Εισήγηση  της Δέσποινας Σπανούδη (χημικός μηχανικός) σε εκδήλωση με θέμα “Τοπία Νερού: σκέψεις για μια απειλούμενη ισορροπία”, Αίγινα, 1/2/2026

Παγκόσμια χρεοκοπία νερού

Ο πλανήτης έχει εισέλθει σε καθεστώς «παγκόσμιας χρεοκοπίας νερού», σύμφωνα με έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα στις 20 Ιανουαρίου ο ΟΗΕ. Όπως διαπιστώνεται, ολοένα και περισσότερες περιοχές καταναλώνουν πολύ περισσότερο νερό απ’ όσο μπορούν να ανανεώσουν. Αυτό σημαίνει ότι η συσσωρευμένη υποβάθμιση της ποιότητας και η υπερκατανάλωση έχουν πλήξει ανεπανόρθωτα την ικανότητα των υδατικών πόρων να ανακάμψουν.

Σχεδόν τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν σε συνθήκες έλλειψης και επισφάλειας όσον αφορά το νερό. Τα επιφανειακά ύδατα και οι υγρότοποι συρρικνώνονται σε τεράστια κλίμακα. Τα υπόγεια ύδατα εξαντλούνται. Περίπου το 70% των παγκόσμιων υδροφορέων παρουσιάζουν μακροπρόθεσμες μειώσεις. Η υποβάθμιση της ποιότητας του νερού μειώνει περαιτέρω το χρησιμοποιήσιμο νερό. Τα αυξανόμενα φορτία λυμάτων, οι γεωργικές απορροές, η βιομηχανική ρύπανση και η αλάτωση υποβαθμίζουν τα αποθέματα. Ακόμα και όταν οι όγκοι φαίνονται επαρκείς στα χαρτιά, το κλάσμα του νερού που είναι ασφαλές για ύδρευση, άρδευση και οικοσυστήματα συνεχίζει να συρρικνώνεται. Σε πολλά μέρη περισσότερο από το 30% της μάζας των παγετώνων έχει ήδη χαθεί τα τελευταία 50 χρόνια, υπονομεύοντας την ασφάλεια του νερού για εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους που εξαρτώνται από ποτάμια που τροφοδοτούνται από το λιώσιμο των παγετώνων και του χιονιού.

Η έκθεση εντοπίζει ένα αυξανόμενο μοτίβο ανθρωπογενούς ξηρασίας, που σημαίνει ελλείμματα νερού που προκαλούνται από την υπερβολική χρήση, την υποβάθμιση της γης και του εδάφους, την αποψίλωση των δασών, τη ρύπανση και την κλιματική αλλαγή :  «Η αναγνώριση της χρεοκοπίας του νερού απαιτεί την ανάπτυξη νομικών και θεσμών διακυβέρνησης που μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά όχι μόνο το νερό, αλλά και τον υδρολογικό κύκλο και το φυσικό κεφάλαιο που καθιστούν δυνατή την παραγωγή του.»
 
Η διαχείριση της χρεοκοπίας αφορά πλέον την προσπάθεια για εξισορρόπηση της ζήτησης και της προσφοράς γνωρίζοντας ότι η επιστροφή στις αρχικές συνθήκες δεν είναι πλέον δυνατή.

Μετατρέποντας την κρίση σε ευκαιρία

Στις 28 Νοεμβρίου 2025, η Αττική κηρύχθηκε επίσημα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας με από απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν γνωμοδότησης της ΡΑΑΕΥ. Λίγες μέρες πριν ισχυρές βροχοπτώσεις πλημμύρισαν τους δρόμους της Αττικής, ενώ λίγες μέρες μετά νέες καταιγίδες προκάλεσαν διακοπές κυκλοφορίες σε κεντρικούς δρόμους και σοβαρές πλημμύρες στα νότια. Νέες πλημμύρες στα μέσα Γενάρη, είχαν ως αποτέλεσμα μεγάλες καταστροφές και δύο θύματα. Οι βροχοπτώσεις συνεχίζονται μέχρι τώρα αλλά ούτε μια σταγόνα από όλο αυτό το νερό δεν αξιοποιείται για την ύδρευση της Αθήνας.

Μοιάζει παράλογο όμως είναι ίδιες οι αιτίες που προκαλούν τόσο τη λειψυδρία όσο και τις πλημμύρες στον αστικό ιστό. Η πιο κοινή αιτία είναι η κλιματική κρίση: παρατεταμένες ξηρασίες και έντονες βροχοπτώσεις. Ωστόσο ακόμη και η κλιματική κρίση δεν είναι αιτία, είναι αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα μιας ολοένα και επιταχυνόμενης σπατάλης και της εγκατάλειψης κάθε ορθολογικού σχεδιασμού. Αποτέλεσμα της δημιουργίας κρίσεων και της εφεύρεσης «λύσεων» που επιδεινώνουν την κρίση αντί να την αντιμετωπίζουν.

Πρόσφατο παράδειγμα: Στις 19 Γενάρη, έληξε η διαβούλευση για ένα μεγάλο έργο αντλησιοταμίευσης ισχύος έγχυσης 200 MW που προορίζεται για την αποθήκευση ενέργειας από αιολικές διατάξεις. Θα κατασκευαστεί κοντά στην Ξηρονομή, ένα μικρό χωριό της Βοιωτίας, είναι του ομίλου MOTOR OIL και προβλέπει χρήση μεγάλων ποσοτήτων από το κανάλι που μεταφέρει το νερό του Μόρνου στην Αθήνα. Ούτε δύο μήνες αφότου κηρύχθηκε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας.
 
Εύρυτος: η συνέχιση ενός καταστροφικού μοντέλου 
 
Την ώρα που όλα τα επιφανειακά νερά της Αθήνας ρίχνονται στη θάλασσα, σχεδόν όλα τα ρέματα και τα ποτάμια έχουν μετατραπεί σε οχετούς και το 80% του εδάφους είναι καλυμμένο με τσιμέντο, την ώρα που τα νερά από την επεξεργασία των λυμάτων χύνονται στη θάλασσα, την ώρα που τα υπόγεια νερά μένουν αναξιοποίητα, την ώρα που δεν γίνεται καμία προσπάθεια για την συγκράτηση των νερών της βροχής, την ώρα που δεν υπάρχει κανένα μέτρο εξοικονόμησης, την ώρα που το 1/5 του νερού χάνεται από διαρροές των δικτύων, την ίδια ώρα προωθούν φαραωνικά έργα με αδιαφανείς διαδικασίες fast truck και με ανυπολόγιστες οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.
 
 Το σχέδιο προβλέπει:
  • την εκτροπή δύο ποταμών της Ευρυτανίας προς τον ταμιευτήρα του Εύηνου
  • και την δημιουργία μονάδων αφαλάτωσης σε Βοιωτία και Αττική,
ενώ βραχυπρόθεσμα σχεδιάζεται η λειτουργία των γεωτρήσεων της ΕΥΔΑΠ στη λεκάνη του Βοιωτικού Κηφισού, χωρίς καμία μέριμνα για την άρδευση της Κωπαΐδας που εξακολουθεί να βασίζεται σε απαρχαιωμένα ανοιχτά κανάλια με τεράστιες απώλειες.
 

Πρόκειται για έναν σχεδιασμό όχι μόνο παρωχημένο αλλά και σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία που προβλέπει ότι κανένα έργο που αλλάζει τη φυσική ροή ενός ποταμού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν εντάσσεται στο Σχέδιο Διαχείρισης της Λεκάνης Απορροής του.
 
Η Ευρυτανία ανήκει στο ΣΔΛΑ Ποταμών της Ανατολικής Στερεάς, που αναθεωρήθηκε πρόσφατα μέσα από διαδικασίες διαβούλευσης και δεν προβλέπει την εκτροπή των ποταμών ούτε την μεταφορά του νερού.
 
Το έργο της εκτροπής των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελοπόταμου πέρα από το υψηλό κόστος που θα επωμιστεί η κοινωνία, απειλεί μία από τις πιο ανέγγιχτες και παρθένες περιοχές της Ευρώπης με εξαιρετική και αναγνωρισμένη οικολογική σημασία, με ορεινά δασικά και υδάτινα οικοσυστήματα που λειτουργούν ως καταφύγια άγριας ζωής και περιοχές αναπαραγωγής σπάνιων ειδών.
 
Η συμπληρωματική «λύση» των μονάδων αφαλάτωσης –  είναι μια ακριβή, ενεργοβόρα και ρυπογόνα διαδικασία για την παραγωγή νερού χαμηλής ποιότητας.
 
Και όλα αυτά χωρίς – όπως ομολογείται- να υπάρχει μια σαφής εκτίμηση των αναγκών και της πρόγνωσης των βασικών κλιματικών & υδρολογικών μεταβλητών.

Στρατηγική επιδίωξη: η μετατροπή του νερού σε εμπόρευμα 

Το σχέδιο συμπληρώνεται με την συγκέντρωση όλων των υδατικών πόρων ύδρευσης και άρδευσης της Βοιωτίας, της Εύβοιας και της Φωκίδας και της Αττικής στην ΕΥΔΑΠ ΑΕ, όπως και της Χαλκιδικής μαζί με της Θεσσαλονίκης στην ΕΥΑΘ. Είναι το πρώτο βήμα για την συγχώνευση όλων των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) και των Τοπικών Οργανισμών Άρδευσης (ΤΟΕΒ) ώστε να δημιουργηθούν μεγάλες επιχειρήσεις για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες εργολάβους και επενδυτές. Πρόκειται κυριολεκτικά για την αρπαγή του νερού από τον έλεγχο των τοπικών κοινωνιών και την υπαγωγή του σε καθεστώς αγοράς και κερδοφορίας.

Για το σκοπό αυτό επεκτάθηκε η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) σε ΡΑΑΕΥ ώστε να περιλάβει την αγορά που δημιουργούν για το νερό και τη διαχείριση απορριμμάτων. Για τον ίδιο σκοπό, επανέφεραν την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) για την τιμολόγηση του νερού με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, παρότι η προηγούμενη του 2017 είχε ήδη κριθεί ως αντισυνταγματική από το ΣτΕ.

Στην πραγματικότητα η προσπάθεια ιδιωτικοποίησης του νερού ξεκίνησε από το 1999 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ολοένα και πιο συστηματικά. Το 2021 η Πολιτεία προσπάθησε να παραδώσει σε μεγαλοεργολάβους όλο το Εξωτερικό Υδρευτικό Σύστημα της Αθήνας (Μόρνος, Εύηνος, Υλίκη, Μαραθώνας), αλλά σκόνταψε στο ΣτΕ που ακύρωσε την προσπάθεια μετά από προσφυγή πολιτών και συνδικαλιστών. Το 2022, μετά από άλλη προσφυγή πολιτών, το ΣτΕ αποφάσισε την επιστροφή των ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ από το Υπερταμείο, αλλά η κυβέρνηση έκανε νόμο προκειμένου να παραμείνουν. Χρειάστηκε νέα προσφυγή για να υποχρεωθεί τελικά να επιστρέψει τις δύο εταιρείες ύδρευσης στο δημόσιο το 2023. Στη συνέχεια ανακοινώθηκε το σχέδιο των συγχωνεύσεων των ΔΕΥΑ που συνάντησε αντιδράσεις και από την Αυτοδιοίκηση και σήμερα ορίζουν την λειψυδρία ως «απρόβλεπτη» ανάγκη, ενώ δεν έχουν πάρει κανένα μέτρο για να την αντιμετωπίσουν.

Μια άλλη κατεύθυνση είναι αναγκαία 

Η αντιμετώπιση οποιουδήποτε κινδύνου λειψυδρίας απαιτεί ορθολογική διαχείριση και όχι επεκτατική δέσμευση υδατικών πόρων υπέρ ενός μη βιώσιμου μοντέλου και σε βάρος της Περιφέρειας. Ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης δεν θα βασίζεται στην συνεχή προσφορά νερού και στην αύξηση της κατανάλωσης αλλά στην εξοικονόμηση και την επαναχρησιμοποίηση. Δεν θα βασίζεται σε φαραωνικά έργα αλλά στην αξιοποίηση και των υδάτινων πόρων: από το νερό της βροχής και των πηγών, μέχρι το νερό των γεωτρήσεων. 
 
Υπάρχει πλήθος προτάσεων από επιστημονικούς φορείς και από τη διεθνή εμπειρία που μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις περιοχές της χώρας που έχουν αυξημένες ανάγκες και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
  • Την ανακύκλωση του νερού από τις μονάδες επεξεργασίας λυμάτων σε βιομηχανικές χρήσεις, στην άρδευση και την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων
  • Στην εξοικονόμηση με κλειστά και αυτοματοποιημένα δίκτυα άρδευσης που θα εξοικονομούσαν τεράστιες ποσότητες νερού. Συστήματα άρδευσης υψηλής απόδοσης, αισθητήρες εδάφους, μετεωρολογικοί σταθμοί και δορυφορικά δεδομένα, καθώς και στροφή σε καλλιέργειες με χαμηλότερες απαιτήσεις σε νερό, μπορούν να εξοικονομήσουν το μεγαλύτερο μέρος από το νερό που σήμερα πηγαίνει στην άρδευση που απορροφά το 80–85% της συνολικής κατανάλωσης νερού.
  • Την δημιουργία συστημάτων συλλογής βρόχινου νερού στα κτίρια και επεξεργασία του “γκρίζου” νερού (απόνερα πλυντηρίων, νιπτήρων, ντους) για χρήσεις που δεν απαιτούν πόσιμο νερό, όπως το πότισμα, η καθαριότητα κλπ
  • Την ενημέρωση του κοινού για καλές πρακτικές εξοικονόμησης νερού.
  • Τον εμπλουτισμό και αξιοποίηση των υπόγειων υδάτων, μέσα από την προστασία των υφιστάμενων ή και την επανασύσταση ποταμών αλλά και από την αύξηση των διαπερατών επιφανειών στις πόλεις.
Το τελευταίο θα απαιτούσε ενδεικτικά:
  • Αύξηση των χώρων πρασίνου στις πόλεις (με χρήση ανθεκτικών φυτών που χρειάζονται λίγο νερό)
  • Δημιουργία λεκανών συγκράτησης, τάφρων διήθησης (swales), βροχοκήπων (rain gardens), “Πράσινων” Στεγών/ Τοίχων, διαπερατά Οδοστρώματα (Permeable Pavements) και άλλες υποδομές που επιτρέπουν στο νερό να διαποτίζει το έδαφος και να εμπλουτίζει τον υδροφόρο ορίζοντα.
Τέτοιες υποδομές θα συμβάλλουν επιπλέον στη μείωση του φαινομένου της θερμικής νησίδας αλλά και των πλημμυρών.
 
Τέλος σημαντικός είναι ο περιορισμός χρήσεων που ρυπαίνουν και καταναλώνουν το νερό όπως ο υπερτουρισμός, πισίνες, γκαζόν και υδροβόρες καλλιέργειες, υπερσυγκέντρωση ρυπαντικών και υδροβόρων χρήσεων.
 
Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν ένα σχεδιασμό προσανατολισμένο στην προστασία και διαφύλαξη του νερού ως κοινού και πολύτιμου αγαθού σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από το μοντέλο αγοράς και κατανάλωσης που προωθεί η Πολιτεία.

Ένα κοινό μέτωπο για την σωτηρία του νερού 

 
Μέχρι σήμερα η Πρωτοβουλία για τη Δημόσια Διαχείριση του νερού κατόρθωσε να φέρει μαζί συνδικαλιστές, επιστήμονες, δημοτικές παρατάξεις και κινήσεις πολιτών με αποτέλεσμα να μεγαλώσει την κινητοποίηση και να ενισχύσει τις θέσεις του κινήματος για το νερό. Απαιτείται ένα όσο γίνεται πιο ευρύ μέτωπο για τη διεκδίκηση τόσο του δημόσιου χαρακτήρα όσο και μιας οικολογικής διαχείρισης με στόχο τον περιορισμό των απωλειών και την μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Τον περασμένο Μάιο έγινε το πρώτο Φεστιβάλ για το Νερό και τα Κοινά Αγαθά με συμμετοχή δεκάδων συλλογικοτήτων. Φέτος σχεδιάζεται το δεύτερο Φεστιβάλ και καλούμε όλους να συμμετέχουν ενεργά. Τόσο η Πρωτοβουλία όσο και το Φεστιβάλ προσπαθούν να φέρουν κοντά και να δυναμώσουν τις φωνές των πολιτών που αντιστέκονται στην υποβάθμιση και προτείνουν λύσεις για την προστασία του νερού.