
Η Κούβα μας υπενθυμίζει τη χαμένη μας αξιοπρέπεια – του Ηλία Σκυλλάκου
του Ηλία Σκυλλάκου
Στις 22 Σεπτεμβρίου, στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε από το βήμα του ΟΗΕ για την Κούβα. Την αποκάλεσε «failed state», αποτυχημένο κράτος. Καυχήθηκε ότι η κυβέρνησή του ασκεί πάνω της τη σφοδρότερη πίεση εδώ και χρόνια. Και προανήγγειλε, με την αλαζονεία του κατακτητή που μοιράζει πεπρωμένα, ότι «η ελευθερία θα έρθει στην Κούβα».
Λίγο πιο κάτω, η κουβανική αντιπροσωπεία σηκώθηκε όρθια και αποχώρησε, αρνούμενη να παραμείνει στην αίθουσα και να ακούσει σκυφτή μια ακόμη προσβολή απέναντι στην ίδια τη χώρα και την κυριαρχία της.
Τα λόγια του Τραμπ, άλλωστε, δεν αιωρούνταν στο κενό. Στηρίζονταν σε μια πολιτική δεκαετιών που μετατρέπει την αμερικανική ισχύ σε αργή, μεθοδική ασφυξία για την Κούβα. Μόλις πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον είχε επιβάλει νέες κυρώσεις, σφίγγοντας ακόμη πιο απροκάλυπτα τον κλοιό της πολιορκίας. Πρόκειται για πολιτική συλλογικής τιμωρίας, που επιδιώκει να εξαντλήσει μια ολόκληρη κοινωνία, να βαθύνει τη στέρηση, να πολλαπλασιάσει την καθημερινή φθορά και, στο τέλος, να καταστήσει τη ζωή στο νησί κοινωνικά και οικονομικά αβίωτη.
Έχει κάτι παράδοξο, λοιπόν, η ευκολία με την οποία η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί τη λέξη «αποτυχία» για την Κούβα. Είναι σαν να κλείνεις ανθρώπους σε έναν χώρο όπου ο αέρας λιγοστεύει συνεχώς, να σφραγίζεις κάθε άνοιγμα από όπου θα μπορούσε να περάσει μια ανάσα και, όταν αρχίζουν να πνίγονται, να δείχνεις την αγωνία τους ως απόδειξη της δικής τους αποτυχίας.
Η σημερινή Κούβα πράγματι παλεύει για κάθε ανάσα. Στις 18 Σεπτεμβρίου, τέσσερις ημέρες πριν από την ομιλία Τραμπ, το ηλεκτρικό δίκτυο κατέρρευσε ολοκληρωτικά, για τουλάχιστον έκτη φορά από τον Ιανουάριο, όταν ο Τραμπ έκοψε την τροφοδοσία καυσίμων προς το νησί. Τα τρόφιμα χαλάνε, οι αντλίες σταματούν, τα νοσοκομεία περνούν σε γεννήτριες και τα ασθενοφόρα δυσκολεύονται να κινηθούν. Ακόμη και πτήσεις με ζωτικές προμήθειες αναστέλλονται επειδή τα αεροπλάνα δεν μπορούν να ανεφοδιαστούν, ενώ η έλλειψη καυσίμων παραλύει την ηλεκτροπαραγωγή και τις μεταφορές, επηρεάζοντας περίπου εννέα εκατομμύρια ανθρώπους.
Ένα πρόσφατο ρεπορτάζ του Associated Press, κατέγραψε όχι μόνο το βάρος αυτής της καθημερινότητας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία, πιεσμένη ως τα όριά της, αναζητά συλλογικά τρόπους να αντέξει και να συνεχίσει. Σύμφωνα με ρεπορτάζ τη νύχτα που ένα ακόμη μπλακ άουτ βύθισε την Αβάνα στο σκοτάδι, οι κάτοικοι δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους. Βγήκαν στα κατώφλια, άναψαν φωτιές με ξύλα και κάρβουνα και έστησαν καζάνια για την caldosa, τη λαϊκή σούπα της γειτονιάς. Ο ένας έφερε λαχανικά, ο άλλος λίγο κοτόπουλο, κάποιος άλλος ό,τι είχε απομείνει στο σπίτι, και όλοι έφαγαν από το ίδιο καζάνι.
Η σκηνή αυτή είναι μόνο μία όψη μιας κοινωνίας που, μέσα στην ασφυξία, εξακολουθεί να ψάχνει συλλογικούς τρόπους να σταθεί όρθια. Σε γειτονιές και κοινότητες ξεφυτρώνουν φωτοβολταϊκά σημεία όπου φορτίζονται συσκευές και μαγειρεύεται φαγητό, οχήματα επιστρατεύονται για να φτάσει νερό εκεί όπου λείπει, ενώ εργατικά συνεργεία μετακινούνται από επαρχία σε επαρχία για να κρατήσουν ζωντανά δίκτυα και υποδομές. Στα organopónicos, στους αστικούς και περιαστικούς λαχανόκηπους και στις μικρές καλλιέργειες αυτοκατανάλωσης, η γη ξαναγίνεται χώρος κοινής επιβίωσης, ενώ οι κοινοτικές δομές σίτισης κρατούν ανοιχτό ένα δίχτυ προστασίας για όσους βρίσκονται στην πιο δύσκολη θέση.
Παράλληλα, την 1η Σεπτεμβρίου περισσότερα από 10.000 σχολεία άνοιξαν ξανά για περίπου 1,4 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους, με πάνω από 135.000 εκπαιδευτικούς στις τάξεις και συνταξιούχους, φοιτητές και άλλους εργαζόμενους να καλύπτουν κενά. Η στελέχωση είχε φτάσει περίπου στο 73%, ποσοστό εντυπωσιακό για ένα σύστημα που λειτουργεί μέσα σε συνθήκες πολιορκίας.
Και αυτή η εικόνα πατά πάνω σε μια εκπαιδευτική πολιτική δεκαετιών. Περίπου το 99,5% των παιδιών ολοκληρώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και γύρω στο 96% την κατώτερη δευτεροβάθμια, την ώρα που στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική εκατομμύρια παιδιά και νέοι παραμένουν εκτός σχολείου και σχεδόν ένας στους τρεις δεν ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια.













