Μετάφραση: Σοφία Χατζοπούλου
Μέρος πρώτο
Εργαλειοποιώντας την απόσπαση της προσοχής: Το θέαμα ως μέσο διακυβέρνησης
Υπό την κυβέρνηση Τραμπ, η πολιτική της απόσπασης της προσοχής έχει παγιωθεί ως στρατηγική διακυβέρνησης και έχει κανονικοποιηθεί από το υπάκουο οικοσύστημα των mainstream μέσων ενημέρωσης. Όπως παρατηρεί ο James Oliphant στο Reuters, «ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένας ανθρώπινος τυφώνας», που δημιουργεί τόσες πολλές ταυτόχρονες αντιπαραθέσεις ώστε να καθίσταται σχεδόν αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς οποιοδήποτε μεμονωμένο γεγονός. Ο Oliphant έχει μόνο εν μέρει δίκιο, γιατί αυτό που περιγράφει ως χάος είναι στην πραγματικότητα μέθοδος. Ο Τραμπ είναι κάτι περισσότερο από ένας ανεμοστρόβιλος χάους και αποσπάσεων της προσοχής. Είναι ένας ανεξέλεγκτος αυταρχικός ηγέτης που αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημοκρατία και τον πλανήτη – είναι ένα σύγχρονο άβαταρ της εγχώριας τρομοκρατίας. Αυτό που εμφανίζεται ως θέαμα και αναταραχή είναι, στην πραγματικότητα, η υπολογισμένη άσκηση εξουσίας, μια μορφή διακυβέρνησης που χρησιμοποιεί τη σύγχυση ως όπλο, επιταχύνει τη σκληρότητα και λειτουργεί ως εγχώριο ανάλογο της τρομοκρατίας, με σκοπό να εκφοβίσει, να αποπροσανατολίσει και να εξαντλήσει το κοινό μέχρι να υποταχθεί. Μέσω αυτού του μηχανισμού απόσπασης της προσοχής και σοκ, η κρατική τρομοκρατία παίρνει τώρα μορφή, όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως μια συνεχής ακολουθία υπολογισμένων ρήξεων και αμείλικτων πράξεων βίας.
Οι μετασεισμοί της εξουσίας: Κινητική δράση και κρατική τρομοκρατία
Η κρατική τρομοκρατία εκτυλίσσεται μέσω αυτού που ο ιστορικός Nikhil Pal Singh αποκαλεί «μετασεισμούς», μια αλληλουχία θεαμάτων που έχουν σχεδιαστεί για να προκαλέσουν έντονη συναισθηματική οργή, ικανή να αντικαταστήσει τη συνεχή ανάλυση και την ολοκληρωμένη κατανόηση. Όπως γράφει ο Singh, τέτοια σοκ κατακερματίζουν την προσοχή του κοινού και αμβλύνουν την κριτική σκέψη, προβάλοντας τη βία ως μεμονωμένο επεισόδιο και όχι ως μέρος ενός συστήματος. Αυτές οι πράξεις δεν τρομοκρατούν απλώς, αλλά διδάσκουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η «κινητική δράση» καθορίζει μια νέα γραμματική διακυβέρνησης: την προσγείωση ενός ελικοπτέρου Black Hawk γεμάτο με ένοπλους αστυνομικούς στην οροφή ενός κτιρίου διαμερισμάτων στο South Shore του Σικάγου, τη ρίψη χειροβομβίδων κρότου-λάμψης και το δέσιμο των κατοίκων με πλαστικές δεματικές ταινίες, τη σύλληψη κατασκευαστών στεγών με την απειλή όπλου από την οροφή ενός σπιτιού στο βόρειο τμήμα της Νέας Υόρκης ή την ανατίναξη ενός μικρού σκάφους που μετέφερε ανθρώπους στην Καραϊβική.
Σε αυτό το πολιτικό κλίμα, η οργή κατασκευάζεται αδιάκοπα για να αντικατασταθεί στη συνέχεια γρήγορα από το επόμενο σοκ, προτού το κοινό προλάβει να συνθέσει τα θραύσματα σε μια συνεκτική πολιτική εικόνα. Κάθε περιστατικό εμφανίζεται ως μεμονωμένη ρήξη και όχι ως μέρος μιας εξελισσόμενης δομής εξουσίας, αποκομμένο από τις συνθήκες που το προκαλούν και από την ευρύτερη αρχιτεκτονική κυριαρχίας που το συντηρεί. Αυτός ο κατακερματισμός δεν είναι τυχαίος. Είναι μια υπολογισμένη στρατηγική για να αποστραγγίσει το νόημα από τη δημόσια ζωή, να εξαντλήσει την κριτική προσοχή και να αποκλείσει κάθε συγκροτημένη δημοκρατική κρίση ή αντίσταση. Στην εποχή της κλιμάκωσης του φασισμού και της μηδενιστικής λατρείας της απληστίας και της ωμής εξουσίας, η αμερικανική πολιτική έχει μετατραπεί σε ένα θέατρο βίας, ευθυγραμμισμένο με μια αδιάκοπη ροή θεαμάτων αποκομμένων από την ιστορία και κενών συστηματικού νοήματος. Αυτό που εξαφανίζεται σε αυτό το κατακερματισμένο πεδίο αισθήσεων είναι η αναγνώριση ότι αυτές οι πράξεις δεν είναι υπερβολές ή καταρρεύσεις. Είναι η κυβερνητική γραμματική μιας νεοφιλελεύθερης-φασιστικής γκανγκστερικής καπιταλιστικής τάξης, οργανωμένη γύρω από τη στρατιωτικοποίηση, την υπεροχή των λευκών, την ιστορική διαγραφή, την αποστέρηση και την τιμωρία, που τώρα αντιμετωπίζονται όχι ως κάτι το αναπόφευκτο και όχι καταδικαστέο
Αποπολιτικοποίηση βάσει σχεδιασμού: η Renée Good και ο μηχανισμός της διαγραφής
Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, οι ΗΠΑ οργάνωσαν μια δραματική στρατιωτική απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Nicolás Maduro και της συζύγου του, μια κατάφωρη παραβίαση της εθνικης κυριαρχίας που θα έπρεπε να είχε πρώτη θέση στα παγκόσμια πρωτοσέλιδα και να είχε προκαλέσει βαθιά νομική και ηθική συζήτηση. Αντ’ αυτού, όταν πολλοί Αμερικανοί άρχισαν να συνειδητοποιούν την αναδυόμενη εξωτερική κρίση, η προσοχή της χώρας είχε ήδη στραφεί σε μια άλλη πράξη βίας που είχε εγκριθεί από το κράτος: στις 7 Ιανουαρίου, η Renée Nicole Good, κάτοικος του Μινεάπολις, δολοφονήθηκε από έναν ομοσπονδιακό πράκτορα της ICE κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης κατά της μετανάστευσης. Η Γκουντ, μια 37χρονη μητέρα, σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει από τους ομοσπονδιακούς πράκτορες του ICE , μια θανατηφόρα σύγκρουση που η κυβέρνηση υπερασπίστηκε ως αυτοάμυνα, παρά τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων και τα βίντεο που διαψεύδουν την επίσημη εκδοχή.
Η ρατσιστική βία έχει πλέον διαποτίσει την αμερικανική κοινωνία, δεν περιορίζεται πλέον στα περιθώρια, αλλά έχει ενσωματωθεί στον ιστό της καθημερινής διακυβέρνησης. Υπό την προεδρία του Τραμπ, οι έγχρωμοι, είτε είναι πολίτες είτε όχι, σπάνια εξαιρούνται από το να γίνονται στόχος, είτε εντός των συνόρων της χώρας είτε εκτός αυτών. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός Greg Grandin, η λογική της εκμετάλλευσης, της βίας και της μόνιμης απειλής έχει συγχωνεύσει την εξωτερική και την εσωτερική πολιτική σε ένα ενιαίο, βίαιο συνεχές. Γράφει: «Ο ίδιος κανόνας κυριαρχίας που επιδεικνύει ο κ. Τραμπ στο εξωτερικό δεν διαφέρει πολύ από αυτόν που εφαρμόζεται στο εσωτερικό. Η πόλωση βαθαίνει, οι πόλεις δέχονται επιθέσεις από τις ομοσπονδιακές δυνάμεις και η εξευτελιστική, ενίοτε θανατηφόρα μεταχείριση πολιτών και μη πολιτών από κυβερνητικούς πράκτορες είναι πλέον ρουτίνα». Αυτό που προκύπτει είναι μια πολιτική που κυβερνά μέσω του φόβου και της βίας, εξαλείφοντας κάθε ουσιαστική διάκριση μεταξύ πολέμου στο εξωτερικό και καταστολής στο εσωτερικό.
Αυτό που ακολούθησε αποκαλύπτει πώς η απόσπαση της προσοχής λειτουργεί όχι μόνο ως αντιπερισπασμός, αλλά και ως τεχνολογία αποπολιτικοποίησης. Αντί να αντιμετωπίσουν τη δολοφονία της Γκουντ ως ένα γεγονός που απαιτεί διερεύνηση της απρόκλητης βίας και μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής κρατικής βίας και εγχώριας τρομοκρατίας, οι ανώτεροι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι διπλασίασαν αμέσως την επιβολή του νόμου και προσπάθησαν να αναδιατυπώσουν το περιστατικό ως απόδειξη εγχώριας απειλής. Οι ηγέτες της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφάλειας χαρακτήρισαν τις ενέργειές της ως «εγχώρια τρομοκρατία» και η κυβέρνηση ξεκίνησε την «Επιχείρηση Salvo» — μια πανεθνική αύξηση των επιδρομών της ICE και των πρωτοβουλιών επιβολής του νόμου μετά το θάνατό της. Αυτή η μαζική εξαπόλυση αντιποίνων ενορχηστρώθηκε μέσω προπαγανδιστικών βίντεο που παρήγαγε η κυβέρνηση.
Ο αντιπρόεδρος JD Vance ισχυρίστηκε, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ότι η Renee Good ήταν «μέρος ενός ευρύτερου αριστερού δικτύου που είχε ως στόχο να επιτεθεί, να εκθέσει, να βιάσει και να καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση του καθήκοντος των αξιωματικών της ICE» και «ότι χρησιμοποίησε τεχνικές εγχώριας τρομοκρατίας για να στοχεύσει ομοσπονδιακούς αξιωματούχους». Επιπλέον, δήλωσε, χωρίς ντροπή και χωρίς αποδείξεις, ότι είχε υποστεί «πλύση εγκεφάλου» και ότι ήταν συνδεδεμένη με ένα «ευρύτερο, αριστερό δίκτυο».Αυτό που ακολούθησε κατέστησε αυτό το μοτίβο αδιαμφισβήτητο. Στη Μινεάπολη, ομοσπονδιακοί πράκτορες καταγράφηκαν ξανά σε βίντεο να χρησιμοποιούν υπερβολική και θανατηφόρα βία, αυτή τη φορά εναντίον του 37χρονου νοσοκόμου της εντατικής θεραπείας Alex Jeffrey Prett, ενός άνδρα που είχε αφιερώσει την επαγγελματική του ζωή στη φροντίδα βετεράνων. Το βίντεο δείχνει τον Prett να περικυκλώνεται από πολλούς αστυνομικούς, να ρίχνεται στο έδαφος, να αφοπλίζεται και στη συνέχεια να πυροβολείται επανειλημμένα ενώ βρίσκεται ακίνητος, μια δολοφονία που πραγματοποιήθηκε μπροστά στα μάτια του κοινού. Ήταν η τρίτη θανατηφόρα επίθεση με πυροβολισμοούς που αφορούσε ομοσπονδιακούς πράκτορες μετανάστευσης στην πόλη σε διάστημα λίγων εβδομάδων, εντείνοντας ακόμα περισσότερο την οργή του κοινού για αυτό που πολλοί κριτικοί περιγράφουν ως ένα καθεστώς ανεξέλεγκτης βίας.
Ωστόσο, παρά την ύπαρξη πολλών βίντεο, μεταξύ των οποίων και ένα που δείχνει έναν πράκτορα της Συνοριακής Φρουράς να αφαιρεί το όπλο του Prett πριν σκοτωθεί, η κυβέρνηση Τραμπ επανέλαβε αμέσως το γνωστό σενάριο, επιμένοντας ότι η πυροβολισμοί ήταν πράξη αυτοάμυνας. Ο κυβερνήτης της Μινεσότα, Tim Walz, απέρριψε τον ισχυρισμό ως «ανοησία» και «ψέματα», αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Μέσα σε λίγα λεπτά, ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης κινήθηκαν επιθετικά για να πάρουν τον έλεγχο της αφήγησης. Ο Stephen Miller, αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Trump, χαρακτήρισε δημοσίως τον Prett «εγχώριο τρομοκράτη» και «υποψήφιο δολοφόνο», ενώ κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι εκμεταλλεύονται τη δολοφονία για να υποκινήσουν αναταραχές. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν ήταν αυθόρμητες ανακρίβειες.Λειτούργησαν ως σκόπιμες πράξεις πολιτικής αντιστροφής, μετατρέποντας ένα θύμα κρατικής βίας σε σύμβολο απειλής, νομιμοποιώντας προληπτικά τη χρήση θανατηφόρας βίας και ενισχύοντας μια ευρύτερη αυταρχική στρατηγική, στην οποία η καταστολή δικαιολογείται μέσω της κατασκευασμένης απειλής και της ποινικοποίησης της διαφωνίας.
Μέσα σε λίγες μέρες από τις δολοφονίες της Renée Good και του Alex Prett, ο κύκλος των mainstream μέσων ενημέρωσης ανακατευθύνθηκε για άλλη μια φορά σκόπιμα, κατακλυζόμενος από μια πληθώρα κατασκευασμένων αντιπαραθέσεων που αποσκοπούσαν να αποτρέψουν τη συγκροτημένη διερεύνηση. Οι σύμμαχοι του Τραμπ αναβίωσαν γνωστές τακτικές, απαιτώντας ποινικές έρευνες για τον Μπιλ και την Χίλαρι Κλίντον, ενώ ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι αναβίωσαν φαντασιώσεις του Ψυχρού Πολέμου, παρουσιάζοντας ψευδώς αριστερές οργανώσεις ως δίκτυα εγχώριων τρομοκρατών. Τα υπολογισμένα ρεπορτάζ για σκάνδαλα που συνδέονται με τον Epstein αναζωπυρώθηκαν, ακόμη και όταν ο Τραμπ ενέτεινε τις εμπρηστικές απειλές εναντίον του Μεξικού, της Κούβας και της Κολομβίας και επιδόθηκε σε γκροτέσκες «φαντασιώσεις» προσάρτησης της Γροιλανδίας. Κανένα από αυτά τα θεάματα δεν προέκυψε τυχαία. Μαζί, λειτούργησαν ως μέσα απόσπασης της προσοχής και διαγραφής, εξασφαλίζοντας ότι η συστημική βία που αποκαλύφθηκε από τις δολοφονίες των Good και Prett θα εξαφανιζόταν κάτω από μια κυλιόμενη καταιγίδα οργής, αποκομμένη από την ευθύνη.
Ο mainstream τύπος για άλλη μια φορά επιτελεί τον ρόλο του ως στρατός στενογράφων, ενισχύοντας δυνατά την προσποιητή ανησυχία του Τραμπ για τους Ιρανούς διαδηλωτές, ενώ παραμένει σκόπιμα τυφλός στην κεντρική αντίφαση που αρνείται να ονομάσει, την αδίστακτη καταστολή της αντίθετης άποψης στο εσωτερικό της χώρας, και κυρίως την κλιμακούμενη επίθεσή εναντίον όσων είναι αλληλέγγυοι με την παλαιστινιακή ελευθερία. Αυτά τα θεάματα δεν ανταγωνίζονται απλώς για την προσοχή του κοινού, αλλά λειτουργούν ως πράξεις διαγραφής, θάβοντας ενεργά κάθε σοβαρή αποτίμηση της δολοφονίας του Good και προωθώντας την ανατριχιαστική απειλή που εξέδωσε ο πρωτο-φασιστικός ιδεολόγος Stephen Miller να «δημιουργηθεί μια αυτοκρατορία με αντίστροφη πορεία», δηλαδή να στρέψει ολόκληρο το μηχανισμό μιας στρατιωτικοποιημένης αυτοκρατορίας προς τα μέσα, «προς την πατρίδα και τους εχθρούς της στο εσωτερικό».
Με αυτή την αντιστροφή, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας επιστρέφει στο εσωτερικό, κορεσμένος από κρατική βία, σημαδεμένος από τις συστηματικές εκτελέσεις αμάχων από έναν όλο και πιο παράνομο αστυνομικό μηχανισμό και από μια υπολογισμένη προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι η προσοχή του κοινού θα διασκορπιστεί πριν μπορέσει να κατονομαστεί το βαθύτερο σχέδιο της εγχώριας τρομοκρατίας και της αυταρχικής διακυβέρνησης. Αυτό που χάνεται σε αυτό το αμείλικτο μείγμα δεν είναι απλώς η αφήγηση ή η ολοκληρωμένη κατανόηση των πολλών πτυχών του νεοφιλελεύθερου φασισμού, αλλά η ίδια η ικανότητα να αναγνωριστούν αυτές οι πράξεις ως μέρος ενός συνεκτικού πολιτικού σχεδίου, που στοχεύει στην ομαλοποίηση της καταστολής, στην ποινικοποίηση της διαφωνίας, στον κατακερματισμό της αντίστασης και στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας από την ουσία που της έχει απομείνει.
Αυτή είναι η λειτουργία της πολιτικής της αποσύνδεσης: ένα σύστημα στο οποίο η κρατική βία, η θεσμική συνενοχή και το θεαματικό μέσο ενημέρωσης συνδυάζονται για να κατακερματίσουν τη δημόσια συνείδηση. Η μία κρίση επισκιάζει την άλλη όχι επειδή δεν σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά επειδή η ίδια η έννοια διαλύεται στρατηγικά, αδειάζει και εγκλωβίζεται σε ρητορικά σιλό. Η βία γίνεται επεισοδιακή, η εξουσία γίνεται αδιαφανής και οι πολίτες εκπαιδεύονται να αντιδρούν αντί να αναλύουν, συνθήκες που επιτρέπουν την εδραίωση επικίνδυνων μορφών αυταρχικής διακυβέρνησης και φασιστικής πολιτικής. Πρόκειται για παιδαγωγική σε επίπεδο διακυβέρνησης, που διδάσκει στους ανθρώπους πώς να μην σκέφτονται ιστορικά, κριτικά και συνολικά. Αυτό που κάνει αυτό το καθεστώς αποπολιτικοποίησης τόσο ανθεκτικό όσο και θανατηφόρο είναι ότι βασίζεται σε μια οικονομική ιδεολογία που σπάνια ονομάζεται, ακόμη και όταν διαμορφώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες η αποσύνδεση γίνεται κοινή λογική.
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής μας, αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανώνυμος στον κυρίαρχο πολιτικό λόγο. Η δύναμή του έγκειται ακριβώς σε αυτή την αόρατη φύση του. Προστατευμένος από την ανωνυμία, ο νεοφιλελευθερισμός συγκαλύπτει τη συστημική καταστροφή και τις αποτυχίες που προκαλεί, τoν εκσπλαχνισμό της δημόσιας υγείας και της εκπαίδευσης, την επίθεση στο παγκόσμιο περιβάλλον, την αποψίλωση των δημόσιων υπηρεσιών και την ομαλοποίηση της συντριπτικής ανισότητας, της πολιτικής διαφθοράς και της επέκτασης ενός τιμωρητικού κράτους. Σπάνια αυτές οι κρίσεις γίνονται αντιληπτές ως αλληλένδετες εκφράσεις μιας ενιαίας οικονομικής και πολιτικής τάξης – του γκανγκστερικού καπιταλισμού. Αντίθετα, οι καταρρέουσες υποδομές, η μαζική φτώχεια, η επισιτιστική ανασφάλεια, η κοινωνική απομόνωση, ο πόλεμος κατά των συνδικάτων και οι μαζικές φορολογικές ελαφρύνσεις προς τους πλούσιους αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες αποτυχίες και όχι ως συμπτώματα του ίδιου του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Στον πυρήνα αυτής της πολιτικής αποσύνδεσης, τα ιδιωτικά προβλήματα αποκόπτονται από τη δημόσια ευθύνη, οι δομικές αιτίες εξαφανίζονται και οι κρίσεις εντείνονται απομονωμένες από τις συστημικές τους ρίζες. Σπάνια αμφισβητείται ο νεοφιλελευθερισμός για την αποσύνδεση της οικονομικής δραστηριότητας από το κοινωνικό κόστος και τον επαναπροσδιορισμό της ελευθερίας ως της ανεξέλεγκτης δύναμης των αγορών,απομονωμένης από την κρατική ρύθμιση. Ο νεοφιλελευθερισμός ομαλοποιεί την εγκατάλειψη των βασικών ανθρώπινων αναγκών, επιμένει ότι τα άτομα είναι τα μόνα υπεύθυνα για τη μοίρα τους, αρνείται την υποχρέωση του κράτους για το κοινό καλό και προωθεί τον αντιδραστικό ισχυρισμό ότι οι μόνες νόμιμες κοινωνικές μονάδες είναι το άτομο και η οικογένεια. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αυταρχισμός μεταλλάσσεται σε νέες μορφές φασισμού, που τροφοδοτούνται από την οικονομική εγκατάλειψη, την ιστορική αμνησία και τη συστηματική εκκένωση της πολιτικής ευθύνης, της ηθικής ευθύνης και της κοινωνικής μέριμνας.
Αυτό που καθιστά αυτό το καθεστώς αποπολιτικοποίησης τόσο ανθεκτικό όσο και θανατηφόρο είναι ότι βασίζεται σε μια οικονομική ιδεολογία που σπάνια ονομάζεται έτσι, ακόμη και όταν διαμορφώνει τις συνθήκες υπό τις οποίες η αποσύνδεση από την κοινωνία των πολιτών γίνεται κοινή λογική. Η κρατική βία κατακερματίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά, ο μιλιταρισμός αναδιατυπώνεται ως ασφάλεια, η διαφωνία αναδιαμορφώνεται ως εξτρεμισμός, και οι θεσμοί που είναι επιφορτισμένοι με την υπεράσπιση της δημοκρατικής ζωής είτε γίνονται συνένοχοι στην εκβιαστική πολιτική του Τραμπ είτε υποχωρούν στη σιωπή. Η δολοφονία της Renée Good από ομοσπονδιακούς πράκτορες, η στρατιωτικοποίηση των αμερικανικών πόλεων μέσω των επιδρομών της ICE, η ανοιχτή αποδοχή της αυτοκρατορικής επιθετικότητας στο εξωτερικό και η βίαιη επίθεση εναντίον μεταναστών και ατόμων διαφορετικής φυλής στο εσωτερικό αντιμετωπίζονται ως ασύνδετες κρίσεις. Δεν είναι όμως έτσι. Μαζί, αποκαλύπτουν μια λογική διακυβέρνησης της οποίας η κύρια λειτουργία είναι η αποπολιτικοποίηση, μια στρατηγική που αποκόπτει τα γεγονότα από το ιστορικό τους πλαίσιο και τις δομικές αιτίες τους, τον ιδιωτικό πόνο από τη δημόσια ευθύνη, και διαβρώνει την ίδια τη γλώσσα μέσω της οποίας η εξουσία μπορεί να λογοδοτήσει και η δημοκρατία μπορεί να ονομαστεί, να υπερασπιστεί και να αγωνιστεί.
Η πολιτική, στην πιο ζωτική της μορφή, είναι ο τομέας της συλλογικής δέσμευσης, όπου οι πολίτες συζητούν, αμφισβητούν την εξουσία και διαπραγματεύονται, ονομάζουν και αγωνίζονται για τις συνθήκες ενός κοινού μέλλοντος. Ωστόσο, υπό τον σύγχρονο αυταρχισμό, η πολιτική υπονομεύεται σταθερά και αντικαθίσταται από μια κουλτούρα φόβου, κατακερματισμού, τεχνητής άγνοιας και ελεγχόμενων θεαμάτων. Αυτό που προκύπτει είναι μια πολιτική αποσύνδεσης που απομονώνει τα κοινωνικά προβλήματα, συσκοτίζει τη συστημική βία και μετατρέπει τον συλλογικό αγώνα σε ατομική αγωνία. Αυτό όχι μόνο καταστέλλει τη διαφωνία, αλλά την καθιστά και ακατανόητη, αφαιρώντας της το πλαίσιο, την ιστορία και την ηθική της σημασία.
Για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η λογική του γκανγκστερικού καπιταλισμού του Τραμπ, είναι ζωτικής σημασίας να αντισταθούμε στον πειρασμό να αντιμετωπίσουμε τις εκδηλώσεις του ως διακριτά ή άσχετα φαινόμενα. Στην πιο άμεση έννοια, η Ruth Fowler που γράφει στο Counterpunch έχει δίκιο να επιμένει, για παράδειγμα, ότι ο θάνατος της Renée Good δεν μπορεί να «αντιμετωπιστεί από τη δεξιά ως μεμονωμένο περιστατικό, ή από την αριστερά ως σύμβολο των φρικαλεοτήτων της Αμερικής του Τραμπ». Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αντίθετα, ανήκει σε ένα συνεχές που διαρκεί δεκαετίες, στο οποίο η κρατική βία έχει καταλήξει να αντικατοπτρίζει τη «δυναμική που αναγνωρίζουν οι επιζώντες μέσα από την ιδιωτική ζωή: κυριαρχία που παρουσιάζεται ως προστασία», τιμωρία που δικαιολογείται ως αναγκαιότητα και «οργή που παρουσιάζεται ως φόβος». Ο Τραμπ μπόρεσε να επιταχύνει αυτόν τον νεκροπολιτικό μηχανισμό μόνο επειδή «η Αμερική ήταν ήδη βαθιά σάπια πολύ πριν από την άφιξή του».
Η κλιμάκωση της βίας της ICE, η κανονικοποίηση του μόνιμου πολέμου στο εξωτερικό, η επίθεση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η παραχώρηση ανεξέλεγκτης κρατικής εξουσίας δεν είναι παράλληλες εξελίξεις που εκτυλίσσονται τυχαία. Είναι αλληλένδετα στοιχεία ενός συνεκτικού πολιτικού σχεδίου που κυβερνά μέσω του φόβου, της εξάλειψης, της ανεξέλεγκτης στρατιωτικοποίησης και της συστηματικής αποδόμησης των θεμελίων μιας ισχυρής δημοκρατίας. Μαζί, σχηματίζουν ένα σύνολο φρικαλεοτήτων που έχουν τις ρίζες τους στις πιο σκοτεινές ιστορικές κληρονομιές της Αμερικής, οι οποίες τώρα αναζωογονούνται μέσω μηχανισμών απομνημόνευσης που ελέγχονται από τις εταιρείες, της συνενοχής των μέσων μαζικής ενημέρωσης, της σκανδαλώδους παράδοσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην εκβιαστική πολιτική, της δημιουργίας ενός στρατιωτικού μηχανισμού που δεν λογοδοτεί στο Κογκρέσο και μιας συνεχιζόμενης επίθεσης κατά της κοινωνικής ευθύνης, της ενημερωμένης και ενεργούς σκέψης και των θεσμών που είναι σε θέση να καλλιεργούν το πολιτικό θάρρος, την κριτική σκέψη και τους ευαισθητοποιημένους πολίτες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου