
Κούβα: Από τη μπριγάδα στο αποτύπωμα της αλληλεγγύης
του Ηλία Σκυλλάκου
Τη νύχτα, όταν πέφτει το ρεύμα στην Αβάνα, η πόλη βυθίζεται στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι βγαίνουν στα πάρκα και στα πεζοδρόμια για να αντέξουν τη ζέστη. Οι ανεμιστήρες σταματούν, τα ψυγεία σβήνουν, οι μετακινήσεις δυσκολεύουν και η καθημερινότητα στενεύει γύρω από τα πιο βασικά αγαθά.
Αυτή είναι η Κούβα του 2026. Μια χώρα που βρίσκεται σε πολιορκία από την Ουάσιγκτον ακόμη πιο επιθετικά, με την κυβέρνηση Τραμπ να κλιμακώνει τον οικονομικό πόλεμο απέναντι στο νησί, επιχειρώντας να πλήξει ακόμη και την ενεργειακή του τροφοδοσία διακόπτοντας την πρόσβασή σε πετρέλαιο.
Η επιδίωξη είναι να εξαντληθεί οικονομικά η χώρα, να γονατίσει ο πληθυσμός, να μετατραπεί η καθημερινή δυσκολία σε κοινωνική δυσαρέσκεια για την ανατροπή της κουβανικής Επανάστασης. Ένας ολόκληρος λαός τιμωρείται επειδή, λίγα μίλια από τις ακτές των ΗΠΑ, εξακολουθεί να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία και αρνείται να υποταχθεί στην αμερικανική κυριαρχία. Μέσα σε αυτή τη μακρόχρονη αναμέτρηση με την αμερικανική ισχύ, τον παράνομο αποκλεισμό που κρατάει πάνω από έξι δεκαετίες, αλλά και την ασφυξία που εξαπολύει πλέον ο Τραμπ, η Κούβα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς και διεθνιστικής αλληλεγγύης για ανθρώπους και κινήματα σε πολλές χώρες.
Πάνω σε αυτή τη διεθνιστική σχέση, που σφυρηλατήθηκε μέσα στην αντίσταση απέναντι στον ιμπεριαλισμό και στην υπεράσπιση της λαϊκής κυριαρχίας γεννήθηκε και διατηρήθηκε μέσα στον χρόνο η παράδοση των διεθνών μπριγάδων αλληλεγγύης προς την Κούβα, που έφεραν χιλιάδες ανθρώπους από διαφορετικές χώρες στο νησί για να γνωρίσουν από κοντά την κουβανική πραγματικότητα και να σταθούν έμπρακτα στο πλευρό του λαού της.
Σε αυτή την παράδοση εντάχθηκε και η φετινή 53η Ευρωπαϊκή Μπριγάδα Εθελοντικής Εργασίας και Αλληλεγγύης με την Κούβα «Χοσέ Μαρτί», που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2026. Η ελληνική συμμετοχή ήταν η μαζικότερη από όλες τις αντιπροσωπείες και αριθμούσε 41 ανθρώπους. Η παρουσία αυτή είχε προετοιμαστεί μήνες νωρίτερα, μέσα από δεκάδες εκδηλώσεις αλληλεγγύης, δράσεις στον δρόμο και μια οργανωμένη προσπάθεια συγκέντρωσης υλικής βοήθειας για την Κούβα. Περισσότερες από 45 εκδηλώσεις αλληλεγγύης, δράσεις στον δρόμο και πρωτοβουλίες συγκέντρωσης υλικής βοήθειας είχαν προηγηθεί της αναχώρησης. Η αποστολή συνδέθηκε έτσι όχι μόνο με μια πολιτική παρουσία στην Κούβα, αλλά και με την προσπάθεια να μεταφερθούν φάρμακα, υγειονομικό υλικό και άλλη πρακτική βοήθεια.

Η αλληλεγγύη αυτή πήρε και απολύτως χειροπιαστή μορφή. Η ελληνική αποστολή μετέφερε τέσσερις βαλίτσες με ειδικά φάρμακα για την παιδική επιληψία, ακόμη 17 βαλίτσες με φάρμακα και υγειονομικό υλικό για νοσοκομείο της Αβάνας, καθώς και σχολικά είδη, άλλο υλικό και γάλα σε σκόνη για δομή φροντίδας παιδιών στη Σάντα Κλάρα.
Παράλληλα, τα μέλη της αποστολής συμμετείχαν σε συναντήσεις με το ICAP, σε εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο και σε επαφές με κοινωνικούς, πολιτικούς και πανεπιστημιακούς φορείς της χώρας.
Στη διάρκεια των δεκαπέντε ημερών, οι Έλληνες συμμετέχοντες συνάντησαν μια κοινωνία που δοκιμάζεται σκληρά από τον αποκλεισμό, την οικονομική πίεση και τη φυγή νέων ανθρώπων, αλλά και έναν λαό που εξακολουθεί να κρατά ζωντανή τη μνήμη και τις κατακτήσεις της Επανάστασης.
Η δημόσια Υγεία και Παιδεία, η κοινωνική οργάνωση, η παράδοση του διεθνισμού και η ίδια η ιδέα της λαϊκής κυριαρχίας παραμένουν σημεία αναφοράς μέσα σε μια καθημερινότητα που γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Στις εμπειρίες τους περνούν άνθρωποι διαφορετικών γενιών, πρόσωπα που κουβαλούν ακόμη στη ζωή τους τη μνήμη του κουβανικού διεθνισμού, από την Αγκόλα και το Κονγκό μέχρι τις μάχες για την υπεράσπιση της ίδιας της Επανάστασης.

Δίπλα τους μεγαλώνει μια νεότερη γενιά, σε πολύ σκληρές οικονομικές συνθήκες, έχοντας όμως μπροστά της το βάρος και το μεγαλείο μιας αντοχής.
Ένα μικρό κομμάτι αυτής της μεγάλης ιστορίας φτάνει στο INFO-WAR από τις φωνές οκτώ μελών της φετινής ελληνικής αποστολής, από τις εικόνες που έμειναν χαραγμένες στη μνήμη τους και από εκείνες τις στιγμές που μετατρέπουν ένα ταξίδι αλληλεγγύης σε βαθιά εμπειρία και πολιτική δέσμευση.
Οι μαρτυρίες μελών της ελληνικής αποστολής

Ο Βαγγέλης Γονατάς βάζει στο κέντρο τη δύναμη της οργανωμένης αλληλεγγύης απέναντι στην απομόνωση που επιχειρεί να επιβάλει ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός. Η μαζική ελληνική παρουσία, οι δεκάδες εκδηλώσεις και η υλική βοήθεια αποτυπώνουν μια αλληλεγγύη που παίρνει συγκεκριμένη και συλλογική μορφή.
«Η φετινή μπριγάδα στην Κούβα ήταν μια από τις μαζικότερες, ενώ η ελληνική αντιπροσωπεία ήταν η μεγαλύτερη των τελευταίων χρόνων, συνολικά 41 άτομα, η μαζικότερη εθνική αντιπροσωπεία της ευρωπαϊκής μπριγάδας», σημειώνει.
Όπως υπογραμμίζει, «η επιτυχία της φετινής μπριγάδας οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στις πάνω από 45 εκδηλώσεις αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκαν από τον Σύλλογό μας ή με τη συμμετοχή του, στις δράσεις στον δρόμο, αλλά και στη συγκινητική προσφορά πολύπλευρης υλικής βοήθειας προς το δοκιμαζόμενο νησί».
«Η 53η Ευρωπαϊκή Μπριγάδα “Χοσέ Μαρτί” έχει ήδη περάσει στην ιστορία», τονίζει, ενώ προσθέτει : «Θα θέλαμε να εκφράσουμε την αγάπη, την εκτίμηση και τις θερμές ευχαριστίες μας σε όλες και όλους, καθώς και στις συλλογικότητες που συνέβαλαν στη μαζική και ηχηρή αυτή έκφραση έμπρακτης αλληλεγγύης προς την Κούβα και τον λαό της».
Κλείνοντας, τονίζει ότι η αλληλεγγύη προς την Κούβα δεν σταματά με το τέλος της Μπριγάδας.
«Η αλληλεγγύη είναι μόνιμη και διαρκής, στην Κούβα, στην Παλαιστίνη και σε κάθε λαό που αγωνίζεται! Η προετοιμασία της 67ης Σκανδιναβικής (ευρωπαϊκής) μπριγάδας με την Κούβα, που θα πραγματοποιηθεί από 23 Νοεμβρίου έως 5 Δεκεμβρίου 2026, έχει ήδη ξεκινήσει».

Η πρώτη εικόνα που μεταφέρει ο Λάζαρος Κικίδης είναι εκείνη μιας σκοτεινής Αβάνας. «Όταν φτάσαμε στην Κούβα την πρώτη μέρα του Αυγούστου αργά το βράδυ είχε μόλις καταρρεύσει το Εθνικό Σύστημα Ηλεκτροδότησης. Διασχίσαμε λοιπόν μια πόλη σκοτεινή που οι άνθρωποι ήταν έξω στα πάρκα καθώς η ζέστη ήταν αφόρητη ώστε να κοιμηθείς χωρίς έστω έναν ανεμιστήρα», σημειώνει.
Η σημερινή εικόνα της Κούβας φέρνει αναπόφευκτα στο μυαλό του εκείνη που είχε γνωρίσει δέκα χρόνια νωρίτερα.
«Έχοντας επισκεφτεί την Κούβα του 2016 που ήταν γεμάτη από τουρίστες και ένα λαό έτοιμο για πλάκα και συζήτηση ένιωσα περίεργα να βλέπω αυτούς τους ανθρώπους σκεπτικούς στις οθόνες».
Και συνεχίζει: «Η Αβάνα όμως του 2026 μετράει συντριπτικά περισσότερους θανάτους από γεννήσεις, μαζική έξοδο νέων από την χώρα και διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση».
Για τον ίδιο, η επιστροφή σε εκείνη την εικόνα αποκτά σήμερα ιδιαίτερη πολιτική σημασία. «Η εικόνα του 2016 μου έμεινε να επιβεβαιώνει πως ο λαός αυτός και η Επανάσταση του μπορούν να αναπτυχθούν με ευημερία και δικαιοσύνη όταν οι Η.Π.Α. δεν επιδιώκουν να τους φτάσουν στα όρια της επιβίωσης»,τονίζει
Αντίστοιχα, όπως επισημαίνει, «η εικόνα του 2026 θα μου μείνει για να μου δείχνει πώς μια χώρα που ζει υπό πολιορκία στερούμενη κάθε δυνατότητας εσόδων (τουρισμό, εξαγωγές, ιατρικές υπηρεσίες, νικέλιο) και με 7.000 container με τρόφιμα και φάρμακα που έχει πληρώσει να μην παραδίδονται στα λιμάνια της αντέχει».
Από αυτή τη σύγκριση περνά και στο σήμερα, στρέφοντας ευθέως το βλέμμα στην πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Κούβα. «Η πολιτική του Μάρκο Ρούμπιο και του Ντόναλντ Τραμπ εις βάρος της Κούβας δεν μπορεί να μας βρίσκει σιωπηλούς. Η Κούβα που ήταν εκεί για όλους στον αιώνα των επαναστάσεων, των αγώνων για εθνική ανεξαρτησία και κόντρα στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία τώρα μας χρειάζεται».
«Ο αγώνας ώστε να αρθεί η επιβληθείσα ασφυξία και η αποστολή βοήθειας από μια ευρεία κοινωνική συμμαχία που χωρά “όποιον θέλει να λέγεται άνθρωπος” οφείλει να είναι διαρκής», επισημαίνει. Και καταλήγει, «Το να αντέξει η Κούβα και να μην παραδώσει τις ιδέες και τα σύμβολα της είναι η τελευταία γραμμή άμυνας όσων επιθυμούν ένα κόσμο που έχει νόημα να μιλάς για Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία και Σοσιαλισμό».
Η Μυρτώ Πασχαλίδη περιγράφει τη Μπριγάδα ως μια εμπειρία βαθιά πολιτική. «Η Μπριγάδα είναι ένα σχολείο: ήθους, αξιοπρέπειας, θάρρους. Είναι η απόδειξη ότι ένα άλλο κοινωνικό και πολιτικό υπόδειγμα, με τα μάτια στραμμένα στο λαό και όχι στο κέρδος μπορεί να επιβιώνει κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες», σημειώνει.

Στη συνέχεια περιγράφει αυτό που θεωρεί τον κεντρικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής. «Το σχέδιο των ΗΠΑ είναι σαφές: κοινωνική εξαθλίωση, ένταση της εσωτερικής δυσαρέσκειας, ανατροπή της επαναστατικής κυβέρνησης και voilà: ένα νέο πεδίο κερδοφορίας. Αλλά κυρίως μια ευκαιρία για εμπέδωση των ΗΠΑ ως τον ηγεμόνα ιμπεριαλιστή σε όλα τα επίπεδα».
Όπως προσθέτει, «μετά από 66 χρόνια οικονομικού στραγγαλισμού και κλιμακούμενη ένταση τους τελευταίους 8 μήνες, αυτή η μικρή χώρα, με πρόγραμμα και σημαία τα διδάγματα του Φιντέλ επιμένει να μη υποτάσσεται!».
Αναφερόμενη στις επαφές που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της Μπριγάδας, σημειώνει: «Αυτές τις 15 μέρες είχαμε τη τιμή να ακούσουμε πρόσωπα με εμπειρία στην υλοποίηση της κουβανικής πολιτικής, αλλά και την αναλυτική παρουσίαση του προέδρου Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, για την πραγματική κατάσταση στη χώρα, αναδεικνύοντας ότι η επαναστατική κυβέρνηση προχωρά με σταθερά βήματα για να διαφυλάξει το λαό της». Ιδιαίτερη θέση στην εμπειρία της κατείχε και η συμμετοχή στο συνέδριο για τον Φιντέλ Κάστρο. «Είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Συνέδριο για τα 100 χρόνια από την γέννηση του Φιντέλ Κάστρο ανάμεσα σε εντεταλμένους πολλών κρατών και να ακούσουμε με τα αυτιά μας για την προσπάθεια οικοδόμησης ενός νέου πολυπολικού κόσμου».
Παράλληλα, προσθέτει, ότι είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν με κουβανούς και κουβανές που βιώνουν καθημερινά τις συνέπειες του αποκλεισμού. «Η εμπειρία αυτή αναμφίβολα μας επιβεβαιώνει ξανά πώς “Εδώ κανείς δεν παραδίδεται”!», σημειώνει.
Και καταλήγει. «Από την άλλη άκρη του Ατλαντικού, κρατάμε στις καρδιές μας το μήνυμα της ελπίδας για να δώσουμε με αποφασιστικότητα τις δικές μας μάχες».

Ο Σωτήρης Λαπιέρης ξεκινά από την εικόνα μιας πόλης βαθιά πληγωμένης από τον αποκλεισμό. «Οι εικόνες της Αβάνας στα ΜΜΕ μοιάζουν σχεδόν post-apocalyptic: σκουπίδια, κλειστά ξενοδοχεία, η τουριστική Παλιά Αβάνα να καταρρέει υπό τον ασφυκτικό αμερικανικό αποκλεισμό», σημειώνει.
Κι όμως, προσθέτει, «ακόμα κι εκεί, η κλοπή της καδένας ενός τουρίστα έγινε talk of the town: σε συνθήκες που, οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη, θα υπήρχε γενικευμένη ανομία». Η καθημερινότητα που αντίκρισε στο νησί είχε όμως και μια άλλη όψη. «Σε όλο το νησί, η ζωή συνεχίζεται: τα σκουπίδια στις γειτονιές της Αβάνα μαζεύονται, καθηγητές στη Σάντα Κλάρα στηρίζουν εθελοντικά τα νοσοκομεία, η Κομμουνιστική Νεολαία στο Σιενφουέγος φέρνει πολιτισμό σε περιοχές που οι ελλείψεις καυσίμων αποκλείουν».
Η αφήγησή του περνά στη συνέχεια στους ανθρώπους που συνάντησε και στις προσωπικές ιστορίες που κουβαλούν μαζί τους. «Η επανάσταση είναι παντού, χωρίς αγάλματα ή δρόμους του Φιντέλ: στον οικοδόμο που ήπιαμε μαζί μπύρα στο Γκουαγιαμπάλ και πολέμησε στην Αγκόλα· στον παπα-Γιάννη του ελληνορθόδοξου Αγίου Νικολάου Αβάνας που πολέμησε στο Κονγκό κι “άλλαξε στολή” για να υπηρετεί τον άνθρωπο από άλλο μετερίζι».
Κλείνοντας, συμπυκνώνει την εμπειρία της Μπριγάδας σε μία φράση. «Η Μπριγάδα μας είδε μια κοινωνία που αντέχει, 67 χρόνια μετά την Επανάσταση και 90 ναυτικά μίλια από το Μαϊάμι. Μια Κούβα που δεν ζητά λύπηση, αλλά αλληλεγγύη».

Η Χριστίνα Κουτσογιάννη,περιγράφει εξαρχής το ασφυκτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η φετινή Μπριγάδα. «Η 53η Ευρωπαϊκή μπριγάδα αλληλεγγύης “Χοσέ Μαρτί”, στην οποία συμμετείχαμε, πραγματοποιήθηκε σε μία δύσκολη και ασφυκτική περίοδο για τον κουβανικό λαό. Το αμερικανικό εμπάργκο έχει κάνει αβίωτη την καθημερινότητα, με διαρκείς διακοπές ρεύματος και ελλείψεις σε αγαθά πρώτης ανάγκης και πετρέλαιο», σημειώνει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο σύστημα Υγείας. «Οι δολοφονικές επιπτώσεις του εμπάργκο είναι εμφανείς και στο σύστημα υγείας, αφού τα νοσοκομεία πασχίζουν να καλύψουν τις ανάγκες και μόνο το 30% των απαραίτητων φαρμάκων είναι διαθέσιμο». Παράλληλα, όπως προσθέτει, «πολλά πανεπιστήμια έχουν αναγκαστεί να υιοθετήσουν την εξ αποστάσεως διδασκαλία, αφού η μετακίνηση των φοιτητών προς τα ιδρύματα είναι αδύνατη».
Ωστόσο, η εικόνα που κρατά δεν είναι μόνο αυτή της πίεσης. «Παρ’ όλα αυτά, αντικρίσαμε έναν λαό που δεν φαίνεται να το βάζει κάτω. Είδαμε ζωντανές πλατείες, συναυλίες, χορούς, σύμβολα της επανάστασης διάσπαρτα στην πόλη, περήφανους ανθρώπους με πείσμα και πίστη στο σοσιαλιστικό ιδεώδες».
Κλείνοντας, υπογραμμίζει: «Σε μία εποχή με πλήθος ενεργών εστιών πολέμου, ο κοινός διεθνιστικός και αντιιμπεριαλιστικός αγώνας είναι καθήκον μας!».

Ο Σήφης Καυκαλάς ξεκινά από κάτι πολύ απλό. Άλλο να ακούς για τον αποκλεισμό της Κούβας και άλλο να βλέπεις από κοντά τι σημαίνει στην καθημερινή ζωή. «Άλλο να ακούς για το εμπάργκο των ΗΠΑ και άλλο να το ζήσεις, έστω και για 15 μέρες. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός διαπράττει ένα συνεχές έγκλημα πολέμου εδώ και 67 χρόνια! Δεν νομίζω ότι άλλος λαός θα άντεχε τόσα χρόνια»,σημειώνει και προσθέτει: «Γι’ αυτό μην του κουνάμε εύκολα το δάχτυλο από μακριά, αντικρίζοντας υπαρκτά αρνητικά φαινόμενα εκεί». Στη συνέχεια αναφέρεται και στην κατάσταση που διαμορφώνεται – σύμφωνα με τον ίδιο – μέσα στην κουβανική κοινωνία. «Η μεταβατική περίοδος επαναστατικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών μετασχηματισμών δεν ολοκληρώθηκε ποτέ ακόμα. Σ’ αυτή τη φάση γίνεται ένα τρομερό μπρα ντε φερ ανάμεσα στις σοσιαλιστικές και τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Προς τα πού τελικά θα στραφεί το βέλος είναι ζητούμενο».
Παράλληλα, εκτιμά ότι «η επικράτηση της αντεπανάστασης με ή χωρίς τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Ο ρεβανσισμός των αντιδραστικών Κουβανών που εξορμούν από τις ΗΠΑ είναι μεγάλος, αλλά το πείσμα των επαναστατών ακόμα μεγαλύτερο». Όπως σημειώνει, «το σύνθημα τους, πατρίδα ή θάνατος, αντικατοπτρίζει τη συνειδητοποίηση ότι η αντεπανάσταση θα φέρει αιματηρό φασισμό», και καταλήγει πως «στην Κούβα πρέπει πάση θυσία να ηττηθεί ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και οι πρόθυμοι σύμμαχοι του. Κι εμείς ας συμβάλλουμε έμπρακτα και ουσιαστικά σ’ αυτό».

Για τον Μιχάλη Χατζημιμίκο, η εμπειρία της Κούβας ξεπερνά κατά πολύ την έννοια ενός ταξιδιού. «Η Κούβα δεν είναι απλώς ένας προορισμός· είναι μια εμπειρία που σε αναγκάζει να ξανασκεφτείς τι σημαίνουν στην πράξη η αλληλεγγύη, η αντοχή και ο αγώνας», σημειώνει. Αναφερόμενος στις δύο εβδομάδες της αποστολής, τονίζει. «Είδαμε τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα ο κουβανικός λαός, αλλά και κάτι εξίσου σημαντικό: μια κοινωνία που, παρά τις ελλείψεις και την πίεση, επιμένει να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά της».
Η ίδια η Μπριγάδα, όπως λέει, «ήταν
πάνω απ’ όλα μια συνάντηση ανθρώπων και αγώνων. Από διαφορετικές χώρες,
με διαφορετικές εμπειρίες, βρεθήκαμε στην Κούβα και επιβεβαιώσαμε πως η
διεθνιστική αλληλεγγύη μπορεί να γίνει πραγματικός δεσμός ανάμεσα στους
λαούς». Και καταλήγει. «Οι λαοί που αντιστέκονται, ξέρουν να νικούν και ο
Κουβανικός λαός θα νικήσει ξανά».

Η Βασιλική Κουτσουπιά χρησιμοποιεί την εικόνα μιας χώρας σε πολιορκία για να περιγράψει όσα αντίκρισε. «Μόνο αν δεις την Κούβα σαν μια χώρα σε πολιορκία μπορείς να καταλαβεις όσα αντικρίζουν τα μάτια σου. Για πάνω από έξι δεκαετίες ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί, με τον αποκλεισμό και τον οικονομικό στραγγαλισμό, να γονατίσει έναν λαό που αμφισβητεί την κυριαρχία του κεφαλαίου και οικοδομεί τον σοσιαλισμό», σημειώνει.
«Βλέπουμε έναν αμείλικτο πόλεμο χωρίς βόμβες, επειδή ένας λαός επέλεξε έναν άλλο δρόμο. Κι όμως, μέσα στις ελλείψεις και τα μπλακ άουτ, συναντάμε μια χώρα που αναπνέει», προσθέτει. Στη συνέχεια στρέφει το βλέμμα στους ίδιους τους ανθρώπους. «Στην επιστημόνισσα, στον εργαζόμενο του μικρού μπακάλικου που μας δίνει τα ρέστα σε πέσος, βλέπουμε τις υλικές και πολιτικές κατακτήσεις μιας Επανάστασης που δεν έμεινε στο παρελθόν: δημόσια υγεία και παιδεία,κοινωνικά αγαθά, την κατάκτηση του αλφαβητισμού, λαϊκή οργάνωση, διεθνισμό, αξιοπρέπεια».
«Πρέπει να ακούσεις για να καταλάβεις. Να φανταστείς μια ζωή άλλη από τη δική σου. Μόλις ενενήντα μίλια μακριά από το τέρας, η Κούβα εξακολουθεί να αντιστέκεται», υπογραμμίζει και επισημαίνει πως: «Απέναντι στον ιμπεριαλισμό η αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Είναι διεθνιστικό καθήκον, πολιτική θέση και πράξη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Υπενθυμίζεται πως οι διεθνείς μπριγάδες συνδέονται με τα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση, όταν νέοι και αγωνιστές από διαφορετικές χώρες άρχισαν να ταξιδεύουν στο νησί για να προσφέρουν εθελοντική εργασία και να γνωρίσουν από κοντά την κοινωνία που οικοδομούνταν.
Το 1972 δημιουργήθηκε το Διεθνές Στρατόπεδο «Julio Antonio Mella» στο Caimito, περίπου 45 χιλιόμετρα από την Αβάνα, που έκτοτε έγινε ένας από τους βασικούς τόπους υποδοχής των διεθνών μπριγάδων. Την ίδια χρονιά νέοι από 27 χώρες συμμετείχαν σε εθελοντικές εργασίες για την κατασκευή σχολείου και κατοικιών για εργαζόμενους, ενώ από εκεί και μετά οι αποστολές απέκτησαν πιο σταθερό και οργανωμένο χαρακτήρα.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν δημιουργήθηκαν διαφορετικές μπριγάδες από την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, τη Σκανδιναβία, την Αυστραλία και άλλες περιοχές του κόσμου, με κεντρικό ρόλο του Κουβανικού Ινστιτούτου Φιλίας με τους Λαούς (ICAP).
Μέσα σε αυτή τη μακρά ιστορική διαδρομή, οι μπριγάδες αποτελούν ένα θαυμαστό παράδειγμα διεθνιστικής αλληλεγγύης, βαθιά αντιιμπεριαλιστικό και πανανθρώπινο. Γίνεται μια αξιακά ανώτερη στάση ζωής, που ενώνει τους ανθρώπους πέρα από σύνορα και αποστάσεις, που υπερασπίζεται το δικαίωμα κάθε λαού στην ελευθερία, την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια, όπως μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κουβανικός λαός στο νησί του Φιντέλ και του Τσε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου