Χριστόφορος Σεβαστίδης στην «Εφ.Συν.»: «Ακραιφνείς υποστηρικτές της Ε.Ε. στοχοποιούν ευρωπαϊκά όργανα»

Ο πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων μιλά στην «Εφ.Συν.» για τη διαφθορά και τις σχέσεις μεταξύ δικαστικής και πολιτικής εξουσίας

Ο εκλεγείς για πέμπτη θητεία πρόεδρος της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορος Σεβαστίδης, μιλά στην «Εφ.Συν.» για τις πρόσφατες αρχαιρεσίες στη μεγαλύτερη δικαστική Ενωση της χώρας, για τη συνταγματική αναθεώρηση, τις σχέσεις Δικαιοσύνης και πολιτικής εξουσίας, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την ενόχληση μελών της κυβέρνησης για το έργο της, αλλά και για τη θεσμική ένταση που διαπερνά σήμερα τις δικαστικές αίθουσες και το δημόσιο πεδίο.

● Η ομάδα σας πέτυχε το απόλυτο «8 στα 8» στις πρόσφατες αρχαιρεσίες της ΕνΔΕ. Πώς ερμηνεύετε αυτή την ψήφο εμπιστοσύνης σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων;

Η ανανέωση της εμπιστοσύνης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στη διοίκηση της μεγαλύτερης δικαστικής Ενωσης, και μάλιστα για πέμπτη θητεία, με ποσοστά αποδοχής που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, συνιστά αναγνώριση του έργου το οποίο έχει παραχθεί την τελευταία διετία σε όλους τους τομείς: με προτάσεις μας στη συνταγματική αναθεώρηση, με ενεργό παρουσία μας και θεμελιωμένη επιχειρηματολογία για κάθε νομοθέτημα που αφορούσε τη Δικαιοσύνη, με επιστημονικά συνέδρια για την αντεγκληματική πολιτική και τη σκλήρυνση της ποινικής νομοθεσίας, για τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με ισχυρό παρεμβατικό ρόλο στις διεθνείς Ενώσεις, με τον πρωτοπόρο ρόλο και τις δράσεις που αναλάβαμε για διεκδίκηση του 13ου και του 14ου μισθού για ολόκληρο τον δημόσιο τομέα, με κάθε δελτίο Τύπου που υπερασπιζόταν τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, το διεθνές δίκαιο, αλλά και την προσωπικότητα των δικαστικών λειτουργών όταν δέχονταν προσβλητικές και συκοφαντικές επιθέσεις από μικρή μερίδα δικηγόρων, μέσων ενημέρωσης, επιχειρηματιών, πολιτικών.

Ταυτόχρονα όμως η ψήφος των συναδέλφων μας δείχνει και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε στη νέα μας θητεία. Οι σχέσεις εμπιστοσύνης χτίζονται δύσκολα, υπομονετικά, σφυρηλατούνται μέσα σε μια πορεία πολυετή, δομούνται στις αντιξοότητες και πιστεύω ότι καταφέραμε πλέον να εμπιστεύονται την Ενωση όχι μόνο τα μέλη της αλλά και η κοινωνία που μας παρακολουθεί προσεκτικά από το 2016.

● Ποια η θέση της ΕνΔΕ σε κρίσιμα ζητήματα όπως η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση και οι έντονες αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών;

Τον Απρίλιο του 2025 η Ενωσή μας για πρώτη φορά στη μακρόχρονη ιστορία της ανέλαβε τη θεσμική πρωτοβουλία να καλέσει το υπουργείο Δικαιοσύνης και όλα τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα σε μια κοινή συνάντηση για να τεθούν οι βάσεις των αλλαγών που σχεδιάζονται για τη Δικαιοσύνη σε συνταγματικό επίπεδο. Ολα τα πολιτικά κόμματα ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας και πραγματοποιήθηκε η συνάντηση σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων άκουσαν τις θέσεις που διατυπώσαμε και οι οποίες κινούνταν στη λογική των όσων αποφάσισε η Γενική Συνέλευση της Ενωσης το 2018, ενώ σημειώσαμε κι εμείς τους προβληματισμούς που μας τέθηκαν.

«Οσα δεν είπαν εδώ και χρόνια τα πολιτικά κόμματα το έκανε τους τελευταίους μήνες η ΕνΔΕ»

Ειδικότερα όσον αφορά τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, προτείναμε για κάθε μία θέση που μένει κενή να μπορούν οι δικαστικοί λειτουργοί του οικείου κλάδου δικαιοδοσίας να επιλέγουν με μυστική ψηφοφορία τρεις υποψηφίους. Η Βουλή στη συνέχεια με πλειοψηφία να επιλέγει μεταξύ των προεπιλεγέντων από το Δικαστικό Σώμα αυτόν που θα καταλάβει την κενωθείσα θέση. Δεύτερη σημαντική τροποποίηση η οποία θα ενισχύσει την κοινωνική εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη είναι η απαγόρευση στους δικαστικούς λειτουργούς να διορίζονται σε μισθοδοτούμενες θέσεις του Δημοσίου για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών μετά την αφυπηρέτησή τους. Πρόκειται σαφέστατα για έναν αυτοπεριορισμό που κατέθεσα μαζί με τον Χαράλαμπο Σεβαστίδη για πρώτη φορά το 2014 στο Δ.Σ. της Ενωσής μας ως μειοψηφική άποψη και έκτοτε υιοθετήθηκε σταδιακά από τη Γ.Σ. της Ενωσής μας, από τους δικηγορικούς συλλόγους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και πρόσφατα και από την κυβερνητική πλειοψηφία.

Αναφορικά με τις ευθύνες των πολιτικών προσώπων, είτε υπουργών είτε βουλευτών, θεωρώ πως είναι ώριμες οι συνθήκες να πάψει η ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση έναντι των άλλων πολιτών, συνθήκη που ενισχύει τη δυσπιστία στο πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουμε φαινόμενα βουλευτών να διαπράττουν κακουργηματικές πράξεις άσχετες με τα βουλευτικά τους καθήκοντα, να τις επιδεικνύουν με θράσος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να δίνουν αγώνα μέσα στη Βουλή για να διατηρήσουν την ασυλία τους και το ακαταδίωκτο.

● Η Ενωση έχει κάνει λόγο για «προσπάθεια θεσμικού εκφοβισμού» με αφορμή τη συμπεριφορά της Ζωής Κωνσταντοπούλου μέσα στις δικαστικές αίθουσες, ενώ η ίδια σας εγκαλεί προσωπικά. Ποια είναι η θέση σας γι’ αυτήν την παρατεταμένη αντιπαράθεση;

Η Κωνσταντοπούλου δεν αποτελεί ένα φαινόμενο που γεννήθηκε χθες και δεν αναπτύχθηκε έξω από το υφιστάμενο κοινωνικό περιβάλλον. Σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα σε περιόδους μειωμένης πολιτικής συνειδητοποίησης και οξυμένων οικονομικών προβλημάτων, ανθούν μορφώματα που εκμεταλλεύονται τη λαϊκή δυσαρέσκεια και εμφανίζονται ως σωτήρες του έθνους. Η Κωνσταντοπούλου, πέρα από πολιτικός, είναι και δικηγόρος. Την ίδια λοιπόν εκχυδαϊσμένη στάση έναντι του Κοινοβουλίου επιδεικνύει και στα δικαστήρια. Λόγω έλλειψης θεσμικού πλαισίου και απροθυμίας του κράτους να αντιμετωπίσει τέτοιες συμπεριφορές, βρήκε τις χαραμάδες του συστήματος και ποδοπατάει συνειδήσεις. Οποιος βρίσκεται απέναντί της, βουλευτής, δικαστής, αστυνομικός, δημοσιογράφος, υπάλληλος της Επιθεώρησης Εργασίας, αντιμετωπίζει το δίλημμα είτε να ορθώσει ανάστημα, να πράξει το καθήκον του και να βρεθεί μηνυόμενος, προπηλακισμένος, κατασυκοφαντημένος, είτε να συγκατανεύσει, να σκύψει το κεφάλι και να υποχωρήσει στον παραλογισμό της.

«Η δημοκρατία έχει το δικαίωμα να λάβει μέτρα για να προστατέψει τους θεσμούς της όταν αυτοί κινδυνεύουν»

Σιγά σιγά αποκαλύπτεται και ο ρόλος συγκεκριμένων τηλεοπτικών σταθμών, επιχειρηματιών-ιδιοκτητών των μέσων και στρατευμένων δημοσιογράφων, που δίνουν καθημερινό βήμα σε τάχα «αντισυστημικούς» οι οποίοι στηρίζονται από το «σύστημα» που προσχηματικά καταγγέλλουν. Οσα δεν είπαν εδώ και χρόνια τα πολιτικά κόμματα, έχοντας την πλήρη ευθύνη της κατάστασης που δημιουργήθηκε, το έκανε τους τελευταίους μήνες η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων.

Την περασμένη εβδομάδα, μετά από αίτημά μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση Δικαστών, συζητήθηκε το ζήτημα απρεπών και ανεξέλεγκτων συμπεριφορών δικηγόρων έναντι της έδρας. Το ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης Δικαστών είναι αποκαλυπτικό για την Ελλάδα και το δημοσιοποιήσαμε στην ηλεκτρονική μας σελίδα. Δύο πράγματα πρέπει να γίνουν κατανοητά. Πρώτον, ότι η πρόοδος, το δικαίωμα της κριτικής και η δημοκρατία είναι έννοιες ασύμβατες με την ασυδοσία, τον αυταρχισμό, τη μεθοδική και συστηματική δολοφονία χαρακτήρων. Δεύτερον, ότι και η δημοκρατία έχει το δικαίωμα να λάβει μέτρα για να προστατέψει τους θεσμούς της όταν αυτοί κινδυνεύουν. Η δειλία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης γέννησε το αύθαδες τέρας του εθνικοσοσιαλισμού.

● Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς στη χώρα μας έχει αναδείξει μια θεσμική «τριβή» με μέρος της εκτελεστικής εξουσίας και πιο συγκεκριμένα με μέλη της κυβέρνησης. Ποια είναι η γνώμη σας σχετικά;

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λειτουργεί υπό την εποπτεία της Ευρωπαίας εισαγγελέα από Ελληνες εντεταλμένους εισαγγελικούς λειτουργούς και ερευνά υποθέσεις κατάχρησης κοινοτικών κονδυλίων. Τέτοιου είδους υποθέσεις δεν αντιμετωπίζουν οι εισαγγελίες και τα δικαστήρια μόνο στα πλαίσια των κοινοτικών κονδυλίων. Είναι γνωστές οι υποθέσεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων σε ποινικές υποθέσεις ήδη από τη δεκαετία του 1990. Υπήρξαν δεκάδες υποθέσεις που διερευνήθηκαν και πολλές οι καταδικαστικές αποφάσεις. Είναι συνηθισμένη η αμυντική θέση του πολιτικού κόμματος στελέχη του οποίου ερευνώνται, να εξαπολύει μύδρους κατά των δικαστικών λειτουργών, να αφήνει υπονοούμενα, να καταγγέλλει πολιτική σκευωρία. Οσο οι καταγγελίες αυτές στρέφονταν εναντίον της ελληνικής Δικαιοσύνης, βρίσκονταν πάντοτε χειροκροτητές που επιδοκίμαζαν τέτοιου είδους αήθεις πολιτικές παρεμβάσεις και πρόθυμα ΜΜΕ τα οποία αναλάμβαναν τον ρόλο του κατηγόρου.

Αυτή τη φορά η εμπλοκή ενός ευρωπαϊκού δικαστικού οργάνου άλλαξε το αφήγημα. Δύσκολο το εγχείρημα να στοχοποιηθούν ευρωπαϊκά όργανα, ιδίως από ακραιφνείς υποστηρικτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πώς γίνεται να προσαρμόζει η χώρα μας υποχρεωτικά τη νομοθεσία της στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και στις οδηγίες, όταν πρόκειται, π.χ., για απομείωση των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, και να αμφισβητεί ψηφίσματα του Ευρωκοινοβουλίου για το Κράτος Δικαίου και αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας; Την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν τη δέχεσαι επιλεκτικά κατά το μέρος που σε συμφέρει. Οι δικαστικοί λειτουργοί δεν έχουν απέναντί τους ιδεολογία, πολιτικές αντιλήψεις, πολιτικά κόμματα. Εχουν πράξεις που πρέπει να διερευνήσουν. Και στον αγώνα αυτόν που δίνουν, σύμμαχός τους πρέπει να είναι όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση.

● Σε ανακοίνωσή σας μιλήσατε για την ανάγκη «ανάκτησης της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη». Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να επιτευχθεί αυτό;

Τα κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα, τα σύμφυτα με το πολιτικό σύστημα φαινόμενα διαφθοράς, γεννάνε κρίση αξιοπιστίας στους δημοκρατικούς θεσμούς. Σε τέτοιες περιόδους οι απαιτήσεις των πολιτών από τη Δικαιοσύνη είναι αυξημένες, καθώς σε αυτήν εναποθέτουν τις ελπίδες τους για κοινωνική δικαιοσύνη και εξυγίανση του συστήματος. Αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη το γεγονός ότι τα νέα και παλιά πολιτικά κόμματα στη χώρα μας έχουν πλέον στην προμετωπίδα των προγραμμάτων τους το αίτημα για δικαιοσύνη. Αν και μια τέτοια αντίληψη παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα πλαίσια λειτουργίας ενός θεσμού αλλά και η νομοθεσία που εφαρμόζουν τα δικαστήρια (ποινές, παραγραφή, ασυλία και ακαταδίωκτο υπουργών και βουλευτών) καθορίζονται πρωτίστως από την κυβέρνηση και τη Βουλή, ωστόσο υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης και αποκατάστασης του κλίματος εμπιστοσύνης.

Ανέφερα ήδη παραπάνω δύο αναγκαίες βαθιές συνταγματικές αλλαγές εμβάθυνσης της δικαστικής ανεξαρτησίας και περαιτέρω απεξάρτησής της από την κυβέρνηση. Σε επίπεδο καθημερινότητας, είναι αναγκαία η δημιουργία τμήματος εμπειρογνωμόνων (π.χ. γραφολόγοι, οικονομολόγοι) στη Δικαστική Αστυνομία, οι οποίοι θα συνεπικουρούν δικαστές και εισαγγελείς στο έργο τους ώστε να είναι περισσότερο αποτελεσματικό και ταχύτερο. Θα πρέπει να μπούνε σαφή όρια δεοντολογίας σε τηλεοπτικές εκπομπές και δημοσιογράφους οι οποίοι χωρίς καμία απολύτως γνώση της νομικής επιστήμης και με μηδενική συνείδηση «πουλάνε» ως εμπόρευμα μια ψευδή και αντιεπιστημονική εικόνα της πραγματικότητας, ευτελίζοντας και δυσφημώντας το τιτάνιο έργο που επιτελούν οι δικαστικοί λειτουργοί.

Στον τομέα της διαρκούς ενημέρωσης της κοινωνίας για τα θέματα της Δικαιοσύνης, η Ενωσή μας θα αναλάβει πιο ενεργό συμμετοχή το επόμενο διάστημα με τα νέα μέσα επικοινωνίας. Θα πρέπει, τέλος, το υπουργείο Δικαιοσύνης να βρει τη θεσμική τόλμη της σύγκρουσης με βαθιά ριζωμένες και αντιδραστικές συντεχνιακές αντιλήψεις που αποτελούν τροχοπέδη για κάθε αναγκαίο βήμα προόδου, να αναλάβει την πρωτοβουλία για θεσμοθέτηση επαρκούς νομοθετικού πλαισίου προστασίας των δικαστικών λειτουργών από ύβρεις και προπηλακισμούς μιας μικρής μειοψηφίας δικηγόρων, ευθυγραμμιζόμενο με τα διεθνώς ισχύοντα. Διαφορετικά, η χώρα μας θα βρεθεί εκτεθειμένη στην Ευρώπη για παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου. Η Ενωσή μας είναι αποφασισμένη να αγωνιστεί στα διεθνή όργανα μέχρι την τελική επικράτηση της λογικής και του μέτρου. Η ασυδοσία και οι τραμπούκικες συμπεριφορές μέσα στη δικαστική αίθουσα ευτελίζουν τις διαδικασίες, οδηγούν σε ματαιώσεις ή πολύμηνες αναβολές, όπως έγινε στην περίπτωση του βιντεοληπτικού υλικού στην υπόθεση των Τεμπών, και ανακυκλώνουν την ίδια ζοφερή κατάσταση μέσα σε έναν φαύλο κύκλο επίρριψης ευθυνών.

ΠΗΓΗ