυστηροποίηση των αντεγκληματικών πολιτικών των τελευταίων χρόνων έχει και μια διάσταση παραγωγής και εξασφάλισης πελατείας σε ορισμένους ιδιώτες. Σε κάθε περίπτωση αυτές οι πολιτικές αποδεικνύονται αρκετά κοστοβόρες.

Τι γίνεται, λοιπόν, όταν αυτές οι πολιτικές πάνω σε ζητήματα τόσο δομικά όπως η απονομή Δικαιοσύνης είναι στην πραγματικότητα και ένα πεδίο κερδοφορίας; Τι γίνεται όταν φαίνεται πως κάποιες πολιτικές αυστηροποίησης επηρεάζονται ή και καθορίζονται από τη δημιουργία κέρδους του ιδιωτικού τομέα και μάλιστα από δημόσιο χρήμα; Τι επιπτώσεις μπορεί να υπάρξουν όταν ιδιωτικές εταιρείες επωφελούνται από πολιτικές κατευθύνσεις που σχετίζονται με ζητήματα κρίσιμα όπως η απονομή Δικαιοσύνης; Τι σημαίνει για το μέλλον της Δικαιοσύνης ότι η κερκόπορτα της ιδιωτικοποίησής της ξεκλειδώνει σιγά-σιγά;

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου