06 Ιουνίου 2026

Το θέατρο της τιμωρίας - Του Βιτζάι Πρασάντ*

ben ben Η βαρβαρότητα απέναντι στους ακτιβιστές του Sumud ήταν απολύτως συνεπής με τον ιδεολογικό κόσμο του Μπεν Γκβιρ. 

Το θέατρο της τιμωρίας

του Βιτζάι Πρασάντ* | Counterpunch

Η μεταχείριση των ακτιβιστών της ανθρωπιστικής αποστολής του Sumud από τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, θα μπορούσε να σοκάρει μόνο όσους εξακολουθούν να ντύνουν την αποικιακή βία με την ήπια γλώσσα της «ασφάλειας».

Πλέον, μπροστά στην ανθρωπότητα υψώνεται ένας όγκος αδιάσειστων αποδείξεων: η Γάζα δεν είναι απλώς ένας τόπος υπό πολιορκία, αλλά μια γεωγραφία μεθοδευμένης απόγνωσης, όπου η πείνα και οι βομβαρδισμοί έχουν μετατραπεί σε μέσα πολιτικής διαχείρισης. Οι ακτιβιστές του Sumud δεν ήταν ένοπλοι μαχητές ούτε στρατιώτες που απειλούσαν με εισβολή. Ήταν διεθνείς εθελοντές, υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γιατροί, βουλευτές και ακτιβιστές που επιχείρησαν να σπάσουν τον αποκλεισμό της Γάζας. Το ταξίδι τους ήταν πολιτικό, ηθικό και ανθρωπιστικό. Κι όμως, το ισραηλινό κράτος τούς αντιμετώπισε με ταπείνωση, κράτηση και σκηνοθετημένη βία.

Ο Μπεν Γκβιρ γνώριζε πολύ καλά τη συμβολική σημασία των πράξεών του. Η πολιτική της ισραηλινής άκρας δεξιάς δεν αφορά μόνο την ασφάλεια – αφορά και τη διαπαιδαγώγηση μέσω της κυριαρχίας. Η βία πρέπει να φαίνεται. Η ταπείνωση πρέπει να κυκλοφορεί δημόσια. Η εξουσία πρέπει να αναπαράγεται διαρκώς ως θέαμα. Ο δημόσιος εξευτελισμός των Παλαιστινίων και των συμμάχων τους αποτελεί κεντρικό στοιχείο του ιδεολογικού μηχανισμού της ισραηλινής άκρας δεξιάς. Κάθε σύλληψη γίνεται μάθημα υπακοής, κάθε ξυλοδαρμός μήνυμα, κάθε κράτηση διακήρυξη ότι η αντίσταση — ακόμη και η συμβολική — θα αντιμετωπίζεται με συντριπτική ισχύ.

Οι ακτιβιστές του στολίσκου εισήλθαν σε έναν χώρο ήδη διαμορφωμένο από τον αποκλεισμό και την καταστροφή. Η σημερινή Γάζα δεν είναι απλώς κατεχόμενο έδαφος, είναι εργαστήριο τιμωρίας. Εδώ και χρόνια, το Ισραήλ ελέγχει την είσοδο τροφίμων, φαρμάκων, καυσίμων, ηλεκτρικού ρεύματος και ανθρώπων στη Λωρίδα. Ο αποκλεισμός δεν παρήγαγε ασφάλεια, αλλά κοινωνική ασφυξία. Διεθνείς οργανισμοί έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για τις καταστροφικές ανθρωπιστικές συνθήκες. Κι όμως, η πολιορκία συνεχίζεται, επειδή υπηρετεί έναν πολιτικό σκοπό: να κατακερματίσει την παλαιστινιακή ζωή και να κάμψει το συλλογικό φρόνημα.

Όταν οι ακτιβιστές επιχείρησαν, μέσω του στολίσκου, να αμφισβητήσουν αυτή την τάξη πραγμάτων, ο Μπεν Γκβιρ και οι σύμμαχοί του αντέδρασαν, όπως αντιδρούν συχνά οι αποικιακές δυνάμεις όταν έρχονται αντιμέτωπες με την ηθική μαρτυρία. Οι ακτιβιστές δεν παρουσιάστηκαν ως άνθρωποι που κινητοποιήθηκαν από τη συνείδησή τους, αλλά ως εχθροί του κράτους. Η κράτησή τους συνοδεύτηκε από χλευασμούς και εκφοβισμό. Στόχος δεν ήταν μόνο να σταματήσει ο στολίσκος, αλλά και να αποθαρρυνθεί κάθε μελλοντική πράξη αλληλεγγύης. Το μοτίβο αυτό είναι πολύ παλαιότερο από τη σημερινή κρίση. Τα αποικιακά συστήματα δεν επιβιώνουν μόνο χάρη στη στρατιωτική υπεροχή, αλλά και μέσα από τελετουργίες κυριαρχίας. Η Βρετανική Αυτοκρατορία το εφάρμοσε στην Ινδία και την Κένυα, οι γαλλικές αποικιακές αρχές στην Αλγερία, ενώ το νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ το θεσμοποίησε με γραφειοκρατική ακρίβεια. Η ταπείνωση γίνεται έτσι μορφή διακυβέρνησης.

Η ρητορική του Μπεν Γκβιρ αποκαλύπτει το βάθος αυτής της πολιτικής κουλτούρας. Δεν μιλά για τους Παλαιστινίους ως λαό με δικαιώματα, αλλά ως δημογραφική απειλή που πρέπει να ελεγχθεί και να περιοριστεί. Σε αυτή την κοσμοθεωρία, ακόμη και η αλληλεγγύη ποινικοποιείται. Ο ανθρωπισμός βαφτίζεται τρομοκρατία. Το διεθνές δίκαιο αντιμετωπίζεται ως ενόχληση. Οι ακτιβιστές του στολίσκου ήταν επικίνδυνοι, όχι επειδή μετέφεραν όπλα, αλλά επειδή μετέφεραν μαρτυρία. Απειλούσαν να αποκαλύψουν, μπροστά σε ένα παγκόσμιο ακροατήριο, την αρχιτεκτονική της πολιορκίας. Και μόνο η παρουσία τους υπονόμευε το προσεκτικά κατασκευασμένο αφήγημα, ότι ο πόνος της Γάζας είναι αναπόφευκτη «παράπλευρη απώλεια» και όχι πολιτική επιλογή.

Αυτό που φοβάται περισσότερο ο Μπεν Γκβιρ δεν είναι μόνο η ένοπλη αντίσταση. Φοβάται την πολιτική φαντασία – τη δυνατότητα απλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο να δουν τους Παλαιστινίους, όχι μέσα από τη γλώσσα των ενημερώσεων ασφαλείας, αλλά μέσα από τη γλώσσα της κοινής ανθρώπινης μοίρας. Γι’ αυτό και η βαρβαρότητα απέναντι στους ακτιβιστές του στολίσκου δεν ήταν παρέκκλιση. Ήταν απολύτως συνεπής με τον ιδεολογικό κόσμο του Μπεν Γκβιρ: έναν κόσμο όπου η κυριαρχία πρέπει να αναπαράγεται διαρκώς μέσω της βίας, της ταπείνωσης και του φόβου.

Η Πολιτική της Διαγραφής

Πολύ πριν οι ακτιβιστές του στολίσκου συλληφθούν και κακοποιηθούν, ο Μπεν Γκβιρ είχε ήδη στρέψει τη μανία του εναντίον ενός από τους σημαντικότερους Παλαιστίνιους πολιτικούς κρατούμενους της σύγχρονης εποχής: του Μαρουάν Μπαργούτι (γενν. 1959).

Ο Μαρουάν Μπαργούτι κατέχει μια μοναδική θέση στην παλαιστινιακή πολιτική ζωή — όχι επειδή είναι απαλλαγμένος από αντιφάσεις, αλλά επειδή ενσαρκώνει τη συνέχεια ενός εθνικού αγώνα που πολλοί ισχυροί παράγοντες θα ήθελαν να σβήσουν από τη μνήμη. Για πολλούς Παλαιστινίους, αποτελεί μια μορφή ικανή να ενώσει κατακερματισμένες πολιτικές τάσεις. Αναδείχθηκε μέσα από τις γραμμές της Φατάχ κατά την Πρώτη Ιντιφάντα και συνδέθηκε με τη λαϊκή πολιτική κινητοποίηση και το αίτημα της εθνικής απελευθέρωσης. Ακόμη και όσοι διαφωνούν με πλευρές της πολιτικής στρατηγικής, του αναγνωρίζουν τη συμβολική του βαρύτητα. Το Ισραήλ αντιλαμβάνεται πολύ καλά αυτόν τον συμβολισμό. Γι’ αυτό και η φυλάκισή του από το 2002 δεν υπήρξε ποτέ απλώς δικαστική υπόθεση. Είναι βαθιά πολιτική.

Η εχθρότητα του Μπεν Γκβιρ απέναντι στον Μπαργούτι αντανακλά μια ευρύτερη ισραηλινή στρατηγική: τη συστηματική αποδόμηση της παλαιστινιακής πολιτικής ηγεσίας. Τα αποικιακά καθεστώτα επιχειρούν συχνά να ποινικοποιήσουν την ηγεσία, επειδή η οργανωμένη πολιτική συνείδηση αποτελεί απειλή μεγαλύτερη από την αυθόρμητη εξέγερση. Ένας λαός χωρίς ηγεσία μπορεί να κατακερματιστεί. Ένας λαός χωρίς πολιτική μνήμη μπορεί να ελεγχθεί.

Η φυλάκιση του Μπαργούτι μετατράπηκε σε πεδίο πάνω στο οποίο η ισραηλινή άκρα δεξιά μπορούσε να επιδείξει την πολιτική της εκδίκησης. Ο Μπεν Γκβιρ ζητούσε επανειλημμένα αυστηρότερες συνθήκες κράτησης για τους Παλαιστίνιους φυλακισμένους. Υπό την πολιτική του επιρροή εντάθηκαν οι επιθέσεις στα δικαιώματα των κρατουμένων, οι περιορισμοί στις οικογενειακές επισκέψεις και τα τιμωρητικά μέτρα που αποσκοπούσαν όχι απλώς στον εγκλεισμό, αλλά και στην εξευτέλιση. Αναφορές από Παλαιστίνιους κρατούμενους και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιγράφουν συνθήκες απομόνωσης, υπερπληθυσμού, σωματικής κακοποίησης και ψυχολογικής πίεσης. Οι έφοδοι στις φυλακές μετατράπηκαν σε παραστάσεις ισχύος. Βιβλία κατασχέθηκαν. Η συλλογική τιμωρία εντάθηκε. Η φυλακή, μέσα σε αυτό το σύστημα, δεν είναι απλώς τόπος κράτησης· είναι εργαλείο αποικιακής διαχείρισης.

Η υπόθεση Μπαργούτι αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την κοσμοθεωρία του Μπεν Γκβιρ. Δεν αντιτίθεται μόνο στις παλαιστινιακές ένοπλες οργανώσεις. Αντιτίθεται στην ίδια την παλαιστινιακή πολιτική ύπαρξη. Γι’ αυτό προσωπικότητες όπως ο Μπαργούτι θεωρούνται τόσο επικίνδυνες. Ο Μπαργούτι μιλά τη γλώσσα της εθνικής απελευθέρωσης. Επικαλείται αντιαποικιακές παραδόσεις οικείες στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Ο πολιτικός του συμβολισμός συνδέει την Παλαιστίνη με μια ευρύτερη ιστορία αγώνων απέναντι στην κατοχή και τη φυλετική κυριαρχία. Για τον Μπεν Γκβιρ, τέτοιες μορφές πρέπει να συντριβούν ψυχολογικά. Η αξιοπρέπειά τους πρέπει να διαλυθεί δημόσια. Η εικόνα τους πρέπει να μετατραπεί από πολιτικό ηγέτη σε «κοινό εγκληματία».

Ωστόσο, η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα φυλακισμένων ηγετών που, μέσα από τον εγκλεισμό, μετατράπηκαν σε ακόμη ισχυρότερα σύμβολα. Ο Νέλσον Μαντέλα πέρασε είκοσι επτά χρόνια στις φυλακές του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Τα κράτη φυλακίζουν εκείνους που φοβούνται πολιτικά. Η αντοχή του Μπαργούτι έχει αποκτήσει έτσι έναν βαθύ συμβολισμό. Η φυλάκισή του δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Συμπυκνώνει τη συνολική παλαιστινιακή εμπειρία υπό κατοχή: τον εγκλεισμό, τον κατακερματισμό και τη συστηματική προσπάθεια διαγραφής της πολιτικής αυτενέργειας.

Το 2025, ο Μπεν Γκβιρ δημοσίευσε ένα βίντεο δεκατριών δευτερολέπτων όπου χλεύαζε έναν εμφανώς εξαντλημένο Μπαργούτι μέσα στη φυλακή, λέγοντας: «Δεν θα νικήσετε ποτέ. Όποιος τα βάζει με το έθνος του Ισραήλ… θα τον εξαφανίσουμε». Ο Μπαργούτι, διατηρώντας την αξιοπρέπειά του, προσπάθησε επανειλημμένα να απαντήσει. Το βίντεο πρόδιδε τελικά περισσότερο την αγωνία του ίδιου του Μπεν Γκβιρ: την ανάγκη του να ταπεινώσει έναν άνθρωπο που είχε συμβάλει στη διαμόρφωση του «Εγγράφου των Κρατουμένων» το 2006 — ενός κειμένου που ζητούσε την ανασυγκρότηση της παλαιστινιακής πολιτικής ζωής και συνεχίζει να κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.

Το κελί μπορεί να μετατραπεί σε σχολείο αντίστασης. Η προσπάθεια διαγραφής της μνήμης μπορεί τελικά να την ενισχύσει. Ο Μπαργούτι παραμένει, παρά τα χρόνια εγκλεισμού, μια ζωντανή υπενθύμιση ότι η παλαιστινιακή πολιτική ταυτότητα έχει επιβιώσει από κάθε προσπάθεια διάλυσης και κατακερματισμού.

Η Μακρά Ιστορία του Ισραηλινού Ακροδεξιού Εξτρεμισμού

Για να κατανοήσει κανείς τον Μπεν Γκβιρ, πρέπει να εγκαταλείψει την καθησυχαστική ψευδαίσθηση ότι πρόκειται για μια εξαίρεση. Δεν αποτελεί παρέκκλιση στην ισραηλινή πολιτική ιστορία. Είναι μία από τις λογικές της απολήξεις. Ο Μπεν Γκβιρ δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Είναι προϊόν δεκαετιών ριζοσπαστικοποίησης σε τμήματα της ισραηλινής κοινωνίας, που διαμορφώθηκαν μέσα από τον εποικιστικό αποικισμό, τη στρατιωτικοποίηση και τον εθνοεθνικισμό.

Σε νεαρή ηλικία συνδέθηκε με το απαγορευμένο κίνημα Κάχ του ραβίνου Μέιρ Καχάνε. Ο καχανισμός υποστήριζε ανοιχτά την εβραϊκή υπεροχή και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από την ιστορική Παλαιστίνη. Ακόμη και το ίδιο το ισραηλινό κράτος θεωρούσε κάποτε το Κάχ υπερβολικά ακραίο, απαγορεύοντάς το ως τρομοκρατική οργάνωση. Ωστόσο, ιδέες που κάποτε θεωρούνταν περιθωριακές μετακινήθηκαν σταδιακά προς το πολιτικό κέντρο. Ο Μπεν Γκβιρ έχτισε την καριέρα του πάνω στην πρόκληση. Έγινε γνωστός για την εμπρηστική ρητορική του, τη δημόσια υποκίνηση μίσους και τις επιθετικές εμφανίσεις σε παλαιστινιακές γειτονιές. Για χρόνια καλλιεργούσε την εικόνα ενός μαχητικού ακτιβιστή του δρόμου που θεωρούσε κάθε συμβιβασμό ένδειξη αδυναμίας.

Ένα από τα πιο διαβόητα περιστατικά σημειώθηκε το 1995, όταν εμφανίστηκε στην ισραηλινή τηλεόραση κρατώντας το έμβλημα από το αυτοκίνητο του πρωθυπουργού Γιτζάκ Ράμπιν. «Φτάσαμε στο αυτοκίνητό του», δήλωσε, «και θα φτάσουμε και στον ίδιο». Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Ράμπιν δολοφονήθηκε από έναν ακροδεξιό Ισραηλινό εξτρεμιστή που αντιτασσόταν στις Συμφωνίες του Όσλο.

Αυτή η ιστορία έχει σημασία, γιατί αποκαλύπτει το πολιτικό περιβάλλον μέσα από το οποίο αναδύθηκε ο Μπεν Γκβιρ: μια κουλτούρα όπου το μίσος απέναντι στους Παλαιστινίους — αλλά συχνά και απέναντι στους ίδιους τους υποστηρικτές της ειρήνης — κανονικοποιήθηκε. Με το πέρασμα των χρόνων, η ισραηλινή πολιτική μετατοπίστηκε ολοένα και περισσότερο προς τα δεξιά. Η επέκταση των εποικισμών επιταχύνθηκε. Η στρατιωτική κατοχή σκλήρυνε. Η ειρηνευτική διαδικασία κατέληξε σε μια κενή τελετουργία διπλωματίας, αποκομμένη από την πραγματικότητα επί του εδάφους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, προσωπικότητες όπως ο Μπεν Γκβιρ απέκτησαν πολιτική νομιμοποίηση.

Η άνοδός του αντανακλά βαθύτερες δομικές συνθήκες. Τα αποικιακά καθεστώτα συχνά γεννούν ακραίες πολιτικές μορφές, επειδή η κυριαρχία χρειάζεται ιδεολογική νομιμοποίηση. Η βία πρέπει να ηθικοποιηθεί και η ανισότητα να παρουσιαστεί ως φυσική ή αναγκαία. Ο Μπεν Γκβιρ επιτελεί ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Μετατρέπει τη δομική βία σε εθνικιστική αρετή. Η πολιτική του γλώσσα θεμελιώνεται στον φόβο. Οι Παλαιστίνιοι παρουσιάζονται όχι ως ένας λαός υπό κατοχή, αλλά ως υπαρξιακή απειλή. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων βαφτίζονται προδοτικές. Η διεθνής κριτική αντιμετωπίζεται ως απόδειξη συνωμοσίας.

Και βέβαια, το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ισραηλινό. Παρόμοια πολιτικά μοτίβα εμφανίζονται διεθνώς: από τον εθνικισμό Hindutva του Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία έως τις αυταρχικές μορφές εθνοεθνικισμού, που αναδύονται σε τμήματα της Ευρώπης και της αμερικανικής ηπείρου. Τα σύγχρονα ακροδεξιά κινήματα τρέφονται από μια πολιτική διαρκούς φόβου. Οι μειονότητες μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους και η διαφωνία βαφτίζεται προδοσία.

Αυτό που καθιστά τον Μπεν Γκβιρ ιδιαίτερα επικίνδυνο δεν είναι μόνο η ρητορική του, αλλά και η πρόσβασή του στην κρατική εξουσία. Ως υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, ασκεί επιρροή στην αστυνόμευση, στη διοίκηση των φυλακών και στους μηχανισμούς εσωτερικής καταστολής. Ο ακροδεξιός εξτρεμισμός του δρόμου έχει πλέον περάσει στον ίδιο τον πυρήνα της διακυβέρνησης.

Και αυτή η μετάβαση έχει σοβαρές συνέπειες. Η μεταχείριση των ακτιβιστών του στολίσκου και των κρατουμένων, όπως ο Μαρουάν Μπαργούτι δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι εκδηλώσεις μιας ευρύτερης πολιτικής πορείας, όπου η ίδια η σκληρότητα μετατρέπεται σε κρατική πολιτική.

Ωστόσο, η ιστορία υπενθυμίζει επίσης ότι τα καθεστώτα που θεμελιώνονται πάνω στη μόνιμη κυριαρχία αργά ή γρήγορα έρχονται αντιμέτωπα με κρίσεις νομιμοποίησης. Οι αποικιακές εξουσίες συχνά μοιάζουν ανίκητες — μέχρι τη στιγμή που παύουν να είναι. Η γαλλική Αλγερία έμοιαζε αιώνια. Το νοτιοαφρικανικό απαρτχάιντ φαινόταν ακλόνητο. Η πορτογαλική αποικιοκρατία στην Αφρική έδειχνε αμετακίνητη. Όμως η καταστολή γεννά αντιφάσεις, η βία παράγει αντίσταση και η ταπείνωση δημιουργεί αλληλεγγύη.

Η παγκόσμια οργή για τη Γάζα, η διαρκής συμβολική δύναμη των Παλαιστινίων πολιτικών κρατουμένων και η επιμονή των διεθνών κινημάτων αλληλεγγύης δείχνουν ότι ο παλαιστινιακός αγώνας παραμένει βαθιά ζωντανός. Ο Μπεν Γκβιρ εκφράζει τη σκληρότερη εκδοχή ενός πολιτικού σχεδίου που επιχειρεί να διατηρήσει την κυριαρχία μέσω του φόβου. Όμως ο φόβος από μόνος του δεν μπορεί να γεννήσει δικαιοσύνη, νομιμοποίηση ή ειρήνη.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγάλη τραγωδία της παρούσας στιγμής: μια πολιτική τάξη ανίκανη να φανταστεί τη συνύπαρξη έξω από τη γλώσσα της βίας. Οι ακτιβιστές του στολίσκου το κατάλαβαν. Το ίδιο και ο Μαρουάν Μπαργούτι. Το κατανοούν επίσης εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ερώτημα πλέον είναι αν το διεθνές σύστημα θα συνεχίσει να κανονικοποιεί αυτή τη βαρβαρότητα ή αν η παγκόσμια κοινή γνώμη θα αναγνωρίσει επιτέλους ότι αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι απλώς μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο «ίσες πλευρές», αλλά μια μάχη για το ίδιο το νόημα της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ανθρώπινης υπόστασης.

* Ο Βιτζάι Πρασάντ είναι διευθυντής του Tricontinental: Institute for Social Research. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του, σε συνεργασία με τον Γκριβ Τσέλουα, έχει τίτλο «How the International Monetary Fund Suffocates Africa» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Inkani Books.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου