Η ανυπακοή σε αντισυνταγματικούς νόμους αποτελεί νόμιμη άσκηση ελευθερίας και πολιτικό δικαίωμα
Η νομοθέτηση της απαγόρευσης δημοσίων συναθροίσεων μπροστά από το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως «προστασία του μνημείου και του συμβολισμού του». Το δικαίωμα στην ελεύθερη δημόσια συνάθροιση, στην οργάνωση διαδήλωσης και διαμαρτυρίας, είναι θεμελιώδης πολιτική ελευθερία. Διασφαλίζει την παρέμβαση στη δημόσια σφαίρα και τη συλλογικοποίηση της ατομικής πολιτικής άποψης και στάσης. Μαζί με την ελευθερία συνείδησης και έκφρασης και την ελευθερία συνένωσης σε οργανώσεις αποτελεί εγγύηση της λαϊκής κυριαρχίας. Η πολιτική επικοινωνία του λαού με τις συντεταγμένες εξουσίες δεν εξαντλείται στις περιοδικές εκλογές.
Αν η συνάθροιση είναι ελευθερία και όχι παραχώρηση του νόμου, περιλαμβάνει την επιλογή τόπου. Και την αξιοποίηση συμβόλων που ενισχύουν το πολιτικό μήνυμα. Αναγνωρίζει τον πολίτη ως ικανό να αναλαμβάνει ευθύνη: για την πολιτική θέση και για τα μέσα έκφρασής της. Όριο μπορεί να θέτει ο νόμος μόνο όταν βλάπτονται ελευθερίες άλλων πολιτών ή κοινωνών. Όχι στο όνομα συμβόλων που δήθεν πρέπει «να μένουν αμόλυντα από πολιτική εργαλειοποίηση». Η υποκατάσταση της κριτικής με νομικές απαγορεύσεις είναι ένδειξη πατερναλισμού, εχθροπάθειας και δογμάτων «μηδενικής ανοχής».
Η ρύθμιση για τον Άγνωστο Στρατιώτη είναι πρόδηλα αντισυνταγματική. Στηρίζει περιορισμό δικαιώματος στην ανάγκη προστασίας ενός αόριστου γενικού συμφέροντος «προστασίας του νοήματος των συμβόλων». Αντιστρέφει τη σχέση κανόνα–εξαίρεσης. Εισάγει προληπτικές απαγορεύσεις. Και κάθε βλάβη σε μνημεία προστατεύεται ήδη επαρκώς από υπάρχουσες ειδικές ποινικές διατάξεις. Στη δημοκρατία και τη δικαιοκρατία η ελευθερία είναι ο κανόνας. Η απαγόρευση η εξαίρεση. Όταν το κράτος καθιστά σημείο υψίστου πολιτικού συμβολισμού «άβατο» για τη συλλογική έκφραση, πλήττει την ελευθερία της έκφρασης, αν όχι την ίδια την ελευθερία της συνείδησης. Υποχρεώνει τον πολίτη να θεωρεί ιστορικά σύμβολα ως «εκτός πολιτικής συναλλαγής».
Εδώ η νομική αμφισβήτηση συναντά την πολιτική ανυπακοή. Η ανυπακοή δεν πηγάζει από περιφρόνηση προς τους θεσμούς. Πηγάζει από σεβασμό. Αν το Σύνταγμα είναι ο ανώτερος νόμος, τότε η συμμόρφωση σε πρόδηλα αντισυνταγματικό νόμο είναι ανοχή στην απίσχναση του έμπρακτου νοήματος της συνταγματικής τάξης. Τα δικαστήρια είναι αρμόδια να κηρύξουν νόμο αντισυνταγματικό. Όμως η πολιτική ελευθερία στην ουσία της νομιμοποιεί, αν όχι υποχρεώνει, τον πολίτη να ασκεί την ελευθερία που του περιορίζει ο πρόδηλα αντισυνταγματικός νόμος. Και να οδηγεί τα πράγματα στην ορθή δικαστική διευθέτηση: κήρυξη του νόμου ως αντισυνταγματικού και αποκατάσταση όσων ασκούν τη συνταγματική ελευθερία τους.
Η ελευθερία έκφρασης δεν είναι μόνο να μιλάμε. Είναι να ακουγόμαστε εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ακριβώς μπροστά από τη Βουλή, είναι το φυσικό πεδίο αυτής της δημόσιας επικοινωνίας. Η απαγόρευση επιδιώκει να καταστήσει τη διαμαρτυρία «αόρατη» και «ακίνδυνη». Να την εξορίσει σε σημεία χωρίς συμβολισμό.
Η πολιτική ανυπακοή λειτουργεί ως διορθωτικός μηχανισμός. Ο πολίτης που διαδηλώνει παρά την απαγόρευση δεν το κάνει για να προκαλέσει χάος. Το κάνει για να καταδείξει ότι η βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας υπερέβη τα όρια της εξουσίας της. Η άρνηση υποταγής σε αντισυνταγματική διάταξη είναι καθαρή μορφή πολιτικού λόγου: τα δικαιώματα δεν παραχωρούνται από το κράτος, προϋπάρχουν αυτού.
Η υπόθεση του Άγνωστου Στρατιώτη είναι σύγκρουση νόμου και Δικαίου. Η πολιτική ανυπακοή θυμίζει ότι οι πολίτες δεν είναι υπήκοοι. Σε μια δικαιοκρατούμενη δημοκρατία, η ελευθερία του συνέρχεσθαι και η ελευθερία της έκφρασης είναι αδιαπραγμάτευτες. Και κάθε προσπάθεια περιστολής τους νομιμοποιεί αλλά και επιβάλλει τη συνειδητή αντίσταση των πολιτών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου