
Ποιοι επιχειρηματικοί κλάδοι χρηματοδοτούν την ακροδεξιά
Συνέντευξη με τον Τέο Μπουρζερόν* από TNI
Πίσω από την άνοδο του φασισμού κρύβονται συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί κλάδοι, όπως αυτός των εναλλακτικών επενδύσεων, που ανταγωνίζονται για την εξουσία. Η κατανόηση των υλικών συμφερόντων και των ρήξεων μεταξύ των ελίτ είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη μιας αντιφασιστικής πολιτικής.
Ποια τμήματα του κεφαλαίου υποστηρίζουν την ακροδεξιά σε παγκόσμιο επίπεδο;
Εξαρτάται από τις χώρες και τους καπιταλιστικούς οργανισμούς, αλλά σε γενικές γραμμές συναντά κανείς πάντα έναν συνδυασμό ανερχόμενων οικονομικών κλάδων, όπως οι εναλλακτικές επενδύσεις (ταμεία ιδιωτικών κεφαλαίων και hedge funds), κυρίαρχων κλάδων που βρίσκονται υπό πίεση (όπως οι επιχειρήσεις ορυκτών καυσίμων) και εκείνων που βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση, όπως οι μικροί λιανοπωλητές και οι αγρότες.
Στη Δυτική Ευρώπη –όπως στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο– καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες, συναντά κανείς παρόμοιες διατάξεις: δισεκατομμυριούχοι από τους χώρους των ενναλλακτικών επενδύσεων, των ορυκτών καυσίμων και της τεχνολογίας συγκλίνουν υποστηρίζοντας ακροδεξιά κινήματα, συχνά σε συμμαχία με λιγότερο ισχυρούς κλάδους, όπως οι κατασκευές ή η γεωργία.
Στην Ανατολική Ευρώπη αντίθετα, σε χώρες που κατέχουν περιφερειακή ή ημιπεριφερειακή θέση στην ευρωπαϊκή κυκλοφορία κεφαλαίων, τα ακροδεξιά κινήματα υποστηρίζονται από συμφέροντα των τομέων των κατασκευών και της γεωργίας, με σημαντική διάσπαση μεταξύ εγχώριου και ξένου κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι τμήματα του εγχώριου κεφαλαίου χρησιμοποιούν ακροδεξιούς ηγέτες για να «πάρουν το μερίδιό τους» από τις ροές ξένου κεφαλαίου.
Στην Ινδία, παρατηρείται συμπαιγνία μεταξύ του κυβερνώντος εθνικιστικού κόμματος BJP (Bharatiya Janata Party) και μεγάλων εταιρειών που επιδιώκουν μια νέα φιλοεπιχειρηματική, απορρυθμιστική ατζέντα. Αυτό ευνοεί δισεκατομμυριούχους όπως ο Μουκές Αμπάνι, σε σημείο που ορισμένοι αναφέρονται στο «δισεκατομμυριούχο Ρατζ».
Υπάρχουν ποικίλες διαφοροποιήσεις λοιπόν, ανάλογα με τη θέση της κάθε χώρας. Σε διαφορετικές χώρες, ο ίδιος κλάδος, για παράδειγμα ο ίδιος χρηματοοικονομικός υποτομέας, μπορεί να υποστηρίζει ή να μην υποστηρίζει τα τοπικά ακροδεξιά κινήματα. Το κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι υπάρχουν επιχειρήσεις που, για διάφορους λόγους – η πρόσφατη οικονομική τους άνοδος που δεν αντανακλάται στους θεσμούς, η πίεση που αισθάνονται από τις ρυθμιστικές αρχές, η υποδεέστερη θέση τους – επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ακροδεξιούς ηγέτες για να αμφισβητήσουν τους οικονομικούς τους αντιπάλους.
Γιατί επέλεξαν να απορρίψουν τα δόγματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που έδιναν έμφαση στο ελεύθερο εμπόριο, στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και στις δεσμεύσεις (αν και επιφανειακές) για κοινωνικά φιλελεύθερες αξίες όπως η πολυμορφία, η εταιρική κοινωνική ευθύνη κ.λπ.; Γιατί αντ’ αυτού έχουν υιοθετήσει τον οικονομικό εθνικισμό και τον κοινωνικό συντηρητισμό;
Το ζήτημα της σχέσης μεταξύ αυτών των επιχειρηματικών συμφερόντων και των νεοφιλελεύθερων θεσμών δεν είναι τόσο απλό. Η έννοια του μετα-νεοφιλελευθερισμού, που επινοήθηκε από τους Γουίλ Ντέιβις και Νίκολας Γκέιν, είναι πραγματικά χρήσιμη για να κατανοήσουμε τη δυναμική που επικρατεί. Yπάρχουν ισχυροί παράγοντες που, σε κάποιο σημείο, αμφισβήτησαν τους εμβληματικούς θεσμούς του νεοφιλελευθερισμού, όχι επειδή αντιτίθενται στο ιδεολογικό τους περιεχόμενο, αλλά μάλλον επειδή θέλουν να ριζοσπαστικοποιήσουν ορισμένες πτυχές του νεοφιλελευθερισμού όπως ο αυταρχισμός, η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, η πατριαρχία, ο ρατσισμός ή η αναπηροφοβία.
Αυτή η ριζοσπαστικοποίηση είναι χρήσιμη για να μετατοπιστούν τα όρια της συσσώρευσης, καθώς η επέκταση του αυταρχικού ή πατριαρχικού χαρακτήρα του καθεστώτος αλλάζει και τη φύση των συμβιβασμών που πρέπει να κάνουν αυτές οι επιχειρηματικές δυνάμεις με άλλες κοινωνικές ομάδες, προκειμένου να διατηρήσουν το μοντέλο συσσώρευσής τους. Όπως έχει δείξει ο Γκρεγουάρ Σαμαγιού στο έργο του για τις «ακυβέρνητες κοινωνίες» – το οποίο παρακολουθεί τις αντιδράσεις της επιχειρηματικής ελίτ στις κοινωνικές αναταραχές των δεκαετιών του 1960 και του 1970 – οι επιχειρηματικοί κύκλοι αισθάνονται εδώ και καιρό αυτή την ένταση μεταξύ της διατήρησης του τρόπου συσσώρευσης κερδίζοντας χρόνο μέσω παραχωρήσεων σχετικά χαμηλού κόστους (π.χ. ποικιλομορφία, ισότητα – διαφορετικότητα και συμπερίληψη (DEI), εταιρική κοινωνική ευθύνη (CSR), κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις) και της διατήρησης του τρόπου συσσώρευσης μέσω της άμεσης καταστολής.
Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε και κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης, με τους «Chicago Boys», όπως ο Μίλτον Φρίντμαν, να υποστηρίζουν την εντατικοποίηση της ταξικής πάλης εναντίον των εργαζομένων και να καταγγέλλουν μέτρα που αποσκοπούσαν στο να κερδίσουν χρόνο, όπως η εταιρική κοινωνική ευθύνη. Ορισμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι τείνουν πλέον να πιστεύουν ότι είναι υπερβολικά δαπανηρό να κερδίσουν και πάλι χρόνο, και έτσι στρέφονται προς τη δεύτερη επιλογή.
Όσον αφορά τον οικονομικό εθνικισμό, πράγματι τον συναντά κανείς είτε εξετάζει τον πυρήνα της αμερικανικής αυτοκρατορίας (στο καθεστώς Τραμπ), είτε σε ημιπεριφερειακές χώρες (στη Γαλλία, για παράδειγμα, όπου το Rassemblement National – πρώην Εθνικό Μέτωπο – επιθυμεί σαφώς να αντικαταστήσει τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας με εγχώριες), όσο και στις περιφερειακές περιοχές (στη Ρουμανία, όπου η προσπάθεια του ακροδεξιού κόμματος AUR να αναλάβει την εξουσία έχει σαφώς στόχο να καταστείλει το ξένο κεφάλαιο και να στηρίξει το εγχώριο). Αυτή η ένταση μεταξύ εγχώριου και ξένου κεφαλαίου δεν είναι καινούργια, αλλά οι ρυθμίσεις που κρατούσαν το εγχώριο κεφάλαιο υπό έλεγχο στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση φαίνεται να έχουν εξασθενήσει, ξεκινώντας από τον πυρήνα της αυτοκρατορίας, και ως αποτέλεσμα βλέπουμε παντού ακροδεξιούς παράγοντες να υποστηρίζουν αυστηρότερες πολιτικές οικονομικού εθνικισμού.
Τι οδήγησε ιστορικά σε αυτή τη στιγμή;
Βρισκόμαστε στο χείλος μιας κρίσης συσσώρευσης. Με άλλα λόγια, η επένδυση κεφαλαίου δεν αποφέρει πλέον αυξανόμενες αποδόσεις. Αυτό δεν είναι καινούργιο. Οι καπιταλιστικές οικονομίες βρίσκονται πάντα στο χείλος μιας κρίσης συσσώρευσης, αλλά οι πρόχειρες λύσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί για την άμβλυνση των πρόσφατων κρίσεων – αυξημένο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, αυξημένη εκμετάλλευση της εργασίας, αυξημένη εκμετάλλευση της φύσης μέσω της ευρύτερης χρήσης ορυκτών καυσίμων, επέκταση των πιο κερδοσκοπικών μορφών πλασματικού κεφαλαίου – φαίνεται να έχουν σχεδόν εξαντληθεί.
Η αλλαγή καθεστώτος και οι ακροδεξιοί ηγέτες αποτελούν έναν τρόπο να καθυστερήσει περαιτέρω η κρίση της συσσώρευσης. Όπως φαίνεται από τη δουλειά της Dorit Geva για την Ουγγαρία, η διακυβέρνηση του Όρμπαν συνιστά επίσης μια μέθοδο εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης μέσω του αυταρχισμού, με την ενίσχυση πατριαρχικών δομών που αποσπούν περισσότερη άμισθη εργασία από τις γυναίκες. Το ίδιο είναι προφανές και από την αμερικανική πολιτική: το κίνημα MAGA του Τραμπ είναι αποφασισμένο να βρει νέους δρόμους συσσώρευσης. Προσφέρει κρατική χορηγία στα κρυπτοστοιχεία, τονώνει την κατανάλωση και παραγωγή ορυκτών καυσίμων, και χρησιμοποιεί την αμερικανική διπλωματία για να απαλλοτριώσει ξένα κεφάλαια από υποτελείς χώρες. Οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν τα ακροδεξιά κινήματα, γιατί τους επιτρέπουν να βρουν νέες «διορθωτικές κινήσεις» (fixes) απέναντι στην επερχόμενη κρίση συσσώρευσης.
Ποια είναι τα οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα που ωθούν τις επιχειρήσεις να υποστηρίζουν την ακροδεξιά;
Πρέπει να διακρίνουμε δύο επίπεδα ανάλυσης για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα. Πρώτον, οι επιχειρήσεις αναζητούν ευνοϊκές θεσμικές ρυθμίσεις από το κράτος. Οι επιχειρήσεις επηρεάζονται από τη ρύθμιση σε όλα τα στάδια της λειτουργίας τους και η εξασφάλιση ευνοϊκής ρύθμισης είναι ζωτικής σημασίας. Αν πάρουμε το παράδειγμα των εναλλακτικών επενδύσεων (δηλ. τα hedge funds, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, τα κεφάλαια υποδομών) που έχουν στηρίξει ακροδεξιά κόμματα στις ΗΠΑ και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, η υποστήριξή τους προς τα ακροδεξιά κινήματα πηγάζει από την ανάγκη για χρηματοοικονομικές μεταρρυθμίσεις. Θέλουν να διοχετεύονται περισσότερα χρήματα προς αυτές εις βάρος άλλων τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών κλάδων: θέλουν οι ασφαλιστικές εταιρείες ζωής και τα συνταξιοδοτικά ταμεία να υποχρεώνονται να επενδύουν μέρος των εσόδων τους (παρά τις εξαιρετικά υψηλές προμήθειές τους), θέλουν το κράτος να τις επιδοτεί μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων. Ιστορικά, οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις είχαν την τάση να υποστηρίζουν τον παραδοσιακό τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα έναντι των εναλλακτικών επενδύσεων, οπότε αναζητούν άλλους πολιτικούς μεσάζοντες για να αλλάξουν αυτό το status quo.
Δεύτερον, και τα δύο επίπεδα της ανάλυσής μου είναι φυσικά αλληλένδετα, ορισμένοι τομείς της επιχειρηματικής κοινότητας επιδιώκουν επίσης αλλαγή καθεστώτος. Η μορφή του πολιτικού καθεστώτος περιορίζει τα είδη των θεσμικών ρυθμίσεων που μπορούν να εξασφαλίσουν οι επιχειρήσεις, αλλά απαιτεί επίσης συνεχείς διαπραγματεύσεις με τις κομματικές δυνάμεις που είναι υπεύθυνες για την εξασφάλιση εκλογικών πλειοψηφιών.
Όταν ακροδεξιά κόμματα όπως το Reform UK στη Βρετανία ή το Rassemblement National στη Γαλλία επιθυμούν να εγκρίνουν τη μέθοδο της υδρορωγμάτωσης (fracking) ή να επιτρέψουν εκ νέου την εξερεύνηση πετρελαίου στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της εκάστοτε χώρας, αυτό συνάδει απόλυτα με τα συμφέροντα των δισεκατομμυριούχων του κλάδου των ορυκτών καυσίμων, αλλά γενικά συναντά την αντίθεση της εκλογικής βάσης αυτών των κομμάτων, η οποία θα επηρεαστεί αρνητικά από τη ρύπανση και την περιβαλλοντική καταστροφή που θα ακολουθήσουν.
Η διαχείριση αυτών των αντιφάσεων είναι δαπανηρή, καθώς οι επιχειρήσεις πρέπει να κάνουν παραχωρήσεις σε άλλες ομάδες ως αντάλλαγμα για την επίτευξη των δικών τους στόχων. Η αλλαγή της μορφής του πολιτικού καθεστώτος επιτρέπει τη μείωση αυτών των δαπανών. Για παράδειγμα, η ποινικοποίηση των περιβαλλοντικών κινημάτων, η χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών για να χαμηλώσει το όριο για την εκλογική νίκη, η καταστολή των ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης και της επιστήμης. Αν και αυτά δεν έχουν άμεση σχέση με τις δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων, έχουν ισχυρή έμμεση σχέση με την ικανότητα αυτών των ακροδεξιών επιχειρηματιών να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους. Έτσι, συχνά υπάρχουν δύο κίνητρα πίσω από την υποστήριξη των επιχειρήσεων προς την ακροδεξιά: η εξασφάλιση ευνοϊκής ρύθμισης για το συγκεκριμένο επιχειρηματικό τους μοντέλο, συχνά εις βάρος άλλων υποτομέων και ανταγωνιστών και η μεταμόρφωση του πολιτικού καθεστώτος, ώστε να διευκολύνεται η προώθηση των συμφερόντων τους μακροπρόθεσμα.
Πώς υποστηρίζουν αυτές οι επιχειρηματικές ελίτ την ακροδεξιά;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι, και θα τους επεξηγήσω με ένα παράδειγμα από τη Γαλλία. Υπάρχουν έμμεσοι τρόποι, οι οποίοι είναι πιθανώς οι πιο ισχυροί και σημαντικοί. Αυτοί σχετίζονται με αυτό που οι Ουρλιέν Μοντόν και Άαρον Γουίντερ έχουν περιγράψει ως «ενσωμάτωση» δομών όπως τα μέσα ενημέρωσης, ο ακαδημαϊκός χώρος και τα κέντρα μελετών, με σκοπό την υποστήριξη της ακροδεξιάς μέσω της διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και των εκλογών.
Ο δισεκατομμυριούχος Βανσάν Μπολορέ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα – χρησιμοποιεί τα έσοδα από τις λιμενικές υποδομές του στην Αφρική και τα συμφέροντά του στον τομέα των αποθηκών πετρελαίου για να εξαλείψει τη γαλλική δημόσια συζήτηση και το εθνικό πολιτιστικό τοπίο. Μπήκε στον κόσμο των μέσων ενημέρωσης τη δεκαετία του 2000 και είναι πλέον ο κύριος μέτοχος της μεγαλύτερης γαλλικής εταιρείας επικοινωνιών (Havas), του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού (και γαλλικού) εκδοτικού ομίλου (Hachette), της μεγαλύτερης γαλλικής εταιρείας παραγωγής πολιτιστικού περιεχομένου (Vivendi και Universal) και ενός από τους μεγαλύτερους γαλλικούς ομίλους μέσων ενημέρωσης (με το τηλεοπτικό κανάλι CNews, τον ραδιοφωνικό σταθμό Europe1 και την εφημερίδα Journal du Dimanche). Ενώ στη δεκαετία του 2000 είχε την υποστήριξη του Νικολά Σαρκοζί και ήταν προσωπικός του φίλος, σήμερα χρησιμοποιεί πολύ ξεκάθαρα αυτές τις επιχειρήσεις για να στηρίξει ακροδεξιά κόμματα στη Γαλλία. Υποστηρίζει μάλιστα κόμματα και φωνές που βρίσκονται ακόμη πιο δεξιά από το Rassemblement National, ωθώντας τα κόμματα αυτά να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
Πολλοί άλλοι επιχειρηματίες στη Γαλλία υποστηρίζουν έμμεσα την ακροδεξιά χρηματοδοτώντας το πλήθος των φιλελεύθερων, εθνικιστικών ή υπέρ της λευκής υπεροχής κέντρων μελετών, και των περιοδικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που αναδύονται από την ακροδεξιά. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Σάρλ Μπεγκμπέντερ, ένας πολυεκατομμυριούχος, ιδρυτής μιας ιδιωτικής ενεργειακής εταιρείας στη Γαλλία και πρώην επικεφαλής της ομάδας πίεσης για τις start-up Croissance Plus, η οποία χρηματοδότησε τη Μαριόν Μαρέσαλ, ανιψιά της Μαρίν Λε Πεν, για να ιδρύσει το ISSEP, ένα ιδιωτικό σχολείο με στόχο την εκπαίδευση των μελλοντικών ελίτ της γαλλικής ακροδεξιάς.
Υπάρχουν όμως και πιο άμεσοι τρόποι υποστήριξης της ακροδεξιάς. Τα ακροδεξιά κόμματα χρειάζονται χρηματοδότηση για να συμμετάσχουν στις εκλογές και αυτές οι επιχειρήσεις παρέχουν πίστωση ή άμεση χρηματοδότηση. Επιπλέον, το να έχεις έναν δισεκατομμυριούχο στο πλευρό σου είναι χρήσιμο και με άλλους τρόπους. Ο Γάλλος δισεκατομμυριούχος Πιερ-Εντουάρ Στερίν και ο επιχειρηματικός του συνεργάτης Φρανσουά Ντουρβί, για παράδειγμα, αγόρασαν πρόσφατα την οικογενειακή έπαυλη της Μαρίν Λε Πεν στο Σεν-Κλου, σε μια τιμή που φαίνεται υπερτιμημένη, προκειμένου να υποστηρίξουν τις πρωτοβουλίες της.
Επίσης ο Βανσάν Μπολορέ άνοιξε τις πόρτες της έπαυλής του στο Παρίσι, στην κλειστή κοινότητα της Βίλα Μονμορενσί, για να φιλοξενήσει τις συνομιλίες μεταξύ του Rassemblement National και του παραδοσιακού δεξιού κόμματος Les Républicains κατά τη διάρκεια των πρόωρων βουλευτικών εκλογών του 2024. Ο Ερίκ Σιοτί, τότε πρόεδρος των Les Républicains, κατέληξε να προδώσει το κόμμα του και να συσπειρωθεί με το Rassemblement National μαζί με ορισμένους βουλευτές των Les Républicains. Αυτή είναι μια πολύ άμεση μορφή επιρροής.
Ποια ήταν η αντίδραση άλλων τμημάτων του κεφαλαίου, όπως εκείνων που υποστήριξαν τον Μακρόν στη Γαλλία ή την Κάμαλα Χάρις στις ΗΠΑ; Μπορούν να συμβιβαστούν με την εθνικιστική δεξιά; Τι θα συνέβαινε αν η επιλογή ήταν μεταξύ της ακροδεξιάς και της σοσιαλιστικής αριστεράς;
Το πρώτο που πρέπει να πούμε είναι ότι υπάρχει μια πραγματική διαμάχη μεταξύ φραξιών της επιχειρηματικής τάξης. Έτσι, άλλες φράξιες του κεφαλαίου είναι φυσικά δυσαρεστημένες με την άνοδο της ακροδεξιάς, διότι χάνοντας τις εκλογές, χάνουν κυρίως την ηγεμονία τους επί του μπλοκ εξουσίας και μετατρέπονται σε υποταγμένους τομείς.
Το δεύτερο είναι ότι αυτές οι διαμάχες εντός της επιχειρηματικής κοινότητας διαφέρουν πολύ από τις διαμάχες μεταξύ καπιταλιστών και εργαζομένων. Η διαμάχη εντός της επιχειρηματικής κοινότητας δεν σταματά ποτέ πραγματικά. Αναδιαμορφώνει τις ιεραρχίες εντός των μπλοκ εξουσίας: ορισμένες κυρίαρχες ομάδες υποτάσσονται και ορισμένες από τις τελευταίες αναρριχώνται στην ηγεμονία. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι ένα μπλοκ εξουσίας που απαιτεί εκμετάλλευση, στέρηση περιουσίας και κερδοσκοπία σε διάφορες αναλογίες για να συνεχίσει τη συσσώρευση.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως η Μαρλέν Μπενκέτ και εγώ δείχνουμε στο βιβλίο μας «Alt-Finance», γύρω από το δημοψήφισμα για το Brexit και την κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον, υπήρξε μια σύγκρουση μεταξύ των σκληροπυρηνικών και των μετριοπαθών στο κόμμα των Τόρι, η οποία αντανακλούσε μια ευρύτερη σύγκρουση εντός του βρετανικού χρηματοπιστωτικού τομέα μεταξύ της εναλλακτικής χρηματοδότησης και των παραδοσιακών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών τομέων. Η πρώτη ομάδα επιχειρήσεων και πολιτικών επικράτησε των αντιπάλων της, αλλά αυτό δεν οδήγησε στην κατάρρευση του παραδοσιακού βρετανικού τραπεζικού και ασφαλιστικού τομέα.
Τα hedge funds και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια (private equity) κατάφεραν να απαλλαγούν από την ευρωπαϊκή οδηγία για τους διαχειριστές εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων (AIFM) μετά το Brexit, μια κίνηση που περίμεναν εδώ και καιρό. Οι μεγάλες τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες έχασαν την πρόσβαση στις αγορές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), κάτι με το οποίο διαφώνησαν, αλλά αυτό δεν ήταν το τέλος του κόσμου. Η Βρετανική Ένωση Κεφαλαίων Επιχειρηματικού Κινδύνου (BVCA), το λόμπι των ιδιωτικών κεφαλαίων, κατάφερε να προτείνει μεταρρυθμίσεις που θα υποχρέωναν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τις ασφαλιστικές εταιρείες και τους τραπεζίτες να επενδύουν μεγαλύτερο μέρος των εσόδων που συλλέγουν στα κεφάλαιά τους. Οι παραδοσιακοί τραπεζικοί και χρηματοοικονομικοί παράγοντες δεν ήταν ευχαριστημένοι με αυτό. Πρόκειται για μια θεαματική μετατόπιση στις ιεραρχίες εξουσίας στον βρετανικό επιχειρηματικό κόσμο, καθώς τα εναλλακτικά χρηματοοικονομικά κεφάλαια ήταν ιστορικά απλώς μικρά παρακλάδια των μεγάλων τραπεζών. Ωστόσο, οι παραδοσιακές χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις αναπροσαρμόστηκαν και αποδέχτηκαν τη νέα τάξη πραγμάτων.
Όσον αφορά την εναλλακτική μεταξύ της ακροδεξιάς και της σοσιαλιστικής αριστεράς, αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα. Τα ακροδεξιά κινήματα που χρηματοδοτούνται από τις επιχειρήσεις επιδιώκουν μια νέα κοινωνική ρύθμιση που θα προστατεύει την ιδιωτική ιδιοκτησία. Στην Ουγγαρία, για παράδειγμα, ο Όρμπαν ήταν αρχικά ένας κλασικός κεντροδεξιός, φιλοεπιχειρηματικός βουλευτής. Έχει στραφεί προς την ακροδεξιά για να καθιερώσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ τομέων του κεφαλαίου και άλλων κοινωνικών ομάδων, το οποίο θα αποτρέπει τις κοινωνικές αναταραχές διατηρώντας παράλληλα τη συσσώρευση, προστατεύοντας τον εταιρικό φόρο 9% για τις ξένες εταιρείες, ικανοποιώντας τις εγχώριες περιουσίες με τη διανομή κρατικής γης και συμφερόντων, και διατηρώντας μια σταθερή κοινωνική τάξη μέσω αυταρχικής και αντιδραστικής πολιτικής. Υπάρχει αντίθεση μεταξύ της ακροδεξιάς, μετα-νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της παραδοσιακής, νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια μάχη μέχρι θανάτου, αλλά μάλλον για μια τακτική διάσπαση εντός της επιχειρηματικής κοινότητας.
Ο περιορισμένος χαρακτήρας αυτής της αντίθεσης έχει περιπλακεί με ιδεολογικές προσεγγίσεις που εστιάζουν στην κομματική προπαγάνδα και στα κίνητρα των ψηφοφόρων, οι οποίες εξετάζουν τα αντιδραστικά κινήματα με έννοιες όπως «λαϊκισμός», «αντι-νεοφιλελεύθερο αντίκινημα» ή «αντιελιτιστικά δεξιά κινήματα». Όπως έγραψα πρόσφατα , αυτές οι προσεγγίσεις είναι περιορισμένες και θα πρέπει να συμπληρωθούν με υλιστικές αναλύσεις της ακροδεξιάς.
Αν ξεπεράσουμε τον λόγο και εξετάσουμε τα επιχειρηματικά συμφέροντα, διαπιστώνουμε ότι πράγματι οι επιχειρηματικοί παράγοντες τείνουν να προτιμούν να ευθυγραμμιστούν πίσω από τους νικητές της ακροδεξιάς παρά να διακινδυνεύσουν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση με σοβαρή πρόθεση να αναδιανείμει τον πλούτο και να κοινωνικοποιήσει την παραγωγή.
Βλέπουμε την εμφάνιση σημαντικών ρήξεων στο κεφάλαιο;
Αυτές οι ρήξεις στην πραγματικότητα συνέβησαν πριν από πολλές δεκαετίες και ο ανταγωνισμός μεταξύ αντιδραστικών, μετα-νεοφιλελεύθερων κινημάτων και παραδοσιακών, νεοφιλελεύθερων πολιτικών δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Στο βιβλίο «Alt-Finance», δείχνουμε ότι οι συγκρούσεις μεταξύ των σκληροπυρηνικών των Τόρι (τόσο της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος, όπως η Λιζ Τρας, όσο και των αυτοαποκαλούμενων «αουτσάιντερ» όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ) και των υποτιθέμενων μετριοπαθών (όπως ο Ντέιβιντ Κάμερον) στο πλαίσιο της βρετανικής πολιτικής, προέκυψαν από μακροχρόνια αντιπαράθεση εντός της επιχειρηματικής κοινότητας του Ηνωμένου Βασιλείου, και ειδικά εντός του πανίσχυρου χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας.
Η αντιπαράθεση στον χρηματοπιστωτικό τομέα υπήρχε από την αρχή, τη δεκαετία του 1980, όταν οι μεγάλες τράπεζες άρχισαν να δημιουργούν εσωτερικά κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερες αποδόσεις, και στη συνέχεια αναγκάστηκαν γρήγορα να τα αποσχίσουν. Έπρεπε να τους παραχωρήσουν οργανωτική αυτονομία, επειδή οι τράπεζες δεν μπορούν να κατέχουν κεφάλαια ιδιωτικών συμμετοχών. Για να λειτουργήσει το επιχειρηματικό τους μοντέλο, πρέπει να συγκεντρώνουν κεφάλαια από φορείς που ανταγωνίζονται ή έχουν συγκρούσεις συμφερόντων με τους ιδιοκτήτες των τραπεζών – όλοι αυτοί αποτελούν βάσιμους λόγους για να είναι ανεξάρτητοι.
Αυτοί οι εναλλακτικοί χρηματοοικονομικοί παράγοντες ανέπτυξαν διακριτά πολιτικοοικονομικά συμφέροντα λόγω του τρόπου με τον οποίο αμείβονται – τα hedge funds και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια δεν ενδιαφέρονται για υψηλά επιτόκια, όπως οι τράπεζες, ούτε για υψηλές αξίες περιουσιακών στοιχείων, όπως η BlackRock και άλλοι παραδοσιακοί διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων – ενδιαφέρονται για τη μεταβλητότητα και τις αποδόσεις. Αυτό απαιτεί πολύ συγκεκριμένη πολιτική. Το 2022, οι τράπεζες και οι παραδοσιακοί διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων έχασαν δισεκατομμύρια λίρες μετά τον «μίνι-προϋπολογισμό» της βραχύβιας πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Λιζ Τρας, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, οι επικεφαλής των hedge funds έπιναν σαμπάνια με τον υπουργό Οικονομικών της, Κβάσι Κουατένγκ, το βράδυ που ανακοινώθηκε. Υπάρχει, λοιπόν, μια θεμελιώδης αντίθεση στο επιχειρηματικό μοντέλο μεταξύ αυτών των δύο πλευρών του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Από τη δεκαετία του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2010, η εναλλακτική χρηματοοικονομική πολιτική στο Ηνωμένο Βασίλειο συνέχισε να αναπτύσσεται παρά τη δευτερεύουσα θέση της. Συγκέντρωσε όλο και περισσότερα κεφάλαια, συσσώρευσε πλούτο, δημιούργησε τους δικούς της δισεκατομμυριούχους, τη δική της επαγγελματική ομάδα πίεσης, χρηματοδότησε τα δικά της κέντρα μελετών και έβαλε τους δικούς της αποφοίτους στην πολιτική.
Σε κάποιο σημείο, ο τομέας κατέληξε να είναι πιο ισχυρός και με μεγαλύτερη επιρροή από τον παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό τομέα και ήθελε να γίνονται σεβαστά τα συμφέροντά του, οπότε προέκυψε μια σύγκρουση στον βρετανικό επιχειρηματικό κόσμο, η οποία εξηγεί εν μέρει την πολιτική κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο στα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του 2010. Έτσι, ο ανταγωνισμός μεταξύ νεοφιλελεύθερων και μετα-νεοφιλελεύθερων, παραδοσιακών κινήσεων κεντροαριστεράς/κεντροδεξιάς και ακροδεξιών κινήσεων, αποκαλύπτει υπάρχουσες ρήξεις στο κεφάλαιο.
Αυτό παρατηρείται και σε άλλα μέρη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Όταν ο Βλαντιμίρ Μπόρτουν και η Ντορίτ Γκέβα μιλούν για την αντίθεση μεταξύ εγχώριου και ξένου κεφαλαίου στη Ρουμανία και την Ουγγαρία, και για τον αντίκτυπό της στην ακροδεξιά πολιτική, πρόκειται επίσης για μια σημαντική ρήξη στο κεφάλαιο. Όταν ο Κουίν Σλομπόντιαν μιλάει για «την αντίδραση από τα πάνω» από βιομηχανικούς ομίλους, όπως η χαλυβουργία, ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση στις ΗΠΑ, εννοεί ακριβώς αυτό.
Πώς έχει κυβερνήσει οικονομικά η ακροδεξιά; Ποιες νεοφιλελεύθερες ορθοδοξίες έχουν διατηρήσει και ποιες έχουν απορρίψει; Ποιες ομοιότητες και διαφορές παρατηρούμε;
Όταν εξετάζουμε την έρευνα σχετικά με τα υπάρχοντα ακροδεξιά καθεστώτα σε χώρες όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία ή οι ΗΠΑ, διαπιστώνουμε ότι τα καθεστώτα αυτά προσπαθούν να ικανοποιήσουν ταυτόχρονα τόσο την επιχειρηματική τους βάση όσο και την εκλογική τους βάση. Στην Ουγγαρία, για παράδειγμα, το καθεστώς έχει διατηρήσει τον εξαιρετικά χαμηλό εταιρικό φόρο που ωφελεί τις μεγάλες δυτικές εταιρείες, έχει παραχωρήσει κεφάλαια και κέρδη στους εγχώριους ολιγάρχες του, ενώ παράλληλα προάγει τα συμφέροντα συγκεκριμένων υποομάδων του πληθυσμού με βάση το φύλο ή γεωγραφικά διαχωριστικά κριτήρια.
Στις ΗΠΑ, διαπιστώνουμε ότι οι δύο κυβερνήσεις Τραμπ ανταμείβουν σε μεγάλο βαθμό τους τομείς (και μερικές φορές τα άτομα) που τις έχουν υποστηρίξει. Η χαλυβουργία, για παράδειγμα, η οποία ήταν δυσαρεστημένη με τους εμπορικούς κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), ανταμείφθηκε τελικά με την επιβολή δασμών και τους εμπορικούς πολέμους. Επιπλέον, η κυβέρνηση Τραμπ προσπάθησε να ανταμείψει και άλλους κλάδους (στην τεχνολογία, τη χρηματοοικονομική, την ενέργεια) που υποστήριξαν την ακροδεξιά μέσω ευνοϊκής ρύθμισης και ακόμη και άμεσων ανταμοιβών. Σε αυτές τις διαφορετικές περιπτώσεις, το κοινό στοιχείο είναι ότι η επιχειρηματική βάση ωφελείται πολύ περισσότερο από την εκλογική βάση.
Πώς έχουν επηρεάσει αυτές οι ακροδεξιές οικονομικές πολιτικές τους απλούς ανθρώπους;
Η κατηγορία των «απλών ανθρώπων» δεν είναι κατάλληλη εδώ, διότι οι ακροδεξιές οικονομικές πολιτικές παράγουν διαφορετικά αποτελέσματα σε διάφορες κοινωνικές ομάδες. Είτε εξετάζουμε την Αυστρία, την Ουγγαρία, την Τουρκία ή τις ΗΠΑ, η ακροδεξιά εν γένει εντείνει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η ακροδεξιά αναπτύσσει πολιτικές αποκλεισμού που στερούν την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας από διάφορα τμήματα του πληθυσμού. Ενισχύει τη δύναμη των ιδιοκτητών και των διευθυντών των επιχειρήσεων, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ του εθνικού, του νόμιμου μεταναστευτικού και του παράνομου μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού. Επίσης, καταστέλλει τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα.
Για παράδειγμα, το 2024, στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζιόρτζια Μελόνι ψήφισε εξαιρετικά αυστηρούς νόμους που ποινικοποιούν τις διαμαρτυρίες και την πολιτική διαφωνία. Εντείνει τη λογική της εκμετάλλευσης της μη αμειβόμενης εργασίας, υποστηρίζοντας την ανδρική κυριαρχία. Μπορεί να υπάρχουν υποομάδες του πληθυσμού που βρίσκονται σε καλύτερη θέση, επειδή η οικονομική πολιτική της ακροδεξιάς στοχεύει στην αναδιανομή της αξίας μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Ωστόσο, οι πολιτικές της ακροδεξιάς τείνουν να είναι οπισθοδρομικές και, ως εκ τούτου, επιδεινώνουν την κατάσταση των καταπιεζόμενων ομάδων.
Μπορεί η ακροδεξιά να κάνει αρκετά στον οικονομικό τομέα για να εξασφαλίσει τη λαϊκή ηγεμονία;
Όταν εξετάζουμε τα μπλοκ εξουσίας πίσω από τα ακροδεξιά καθεστώτα, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν έντονες αντιφάσεις στο εσωτερικό τους και, πράγματι, είναι πολύ δύσκολο να συντονιστούν αυτά τα αποκλίνοντα συμφέροντα. Η πρόσφατη έρευνά μου για το γαλλικό ακροδεξιό μπλοκ (υπό έκδοση) δείχνει ότι υπάρχουν τρία επίπεδα στο αναδυόμενο μπλοκ εξουσίας – το ανώτατο επίπεδο των δισεκατομμυριούχων από τον τομέα της τεχνολογίας, των εναλλακτικών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και των ορυκτών καυσίμων, στη συνέχεια το ενδιάμεσο επίπεδο των συμφερόντων των μικρών επιχειρήσεων και, τέλος, η επιχειρηματική βάση των ψηφοφόρων της μικροαστικής τάξης και της εργατικής τάξης.
Αυτά τα τρία στρώματα είναι σαφώς αντιφατικά. Υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αγροτών του ενδιάμεσου στρώματος και των χρηματοοικονομικών επενδυτών του ανώτερου στρώματος: το λόμπι των αγροτών που είναι κοντά στο Rassemblement National, το Coordination Rurale, κάνει σαφή εκστρατεία ενάντια στη χρηματοοικονομικοποίηση της γεωργίας, ενώ οι υποστηρικτές των επενδυτικών κεφαλαίων του Rassemblement National διαθέτουν γεωργικά περιουσιακά στοιχεία.
Η ίδια σύγκρουση παρατηρείται μεταξύ των δύο ανώτερων στρωμάτων και του εκλογικού μπλοκ. Ένα μεγάλο μέρος του προγράμματος της γαλλικής ακροδεξιάς συνίσταται στην κατάργηση του φόρου κληρονομιάς και στην ενίσχυση της αξίας των ακινήτων και της ιδιοκτησίας γης, αλλά ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής της βάσης δεν κατέχει ακίνητα και δεν υπόκειται σε φόρο κληρονομιάς.
Ωστόσο, αυτά τα μπλοκ είναι επίσης ιεραρχικά, με τη μεγάλη καπιταλιστική τάξη να κατέχει ηγεμονική θέση και τα διάφορα συστατικά στοιχεία των εκλογικών συνασπισμών να αποτελούν υποταγμένους παράγοντες, «δευτερεύοντες δικαιούχοι» για να το θέσουμε με χρηματοοικονομικούς όρους. Τα συμφέροντά τους έρχονται τελευταία.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι αυτά τα ακροδεξιά μπλοκ είναι καταδικασμένα να χάσουν την εξουσία ή να εξαφανιστούν, διότι ο ρόλος που διαδραματίζουν τέτοιες εκλογικές συμμαχίες εξελίσσεται επίσης. Παραχωρώντας τα μέσα ενημέρωσης σε φιλικούς ολιγάρχες, διαμορφώνοντας εκλογικές περιφέρειες με σκοπό την εκλογική χειραγώγηση, στοχεύοντας τους αντιπάλους, τα ακροδεξιά καθεστώτα μετασχηματίζουν τους κανόνες του εκλογικού παιχνιδιού και καθιστούν λιγότερο δαπανηρή τη νίκη στις εκλογές για τις ηγεμονικές ομάδες εντός του μπλοκ.
Γι’ αυτό δεν πιστεύω ότι πρόκειται απλώς για «λαϊκή ηγεμονία». Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στα ακροδεξιά καθεστώτα. Μπορείς να αποδιοργανώσεις τα κοινωνικά κινήματα και να κατακερματίσεις την κοινωνική δομή με τέτοιο τρόπο, ώστε οι ηγεμονικές ομάδες να διατηρούν το μπλοκ εξουσίας τους σε λειτουργία με ελάχιστο κόστος. Αυτό είναι εξουσία, αλλά σαφώς δεν είναι «λαϊκή ηγεμονία».
Καθώς τα λαϊκά κινήματα επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν τον φασισμό και την ακροδεξιά, πώς μπορεί η κατανόησή μας για τα οικονομικά συμφέροντα της ακροδεξιάς να διαμορφώσει την αντίδρασή μας; Υπάρχουν ρήξεις ή αντιφάσεις που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε; Υπάρχουν τρόποι με τους οποίους μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να υπονομεύσουμε τη λαϊκή υποστήριξη της ακροδεξιάς;
Υπάρχουν δύο απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα. Πρώτον, η χαρτογράφηση των οικονομικών συμφερόντων της ακροδεξιάς είναι ζωτικής σημασίας για να κατανοήσουμε τη φύση της πρόκλησης και να διαλύσουμε τις παρανοήσεις της δεκαετίας του 2010. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε από πού προέρχεται η ακροδεξιά και τι πρεσβεύει. Είναι σημαντικό γιατί, αν πιστεύουμε ότι καθοδηγείται από ομάδες ψηφοφόρων της εργατικής τάξης από αποβιομηχανοποιημένες περιοχές, ενδέχεται να καταλήξουμε να εστιάζουμε στην οργάνωση της κοινότητας για την καταπολέμηση του ρατσισμού σε αυτές τις περιοχές. Αν όμως πιστεύουμε ότι προέρχεται από τα πάνω, αν πιστεύουμε ότι οργανώνεται με τρόπο «από πάνω προς τα κάτω», όπως δικαίως υποστηρίζουν οι Ουρλιέν Μοντόν και Φραν Αμερί, τότε οι ψήφοι της εργατικής τάξης στην πραγματικότητα καθοδηγούνται από μια άλλη δύναμη, που είναι το σύστημα των μέσων ενημέρωσης που ανήκουν σε δισεκατομμυριούχους. Κατά συνέπεια, ο αγώνας θα πάρει μια πολύ διαφορετική μορφή, προσπαθώντας να δημιουργήσει εναλλακτικούς οργανισμούς μέσων ενημέρωσης και να προωθήσει νέους κανονισμούς για τα μέσα ενημέρωσης και τις εκλογές.
Δεύτερον, αυτή η προσπάθεια ανάλυσης της ακροδεξιάς είναι επίσης χρήσιμη για την κατανόηση των αντιφάσεων. Τα ακροδεξιά καθεστώτα νικούνται από διάφορα γεγονότα: εκλογές, κοινωνικά κινήματα, ξένες παρεμβάσεις. Τα κοινωνικά κινήματα αυξάνουν το κόστος για τις ηγεμονικές ομάδες και τους εκπροσώπους των κομμάτων τους, ώστε να διατηρήσουν ενωμένα τα διάφορα συστατικά στοιχεία του μπλοκ. Σε μια επικείμενη εργασία του Βλαντιμίρ Μπόρτουν και εμού, δείχνουμε ότι σε χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχουν τρεις τομείς στον πυρήνα της ακροδεξιάς: η εναλλακτική χρηματοδότηση, η εγχώρια τεχνολογία και οι παράγοντες του τομέα των ορυκτών καυσίμων. Είναι πολύ δαπανηρό για αυτούς τους παράγοντες να εμπλακούν σε πολιτική δράση – απαιτεί σημαντικά κέρδη, την αποκόμιση αυτών των κερδών σε ατομικό πλούτο και, στη συνέχεια, την επένδυση στην πολιτική οργάνωση μέσω της δημιουργίας υποδομών, όπως κέντρα μελετών και ομάδες πίεσης. Η πολιτική δράση που στοχεύει στο επιχειρηματικό μοντέλο αυτών των παραγόντων είναι πραγματικά σημαντική. Ακόμη και χωρίς αυτή τη συνειδητοποίηση, οι άνθρωποι που αγωνίζονται ενάντια στη χρηματοοικονομικοποίηση της στέγασης, τη μονοπωλιακή δύναμη των τεχνολογικών τομέων, καθώς και την παραγωγή και κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, συμβάλλουν επίσης καθοριστικά στον αγώνα κατά της ακροδεξιάς. Δυσκολεύουν τη διατήρηση του ακροδεξιού μοντέλου, δημιουργούν συμμαχίες που αυτές οι βιομηχανίες θα πρέπει να δαπανήσουν χρήματα για να διαλύσουν, και αυξάνουν το κόστος τους.
Έτσι, ενώ αυτός ο τύπος ανάλυσης δεν οδηγεί σε νέα πολιτική δράση, βοηθά να κατευθύνουμε τις προσπάθειές μας. Η δεξιά σήμερα προωθεί τη θέση της μέσω πολιτιστικών πολέμων, οικειοποιούμενη τη γλώσσα και τις κριτικές της αριστεράς, αλλά κατευθύνοντάς τις προς ρατσιστικούς, καταπιεστικούς και ξενοφοβικούς σκοπούς.
Πώς είναι χρήσιμο το επιχείρημά σας για την κατανόηση τέτοιων συνθηκών;
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η δεξιά οικειοποιείται τη γλώσσα και την κριτική της αριστεράς, αλλά και ότι η αριστερά αναπτύσσει αντιδραστικά επιχειρήματα – το έχουμε δει αυτό στον τομέα της δημόσιας υγείας γύρω από τις υποχρεωτικές διατάξεις για την COVID-19. Κατά τη γνώμη μου, είναι πραγματικά σημαντικό αυτές οι νέες μελέτες για τη σχέση μεταξύ επιχειρήσεων και ακροδεξιάς να μην περιορίζονται σε οικονομικές ή ακόμη και πολιτικές πτυχές, αλλά να αναπτύσσονται επίσης ώστε να ρίξουν φως στις σημερινές πολιτισμικές διαμάχες. Όταν λέω «πολιτισμικές διαμάχες», εννοώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να απομακρυνθούμε από τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις για τα ακροδεξιά κινήματα, αλλά ταυτόχρονα να αναπτύξουμε μια υλιστική ανάγνωση των ιδεολογικών διαστάσεων – των πολιτικών ιδεολογιών, του πολιτισμού και της τεχνοεπιστημονικής γνώσης – των σημερινών αντιδραστικών καθεστώτων. Πρέπει δηλαδή να κατανοήσουμε πώς αυτά τα ακροδεξιά οικονομικά συμφέροντα γεννούν ιδεολογίες που η αριστερά πρέπει να εξουδετερώσει.
Αυτό μπορεί να φαίνεται πολύ αφηρημένο, οπότε επιτρέψτε μου να διευκρινίσω το επιχείρημά μου. Πρόσφατα με εντυπωσίασε το βιβλίο του Φαμπιάν Μουνιέσα, «Paranoid Finance». Ερευνά το κίνημα NESARA/GESARA, μια «θεωρία συνωμοσίας» που υποστηρίζει ότι το ομοσπονδιακό κράτος των ΗΠΑ καταργήθηκε πριν από 20 χρόνια, ότι οι πολίτες των ΗΠΑ έχουν στην πραγματικότητα το δικαίωμα να εξαργυρώσουν ένα συγκεκριμένο ποσό χρυσού στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και ότι το «βαθύ κράτος» εμποδίζει την υλοποίηση μιας αναρχοκαπιταλιστικής ουτοπίας, όπου οι πολίτες των ΗΠΑ θα συναλλάσσονται ελεύθερα χωρίς κράτος, χρησιμοποιώντας νομίσματα σε χρυσό.
Ο Μουνιέσα υποστηρίζει ότι το NESARA/GESARA εκφράζει στην πιο αγνή μορφή της τη ριζοσπαστική θεωρία της αξίας του σημερινού κυρίαρχου χρηματοοικονομικού κόσμου. Με άλλα λόγια, δημιουργεί μια άμεση σύνδεση μεταξύ των οικονομικών διαδικασιών (πώς «εξάγεται» η «αξία» από τον χρηματοοικονομικό τομέα στον σημερινό κόσμο) και του πολιτισμού (πώς ορισμένοι άνθρωποι πλαστογραφούν αποδεικτικά στοιχεία ότι το κράτος έχει καταργηθεί και ότι θα έπρεπε να ζούμε σε μια αναρχοκαπιταλιστική ουτοπία).
Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό έργο, διότι συνδέει τις οικονομικές διαδικασίες που βρίσκονται στον πυρήνα του σημερινού καπιταλισμού με όλες εκείνες τις ελευθεριακές και αναρχοκαπιταλιστικές εικασίες που βλέπουμε να πολλαπλασιάζονται στην άκρα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Μας βοηθά να κατανοήσουμε, από υλιστική προοπτική, τις ιδεολογίες στις οποίες στηρίζονται αυτά τα νέα αντιδραστικά, μετα-νεοφιλελεύθερα καθεστώτα. Πρέπει να αναπτύξουμε μια υλιστική κατανόηση της ακροδεξιάς κουλτούρας – πώς τα πιο σύγχρονα ακροδεξιά επιχειρηματικά συμφέροντα μεταφράζονται στην κουλτούρα σήμερα – για να σκεφτούμε πώς να αντιμετωπίσουμε τις ακροδεξιές πολιτιστικές μορφές με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο.
___________________________
*Ο Théo Bourgeron είναι λέκτορας και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Μελετά τις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και ακροδεξιάς σε διάφορους τομείς, όπως η χρηματοοικονομική και η φαρμακευτική βιομηχανία. Πρόσφατα εξέδωσε το «Peak Pharma», ένα βιβλίο σχετικά με την πολιτική των φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς και ένα άρθρο με τίτλο «Οικονομική Κοινωνιολογία και Ακροδεξιά».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου