![]() |
| (shutterstock) |
Κανιβαλίζοντας τη μνήμη του Γεντί Κουλέ
Από τα τέλη του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ιδιαίτερα σκληρών συνθηκών. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα έγινε διαβόητο για την κράτηση πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα κομμουνιστών αντιστασιακών
Το Γεντί Κουλέ (Επταπύργιο), ιστορικό φρούριο και μετέπειτα φυλακή στην Ανω Πόλη της Θεσσαλονίκης, χτίστηκε στα βυζαντινά χρόνια και πήρε τη σημερινή του μορφή κυρίως κατά την οθωμανική περίοδο, τον 15ο αιώνα. Από τα τέλη του 19ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ιδιαίτερα σκληρών συνθηκών.
Στη διάρκεια του 20ού αιώνα έγινε διαβόητο για την κράτηση πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα κομμουνιστών αντιστασιακών. H φυλακή έκλεισε το 1989, όταν ο χώρος αποδόθηκε ως μνημείο στο υπουργείο Πολιτισμού, που πέτυχε την ένταξή του, τέλη δεκαετίας του ’80, στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Ως «μνημείο-φυλακή, κολαστήριο, που συνδέθηκε με τη δικτατορία του Μεταξά, τη γερμανική κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα των συνταγματαρχών», το είχε περιγράψει σε επιστημονική ημερίδα το 2025 και η αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Τσιγαρίδα, επιβεβαιώνοντας ότι το υπουργείο Πολιτισμού «αντιμετωπίζει με σεβασμό τις διαφορετικές πτυχές της μακράς ιστορίας του, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τη διπλή ταυτότητα του Επταπυργίου, ως βυζαντινό μνημείο και ως φυλακή». Το Γεντί Κουλέ ήρθε τελικά στο παρόν μας ως προστατευόμενο μνημείο στο οποίο γίνονταν περιστασιακά πολιτιστικές εκδηλώσεις κύρους, αλλά και ως σημείο αναφοράς του λαϊκού πολιτισμού, αφού χάρη σε μια σειρά από σπουδαία τραγούδια, με γνωστότερο ίσως το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» του Καλδάρα, τα βάσανά του πέρασαν και ως άυλο «μνημείο» σε νεότερες γενιές. Κι αυτά τα σπουδαία τραγούδια ανθολογεί στο αφιέρωμά του στις επόμενες σελίδες ο Σπύρος Κουζινόπουλος.
Ολα ωραία, λοιπόν; Οχι. Διότι πρόσφατα ο Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ) του ΥΠΠΟ ενέταξε το Επταπύργιο στη λίστα των 21 εμβληματικών μνημείων της Ελλάδας που έναντι χρηματικού ποσού «μετατρέπονται στο σκηνικό της δικής σας γαστρονομικής εμπειρίας» όπως διαφημίζει στην ιστοσελίδα του. Μάλλον ανατριχιαστικό στον ιστορικό χώρο όπου γίνονταν βασανιστήρια και εκτελέσεις, αλλά προφανώς τα σχέδια του ΟΔΑΠ ποντάρουν στην κοντή ή και στην καθόλου μνήμη.
Φυσικό ήταν να αντιδράσουν ζητώντας άμεσα την εξαίρεση του χώρου φορείς όπως ο Σύνδεσμος Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967–1974 και βουλευτές της αριστερής αντιπολίτευσης. Πλην όμως, η πρόεδρος του Δ.Σ. του ΟΔΑΠ, Νικολέττα Βαλάκου, στάθηκε ακλόνητη, υποστηρίζοντας μάλιστα πως εκδηλώσεις όπως τα γεύματα «θα προσφέρουν παρηγοριά και μια άλλη διάσταση (…), ως αντίστιξη ακριβώς στην κατάχρηση εξουσίας των κρατούντων σε εποχές εμπόλεμες και διαταραχής του δημοκρατικού πολιτεύματος»! Σε αυτό μπορεί κάποιος να αντιτάξει απλώς τους στίχους που ανθολογεί ο Κουζινόπουλος. Θα μπορούσε μάλιστα να αντιτάξει ακόμα και στίχους γραμμένους το ’76, όχι για το Επταπύργιο αλλά για την Ελευσίνα, απ’ τον μέγιστο Γκάτσο: «Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες, ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο/τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες (…)».
***
![]() |
| Screenshot |
Δεν είναι τυχαίο ότι κάπου είκοσι τραγούδια γράφτηκαν για το Επταπύργιο όσο λειτουργούσαν εκεί οι μεσαιωνικές φυλακές και τραγουδήθηκαν από κορυφαίους Ελληνες ερμηνευτές, καθώς το κάτεργο του Γεντί Κουλέ υπήρξε η χειρότερη φυλακή από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Και στον έναν αιώνα λειτουργίας του ως σωφρονιστικού καταστήματος έμεινε στην Ιστορία ως μία από τις πιο διαβόητες φυλακές της Ελλάδας.
Κάποια από τα τραγούδια αυτά ακούγονταν από τους ίδιους τους φυλακισμένους. Τραγουδούσαν άντρες από τα κελιά των αντρικών φυλακών και σαν σε χορωδία τούς απαντούσαν γυναίκες από τα κελιά των γυναικείων φυλακών που ήταν απέναντι. Αντρες τραγουδούσαν για τη μάνα τους και τις σκληρές συνθήκες κράτησης, γυναίκες για την αγάπη τους, συνθέτοντας μελωδίες συγκλονιστικές.

Αν και κλειστό εδώ και 37 χρόνια το άδειο πλέον κολαστήριο, είναι φορτωμένο με μνήμες που ξεχειλίζουν από τα βυζαντινά τείχη του. Πολλές φορές ο επισκέπτης του κάτεργου λες και ακούει τον απόηχο των κραυγών από τους κατάδικους που βασανίζονταν εκεί, τις αδύναμες φωνές των βιασμένων ανηλίκων, το βουβό κλάμα των απελπισμένων γυναικών. Νωπές οι μνήμες και για τους συγγενείς των εκατοντάδων εκτελεσμένων, όσων βρίσκονται ακόμη στη ζωή. Κρανίου τόπος.
Ας θυμηθούμε μερικά από τα πιο γνωστά και εμβληματικά τραγούδια που αναφέρονται ή παραπέμπουν έμμεσα στο Γεντί Κουλέ:
● «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι»: το έγραψε ο Απόστολος Καλδάρας για τους πολιτικούς κρατούμενους του Εμφυλίου στο Επταπύργιο, στο οποίο γίνονταν σχεδόν καθημερινά εκτελέσεις εκείνα τα μαύρα χρόνια. Ο Καλδάρας το 1946 σπούδαζε στη Γεωπονική της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα δούλευε ως μουσικός σε κάποια ταβερνάκια της πόλης. Συχνά επισκεπτόταν έναν φίλο του που έμενε πίσω από το Επταπύργιο και εκεί έβλεπε να σέρνουν με τις χειροπέδες νέα παλικάρια και κορίτσια, να τα ρίχνουν χτυπώντας τα στη φυλακή ή να τα εκτελούν. Αυτές τις εικόνες ως ευαισθητοποιημένος δημιουργός, τις απέδωσε μέσα στο τραγούδι «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι». Για να περάσει τη λογοκρισία της εποχής, ο Καλδάρας αναγκάστηκε να αλλάξει τους στίχους του τραγουδιού του. Οι αρχικοί στίχοι πριν λογοκριθούν έλεγαν:
«Νύχτωσε και στο Γεντί, το σκοτάδι είναι βαθύ,
κι ένα παλικάρι λιώνει στο στενό του το κελί».

● «Κάνε λιγάκι υπομονή»: την ίδια τύχη είχε και το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Κάνε λιγάκι υπομονή» που γράφτηκε στα τέλη του 1948. Οι Αρχές το απαγόρευσαν διότι αναγνώρισαν στους στίχους του αναφορές στους ηττημένους του εμφυλίου πολέμου. Πράγματι το τραγούδι του Τσιτσάνη αποδείχτηκε ο ύμνος της απαγορευμένης ελπίδας και αργότερα στις φυλακές, στη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, οι πολιτικοί κρατούμενοι το τραγουδούσαν δυνατά δίνοντας κουράγιο στους συντρόφους τους στην απομόνωση.
«Μην απελπίζεσαι και δε θ’ αργήσει
κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή».
● «Αναστενάζει ο Γεντί – Κουλές»: γράφτηκε από τον συνθέτη Σαράντη Κοτομάτη γύρω στο 1960 και το ερμήνευσαν ο Στέφανος Κιουπρούλης ή Χοντρονάκος και η Μαριώ (Μαριώ Κωνσταντινίδου), που αποτέλεσαν ένα από τα πιο εμβληματικά και αυθεντικά ντουέτα του θεσσαλονικιώτικου ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού.
Αναστενάζει ο Γεντί – Κουλές
τι έχεις, παλικάρι μου, και κλαις.
Θρηνώ τα μαύρα νιάτα μου
στο κρύο το κελί μου,
μέσ’ στα βαριά τα σίδερα
θ’ αφήσω το κορμί μου».
● «Στου Γεντί Κουλέ τον δρόμο»: το 2001 κυκλοφόρησε ένας δίσκος του Πασχάλη Τερζή, αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τον Μάριο Τόκα, με τίτλο «Θέλω να πω» και με δεκατέσσερα τραγούδια, τρία από τα οποία ήταν σε στίχους του Φίλιππου Γράψα. Ανάμεσά τους και το περίφημο «Στου Γεντί Κουλέ το δρόμο».
«Στου Γεντί Κουλέ το δρόμο
τοιχοκόλλαγαν τον νόμο,
στου Γεντί Κουλέ την πύλη
κλαίγαν συγγενείς και φίλοι».
Να σταθούμε σύντομα και σε μερικά τραγούδια ακόμη που κάνουν αναφορά στις φυλακές Επταπυργίου.
● «Πέντε χρόνια δικασμένος» που γράφτηκε από τον σπουδαίο Σμυρνιό δημιουργό Βαγγέλη Παπάζογλου το 1934 και η πρώτη εκτέλεση έγινε από τον Στέλιο Περπινιάδη.
«Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί Κουλέ,
από το πολύ σεκλέτι το ‘ριξα στον ναργιλέ».
● Ενα άλλο τραγούδι είναι το «Πέρα στο Γεντί Κουλέ» του Γιώργου Παπασιδέρη. Ενα πολύ παλιό και βαρύ ρεμπέτικο της προπολεμικής περιόδου, ερμηνευμένο ιδανικά από τον Παπασιδέρη.
«Πέρα στο Γεντί Κουλέ, μέσα στη μαύρη φυλακή,
κλαίνε την τύχη τους την κακή».
● Επίσης το «Βράδιασε μες στο Γεντί Κουλέ» του Γιώργου Μητσάκη. Γράφτηκε το 1946 και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, την οποία ερμήνευσε συγκλονιστικά ο Στέλιος Καζαντζίδης.
«Βράδιασε μες στο Γεντί Κουλέ
σκοτάδι έπεσε βαρύ,
κι ένας κατάδικος λεβέντης
αναστενάζει με καημό…».
● Του Μητσάκη είναι και το τραγούδι «Ο δραπέτης του Γεντί Κουλέ», που περιγράφει την απόδραση ενός κρατουμένου από τα τείχη του Επταπυργίου. Εχει ερμηνευτεί από πολλούς καλλιτέχνες, ανάμεσά τους και ο Μανώλης Αγγελόπουλος.
«Τα κάστρα του Γεντί Κουλέ τα πήδηξα μια νύχτα
και τότε με περάσανε από μεγάλη δίκη
στη Θεσσαλονίκη, στη Θεσσαλονίκη…».
● Την περίοδο του Μεσοπολέμου συναντάμε το αδέσποτο στιχάκι «Αντιλαλούν οι φυλακές, το Μπούρτζι κι ο Γεντικουλές». Το στιχάκι αυτό το χρησιμοποίησε ο Μάρκος Βαμβακάρης το 1935, για να στήσει το εμβληματικό και αγέραστο ομότιτλο τραγούδι του της φυλακής. Ενα τραγούδι που το 1960 ερμήνευσε με επιτυχία και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
● Υπάρχει ακόμη το τραγούδι «Γεντί Κουλέ» ή αλλιώς «Για μια γυναίκα χάθηκα» του Βασίλη Τσιτσάνη, με στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, που κυκλοφόρησε το 1951 με πρώτη εκτέλεση από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και φωνητικά της Μαρίκας Νίνου.
«Αν θέλεις, μάνα, να το δεις
το δύστυχο παίδί σου,
έλα μέσ’ στο Γεντί Κουλέ
να κλάψει η ψυχή σου».
● Τον ίδιο τίτλο «Γεντί Κουλέ» έχει και το τραγούδι που έγραψε το 1985 με δικούς του στίχους και μουσική ο Μιχάλης Τερζής και η πρώτη εκτέλεση ήταν του Κώστα Σμοκοβίτη.
«Στο Γεντί Κουλέ χάνομαι, καλέ.
Σκουριασμένα σίδερα, χρόνια σκοτωμένα,
η ζωή μια χίμαιρα και φωτιά για μένα».
● Ενα άλλο τραγούδι με τίτλο «Γεντί κουλέ» είναι αυτό που γράφτηκε το 1934 σε στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη, μουσική του Σώσου Ιωαννίδη και πρώτη εκτέλεση από τον Γιώργο Παπασιδέρη.
«Πέρα στο Γεντί Κουλέ τα κάστρα γκρεμούν
στον πόνο τους πνιγμένοι μέρα νύχτα τραγουδούν».
● Δεν μπορούμε επίσης να μην αναφερθούμε στα «Δύο τραγούδια για το Γεντί Κουλέ» που έγραψε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Εντευκτήριο» τον Οκτώβριο του 1987.
«Μες στο Γεντί σε θάψανε
και μένα με ρημάξανε».
● Κλείνοντας πρέπει να σταθούμε σε ακόμη δύο τραγούδια που γράφτηκαν για το Γεντί Κουλέ, αυτή τη φορά στα ποντιακά. Το ένα το 1984 με τίτλο «Σο Γεντί Κουλέ» από τον Γιώργο Ακριτίδη και το δεύτερο με τίτλο «Ο Κώτσον ας σο Μουζτερέκ» του Θόδωρου Παυλίδη, που γράφτηκε το 1995 και εστιάζει στον τραγικό εντοπισμό του πατέρα του πίσω από τα σίδερα.
● Θα τελειώσουμε με ακόμη ένα τραγούδι για το Γεντί Κουλέ, αυτή τη φορά στα σεφαραδίτικα ισπανοεβραϊκά που γράφτηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου και το διέσωσε ο Αλμπέρτος Ναρ ηχογραφώντας το στα 1990. Το τραγουδάει ο Θεσσαλονικιός Δαβίδ Σαλτιέλ, ενώ το ερμήνευσε και η Σαβίνα Γιαννάτου με την εξαιρετική φωνή της.
Πρέπει να πούμε ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν κάποιοι κάτοικοι της περιοχής που δηλώνουν ότι τα βράδια ακούνε τα αγκομαχητά των φυλακισμένων, τις οιμωγές όσων βασανίζονταν στα εφιαλτικά μπουντρούμια. Και στο θρόισμα του αέρα τούς φαίνεται, αν και πέρασαν τόσες δεκαετίες από τότε που έπαψε να λειτουργεί ως φυλακή, ότι ακούνε τα τραγούδια που έβγαιναν από τα σπλάχνα των πολιτικών κρατουμένων, ιδιαίτερα της περιόδου της Κατοχής και του Εμφυλίου, καθώς τους πήγαιναν για εκτέλεση «εις τον συνήθη τόπον», εκεί όπου εντοπίστηκαν τελευταία οι ομαδικοί τάφοι με τους δεκάδες σκελετούς.
«Αναστενάζει ο Γεντί Κουλές
Τι έχεις παλικάρι μου και κλαις».
ΠΗΓΗ: efsyn.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου