07 Αυγούστου 2022

Το βιβλίο της εβδομάδας: «Ο Μαρξ στο ουφάδικο: Κονσόλες, Χειριστήρια και Ταξική Πάλη», του Jamie Woodcock, σε μετάφραση Πάρι Λαυτσή, Αλέξανδρου Μινωτάκη και Πάνου Πετρόπουλου, εκδόσεις "ΤΟΠΟΣ"

«Το Marx at the Arcade είναι ορόσημο για τη ριζοσπαστική πολιτική κατανόηση του ψηφιακού παιχνιδιού».
Nick Dyer-Witheford


«Συνδυάζοντας τον ενθουσιασμό του gamer με την κριτική ματιά του ιστορικού υλιστή, το βιβλίο του Woodcock
ανοίγει τις κονσόλες για να αποκαλύψει τους αγώνες για την αξία, την εργασία και το νόημα του παιχνιδιού».
Alberto Toscano

***

Τι θα συνέβαινε αν έμπαινε ο Marx σε ένα ουφάδικο; Τι θα σκεφτόταν βλέποντας εκατοντάδες νέους να παίζουν Pacman και Metal Slug; Τι θα έλεγε αν έβλεπε έναν τριαντάρη να παίζει Fortnite, ενώ το πρωί πρέπει να πάει για δουλειά; 

Πολλοί θα απαντούσαν ότι ο Marx θα έφευγε μακριά, αναπολώντας τον 19ο αιώνα. Ωστόσο, ο Jamie Woodcock, ακαδημαϊκός, μαρξιστής, αλλά και gamer, απαντάει διαφορετικά. Ισχυρίζεται ότι η μαρξιστική μέθοδος μπορεί να αναλύσει τόσο το πώς παράγονται τα βιντεοπαιχνίδια όσο και το πολιτικό στίγμα τους. 

Το βιβλίο βουτάει στα άδυτα της βιομηχανίας βιντεοπαιχνιδιών και αναλύει το τεράστιο δίκτυο καλλιτεχνών, προγραμματιστών και εργοστασιακών εργατών που συμμετέχουν στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής. Εστιάζοντας στους εργατικούς αγώνες στη βιομηχανία των βιντεοπαιχνιδιών, ο Woodcock αναδεικνύει τον τρόπο που η ταξική πάλη καθορίζει το τι παιχνίδια παίζουμε.

 Παρουσίαση στο Πριν από Δ. Τζιαντζή


Τα παιδιά του Γκράμσι και του Fortnite

«Τα παιδιά του Μαρξ και της Coca Cola» είναι ο εναλλακτικός τίτλος της εμβληματικής ταινίας του Ζαν-Λικ Γκοντάρ Αρσενικό-Θηλυκό (1966). Η φράση αυτή αναφέρεται στη νεότερη γενιά που μεγάλωσε στη Δύση και, μέσα στις αντιφάσεις της, προσπαθεί να συνδυάσει μια μεταμοντέρνα μαρξιστική οπτική με την κυρίαρχη ποπ κουλτούρα που η… «σκέψη Μάο Τσε Τουνγκ» τότε αποκήρυττε ως πολιτιστικό ιμπεριαλισμό της παρακμής. Η γενιά αυτή σύντομα πρωταγωνίστησε στην «εξέγερση από το μέλλον» του Μάη του 1968, που συνδυάζοντας αυτά τα δύο στοιχεία, κατάφερε να δημιουργήσει τα πιο ευφάνταστα συνθήματα του 20ου αιώνα. Στην πορεία, ωστόσο, φάνηκε ότι ο πολιτιστικός και καταναλωτικός ιμπεριαλισμός έχει μακριά ποδάρια. Αυτή ακριβώς η περίεργη σχέση μεταξύ ποπ κουλτούρας, αλλοτρίωσης, videogames και μαρξισμού είναι το θέμα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος Ο Μαρξ στο ουφάδικο (Marx at the arcade) του Βρετανού συγγραφέα Jamie Woodcock. Όπως εύστοχα υπογραμμίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου: «H ποπ κουλτούρα είναι ένα από αυτά τα πεδία όπου διεξάγεται η πάλη για και ενάντια στην κουλτούρα των ισχυρών· είναι επίσης το διακύβευμα που μένει να κερδηθεί ή να χαθεί μέσα σε αυτή την πάλη. Είναι η αρένα της συναίνεσης και της αντίστασης. Είναι, εν μέρει, το σημείο όπου αναδύεται και διασφαλίζεται η ηγεμονία».

Ο Woodcock χρησιμοποιεί τα παιχνίδια που παίζουμε στα κινητά, τις κονσόλες και τον υπολογιστή μας ως παραδείγματα για να εξηγήσει με σύγχρονους όρους τις βασικές αρχές του μαρξισμού στην εποχή μας. Ως εισαγωγή το βιβλίο αναφέρει το ρόλο του Καρλ Μαρξ ως βοηθητικού θετικού χαρακτήρα (NPC) στο παιχνίδι Assasin’s Creed: Syndicate, όπου ο συγγραφέας του Κομμουνιστικού Μανιφέστου δίνει αποστολή στον ήρωα να παρεισφρήσει σε ένα εργοστάσιο και να βρει αποδείξεις για την κακομεταχείριση της εργατικής δύναμης.

Ταυτόχρονα, το έργο επιχειρεί μια ενδελεχή ανάλυση των συνθηκών που επικρατούν στην πανίσχυρη αλλά αθέατη από πολλές πλευρές βιομηχανία των ψηφιακών παιχνιδιών και τους αγώνες των εργαζόμενων σε αυτήν. Μια «κατάδυση» σε μια βιομηχανία που έχει υπερδιπλάσια κέρδη από το άθροισμα του τζίρου της κινηματογραφικής και μουσικής βιομηχανία, όπου μας εξηγεί πώς λειτουργεί αυτό το τεράστιο δίκτυο καλλιτεχνών, προγραμματιστών και εργατών που συμμετέχουν στην παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής.

Ο Woodcock αναδεικνύει τον τρόπο που η ταξική πάλη καθορίζει το τι παιχνίδι παίζουμε. Από τον 35άρη που παίζει όλο το βράδυ World of Warcraft και το πρωί δεν μπορεί να ξυπνήσει να πάει στη δουλειά, μέχρι τη νεαρή κοπέλα που ποστάρει τον gaming μαραθώνιο στο Battle Royale του Fortnite σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το twitch, ελπίζοντας ότι θα μπορέσει μια μέρα να κάνει το χόμπι της επάγγελμα.

Οι ταξικές αντιθέσεις ανάμεσα στους gamers είναι τόσο μεγάλες όσο και στην υπόλοιπη κοινωνία, από τον άνεργο πιτσιρικά με το φθηνό κομπιούτερ και την κονσόλα παλαιότερης γενιάς, που δεν μπορεί πια να σηκώσει τα πιο απαιτητικά –και πανάκριβα– παιχνίδια, μέχρι το «PC Μaster Race» της διαρκούς αναβάθμισης και των συστημάτων που κοστίζουν πολλές χιλιάδες ευρώ.

Η μετάφραση του βιβλίου στα Ελληνικά είναι και αυτή προϊόν συλλογικής προσπάθειας, από τον Πάρι Λαυτσή, τον Αλέξανδρο Μινωτάκη και τον Πάνο Πετρόπουλο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το επίμετρο των μεταφραστών για την ελληνική έκδοση. Όπως επισημαίνουν, αυτό το έργο είναι κομμάτι μιας ευρύτερης φιλόδοξης προσπάθειας και εντάσσεται σε ένα διεθνές ρεύμα μαρξιστικής αναζήτησης και κριτικής στα πεδία των νέων τεχνολογιών, των μέσων επικοινωνίας και στο πώς αυτά σχετίζονται με τις αλλαγές στην καπιταλιστική παραγωγή. Στην εισαγωγή σημειώνεται πως η ανανέωση του μαρξισμού δεν μπορεί να γίνει απλά με επικλήσεις ούτε με μονότονες επαναλήψεις φράσεων από τα κλασικά έργα. Χτίζεται μέσα από πραγματικούς αγώνες, μέσα από θεωρητική δουλειά σε πεδία όπου –φαινομενικά μόνο– ο μαρξισμός φαντάζει παρείσακτος.

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς καυτηριάζει όχι μόνο την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων σε βαθμό εξόντωσης από τις μεγάλες εταιρείες του κλάδου, αλλά συνολικά τα τοξικά, σεξιστικά και αντιδραστικά στοιχεία της κυρίαρχης videogame «κουλτούρας» (ή υποκουλτούρας αν προτιμάτε), προωθώντας παράλληλα μια νέα πιο θετική και «διαδραστική» σχέση με την κοινωνία. Επιπλέον, ο συγγραφέας παρουσιάζει μια –μειοψηφία– νέων ανεξάρτητων παιχνιδιών, που χτίζονται από την πρωτοπορία της κοινότητας με προοδευτικό και αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα και όχι με στόχο το κέρδος.
Πάντως, δεν χρειάζεται να είναι κανείς gamer για να καταλάβει και να απολαύσει το βιβλίο αυτό.

Γράφει ο Δ. Τζιαντζής, Πριν (23.04.22)

 

Παρουσίαση στο IN.GR από τον Παναγιώτη Σωτήρη

Ο Καρλ Μαρξ δεν έπαιζε video games, ωστόσο εμφανίζεται σε μια παραλλαγή του γνωστού παιχνιδιού Assassins Creed. Όμως, δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει τον αναπληρωτή καθηγητή του βρετανικού Open University Τζέιμι Γούντκοκ. Κυρίως τον ενδιαφέρει ο Μαρξ να πάει εκεί που παράγονται και παίζονται τα video game.

Σκοπός του Γούντκοκ είναι να δει σε ποιο βαθμό ο Μαρξ μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ένα φαινόμενο που είναι ταυτόχρονα μια τεράστια βιομηχανία με διασυνδέσεις με τον χώρο της ψηφιακής τεχνολογίας και ταυτόχρονα ένα πολιτιστικό φαινόμενο μεγάλων μεγάλης επίδρασης στο πώς διαμορφώνονται ιδεολογίες και συλλογικές συμπεριφορές στο σύγχρονο κόσμο, εάν αναλογιστούμε τον χρόνο που αφιερώνουν σε αυτά τα παιχνίδια οι χρήστες τους σε όλο τον κόσμο.

Το βιβλίο του Γούντκοκ, που συμπληρώνει σημαντικές μελέτες πάνω στο αντικείμενο από την πρώτη δεκαετία του αιώνα όπως το Games of Empire.Global Capitalism and Video Games (Παιχνίδια της Αυτοκρατορίας. Παγκόσμιος Καπιταλισμός και Video Games), των Nick Dyer-Witheford και Greig de Peuter (2009, University of Minnesota Press), χρησιμοποιεί το είδος «εργατικής έρευνας», που προέρχεται από την παράδοση του ιταλικού εργατισμού και που ο ίδιος έχει στο παρελθόν αξιοποιήσει στη μελέτη των call centers, μελετώντας την κοινωνική και τεχνική σύνθεση της εργασίας σε έναν κλάδο, με έμφαση στην καταγραφή του πώς τα ίδια τα υποκείμενα που εμπλέκονται σε μια παραγωγική διαδικασία βιώνουν τόσο την εργασία όσο και την αντίσταση στις εκμεταλλευτικές και αλλοτριωτικές της διαστάσεις.

Αυτό το συνδυάζει με μια προσέγγιση κριτικής πολιτικής οικονομίας που εξετάζει τα οικονομικά, κοινωνικά και τεχνικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης βιομηχανίας, αλλά και με στοιχεία από τη βρετανική παράδοση των μαρξιστικά προσανατολισμένων πολιτισμικών σπουδών, όπου ξεχωρίζουν ονόματα όπως του Ρέιμοντ Γουίλιαμς ή του Στιούαρτ Χολ, και την αντιμετώπιση των προϊόντων της μαζικής κουλτούρας ως πεδίων όπου ξεδιπλώνονται αντιφατικές κοινωνικές νοηματοδοτήσεις.

Αυτό που περιγράφεται είναι καταρχάς μια βιομηχανία, με μεγάλο όγκο πωλήσεων από διαρκώς εξελισσόμενες πλατφόρμες που προσπαθούν να συντηρήσουν μια αυξημένη ζήτηση τόσο για το λογισμικό των παιχνιδιών όσο και για τις τεχνολογικές υποδομές που απαιτούν όπως είναι οι υπολογιστές και οι κονσόλες.

Μια βιομηχανία που συνδέεται τόσο με την βιομηχανία της υψηλής τεχνολογίας (άλλωστε η εξέλιξη των παιχνιδιών και των τεχνολογικών απαιτήσεων είναι βασικό κίνητρο για την αγορά ολοένα και πιο εξελιγμένων υπολογιστικών συστημάτων, επεξεργαστών, καρτών γραφικών κ.λπ.), όσο όμως και με αυτό που ονομάζουμε «στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα», αφού τα ψηφιακά παιχνίδια και οι διαδικασίες προσομοίωσης πολεμικών τεχνικών διαθέτουν πολλά κοινά στοιχεία.

Συνθήκες εκμετάλλευσης
Ως βιομηχανία στηρίζεται στην εκμετάλλευση υψηλά εξειδικευμένης εργασίας, που υφίσταται συνθήκες μεγάλης πίεσης και εντατικοποίησης, αφού η εκτεταμένη υπερωριακή εργασία ώστε έγκαιρα να βγουν νέα παιχνίδια στην αγορά, αυτό που στην ιδιόλεκτο του κλάδου ονομάζεται crunch, αποτελεί τον κανόνα, ενώ παράλληλα παρατηρούνται και σημαντικές έμφυλες διαφορές ως προς τα επίπεδα αμοιβής.

Είναι μια εργασία σύνθετη, με εναλλασσόμενους ρόλους, υπό συνεχή επιτήρηση (όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις εργασίες σε ψηφιακό περιβάλλον) αλλά – και αυτή είναι μια από τις πρωτοτυπίες του βιβλίου – και με προσπάθειες να αναπτυχθούν αντιστάσεις, αλλά και μορφές πρωτότυπης συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Μια εργασία που σε μεγάλο βαθμό έχει ως διακύβευμα το πώς μορφές τεχνολογικής επινόησης που προκύπτουν έξω από το πλαίσιο της παραγωγής για την αγορά (από αυτούς που συνήθως περιγράφουμε ως χάκερ) γίνεται προσπάθεια να υπαχθούν ακριβώς στις επιταγές μιας παραγωγής εμπορευμάτων για την αγορά.

Η αντιφατικότητα της διαδικασίας παραγωγής των παιχνιδιών, όπου η επιδίωξη μέγιστης κερδοφορίας συναντιέται με μορφές παραγωγής καινοτομίας εκτός αγοράς, έχει συμπλήρωμα και την αντιφατικότητα που έχουν τα παιχνίδια ως πολιτιστικές πρακτικές.

Μακριά από μια εύκολη «ηθικολογική» αποκήρυξή τους ως πεδίων που ενισχύουν τη βία, τα video games αποτυπώνουν αντιφατικές στρατηγικές. Από τη μια, προφανώς και ένα μεγάλο μέρος τους, καθαγιάζει μια ορισμένη εκδοχή αποικιοκρατικής και ιμπεριαλιστικής βίας, αναπαράγει «αντιτρομοκρατικά» ρατσιστικά στερεότυπα και κανονικοποιεί πρακτικές όπως η χρήση βασανιστηρίων, την ώρα που ακόμη και αυτά που έχουν ως αντικείμενο την κατασκευή «κόσμων» και πολιτισμών», δυσκολεύονται να συμπεριλάβουν χειραφετητικές εναλλακτικές.

Όμως, δεν παύουν να είναι μορφές απόδρασης από την εργασία και τρόποι πειραματισμού και διευρεύνησης μιας εναλλακτικής κοινωνικής μορφής. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Γούντκοκ  μπορεί ο χαρακτήρας του Μαρξ στο Assassins Creed να μην ταιριάζει ακριβώς στον πραγματικό, όμως η εντολή που δίνει το παιχνίδι στον παίκτη («Ακολούθα τον Μαρξ») διατηρεί την αξία της.

Game Workers Unite
Οι πρωτοβουλίες μαχητικής συνδικαλιστικής οργάνωσης στον χώρο των video games αποτυπώνουν τον δυναμικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα που έχει αυτή η βιομηχανία. Η πλατφόρμα Game Workers Unite, ένα σημείο συνάντησης ανάμεσα σε συνδικαλιστικές πρωτοβουλίες σε διαφορετικές χώρες συνδυάζει την «εργατική έρευνα», την αλληλεγγύη και την ενημέρωση, παράλληλα με συντονισμό με επισφαλείς εργαζομένους σε κλάδους που στηρίζονται σε ψηφιακές πλατφόρμες.

Παναγιώτης Σωτήρης, in.gr (19/05/2022)

 

Παρουσίαση στην Εφημ. Συντακτών, γράφει ο Τ. Τσακίρογλου

Τι γυρεύει ο Μαρξ στο «Ουφάδικο»;

(...) Η συνήθης αντιμετώπιση των ηλεκτρονικών παιχνιδιών είναι αφοριστική. Αυτά γίνονται πολλές φορές -και όχι αδίκως- αποδιοπομπαίοι τράγοι για την υιοθέτηση βίαιων συμπεριφορών από τους νέους, για την εξοικείωση με την επιθετικότητα, τις δολοφονίες, τον πόλεμο και μια μανιχαϊστική προσέγγιση των πραγμάτων, σύμφωνα με την οποία από τη μία έχουμε τον καλό ιμπεριαλισμό, ο οποίος επεμβαίνει σε άλλα έθνη, και από την άλλη κράτη τα οποία συνήθως στηρίζουν ή υποθάλπουν την τρομοκρατία, με τον πρώτο να τους φέρνει τη «δημοκρατία». Γίνεται όμως και ένα βολικό άλλοθι για την έλλειψη οικογενειακής και πολιτικής παιδείας αλλά και για την αναπηρία του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο Γούντκοκ μας λέει ότι πράγματι υπάρχει ένας αρκετά στενός δεσμός ανάμεσα στο αμερικανικό Πεντάγωνο και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα και τις εταιρείες παραγωγής βιντεοπαιχνιδιών μέσω είτε άμεσης χρηματοδότησης είτε έμμεσης εμπλοκής στα διάφορα πρότζεκτ στρατιωτικών συμβούλων και βετεράνων των διαφόρων ιμπεριαλιστικών πολέμων. Τονίζει ότι ορισμένα απ’ αυτά τα παιχνίδια ήταν τόσο ρεαλιστικά, ώστε χρησιμοποιήθηκαν για την εκπαίδευση χιλιάδων στρατιωτών προτού πάνε στον πόλεμο στο Αφγανιστάν.

Μιλά για τις συνθήκες εργασίας στη συγκεκριμένη βιομηχανία, στην οποία κυριαρχούν αφενός τα Σύμφωνα Εμπιστευτικότητας, τα οποία «δένουν» τους εργαζόμενους με «ρήτρες σιωπής» και εχεμύθειας, και αφετέρου η δουλειά σε συνθήκες crunch, δηλαδή οι άπειρες ώρες (απλήρωτης κατά κύριο λόγο) απασχόλησης προκειμένου να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ ενός παιχνιδιού.

Εξηγεί επίσης (επικαλούμενος τον Ian Williams) τι είναι η κουλτούρα geek, δηλαδή το ότι ο μεγάλος βαθμός κύρους που αποκτούν οι εργαζόμενοι «σημαίνει ότι πολλοί που δουλεύουν στη συγκεκριμένη βιομηχανία είναι προετοιμασμένοι να δουλέψουν πολλές ώρες και να ανεχτούν επισφαλείς όρους απασχόλησης».

Κομβικό σημείο στην ανάλυση του Γούντκοκ είναι ο προσεταιρισμός των κοινοτήτων των χρηστών ηλεκτρονικών παιχνιδιών από την Ακροδεξιά και την αμερικανική Alt-right, ενώ τονίζει την εμπλοκή σε αυτή τη βιομηχανία ακόμα και του ακροδεξιού θεωρητικού και έμπιστου του Τραμπ, Στιβ Μπάνον. Στόχος είναι η διάδοση ιδεών που αφορούν τη λεγόμενη λευκή υπεροχή, τη μάτσο ιδεολογία, την εχθρότητα στους μετανάστες και τον ακραίο σεξιστικό λόγο, ο οποίος ενυπάρχει τόσο στο εργασιακό περιβάλλον των εταιρειών τεχνολογίας όσο και στις διαδικτυακές κοινότητες.

Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τη συγκεκριμένη βιομηχανία ως πεδίο ταξικής πάλης και επιτυχιών στη συγκρότηση σωματείων και κοινοτήτων εργαζομένων που αμφισβητούν τις εργασιακές συνθήκες. Το πεδίο αυτό μάλιστα το βλέπει και ως έναν διεκδικούμενο χώρο με πολλές δυνατότητες αμφισβήτησης αλλά και δημιουργικής συνεισφοράς από την πλευρά των εργαζομένων στην παραγωγή βιντεοπαιχνιδιών.

Η Αριστερά έχει λησμονήσει τη ρήση του Λένιν για την ανάγκη «συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης», κάτι που ο Μαρξ εφάρμοζε σε κάθε περίπτωση και ενδεχομένως θα έκανε και σήμερα για έναν κλάδο όπως αυτός της υψηλής τεχνολογίας, των επικοινωνιών και της ψυχαγωγίας, ο οποίος παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση συνείδησης δισεκατομμυρίων νέων είτε στην παραγωγή είτε στην κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων.

Διαβάστε την παρουσίαση εδώ
Τ. Τσακίρογλου, Εφημ. Συντακτών

 

Παρουσίαση στο Smassing Culture από την Αθηνά Κακλαμάνη

Ταξικός αγώνας για τη νίκη και ulti για το kill του καπιταλισμού!

(...) Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι Ο Μαρξ στο Ουφάδικο αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, δημιουργικές και επίκαιρες προσθήκες όσον αφορά την μαρξιστική ανάλυση εν γένει. Η συμβολή αυτή, δε, όσον αφορά την ανανέωση του μαρξισμού, έτσι ώστε αυτός να ανταποκρίνεται και να απαντά στις αναδιπλώσεις του καπιταλιστικού συστήματος σήμερα, ενισχύεται μέσα από την ελληνική μετάφραση του βιβλίου, η οποία προχωρά και αυτή με τη σειρά της σε μια σειρά καινοτομιών, όπως, παραδείγματος χάριν, η ιδιαίτερη φροντίδα που επιδεικνύει στο ζήτημα των έμφυλων χαρακτηρισμών. Ως εκ τούτου, κάτι που θα ξενίσει ευχάριστα τον αναγνώστη είναι η απόφαση της μεταφραστικής ομάδας να μην κάνει λόγο συνεχώς για “εργάτες” και “παίχτες”, αλλά να εναλλάσσει τα φύλα γράφοντας εναλλάξ “εργάτριες” και “παίχτριες”. Το γεγονός, δε, ότι κατά την ανάγνωση η πρακτική αυτή ξενίζει αποτελεί τρανή απόδειξη της ανάγκης ανανέωσης του ίδιου του λόγου, έτσι ώστε αυτός να απογυμνωθεί από έμφυλες προκαταλήψεις. Η απόφαση αυτή, δε, της ομάδας εναρμονίζεται πλήρως και με τον Λόγο του Woodcock και τα όσα αυτός υπογραμμίζει όσον αφορά το ζήτημα αυτό στο έργο του.

Διαβάστε την παρουσίαση εδώ 
γράφει η Α. Κακλαμάνη, smassingculture.gr, 23.07.2022 

Διαβάστε εδώ τα περιεχόμενα & εδώ την εισαγωγή του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.

Διαβάστε εδώ ένα απόσπασμα του βιβλίου στο info-war.gr.

Οι Αλέξανδρος Μινωτάκης και Παναγιώτης Πετρόπουλος, δύο από τους μεταφραστές του  βιβλίου, μιλάνε στο "Joystick" για την gaming βιομηχανία, την πολιτική πλευρά των παιχνιδιών, τις συνθήκες εργασίας των developers και άλλα πολλά. Ακούστε το podcast εδώ (06.07.2022).

Aκούστε εδώ μια συνέντευξη του μεταφραστή του βιβλίου Πάνου Πετρόπουλου στην εκπομπή της Βάλια Καϊμάκη, «Ψηφιακές Κυριακές» Πρώτο πρόγραμμα ΕΡΤ (15.05.2022).

ΠΗΓΗ: Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου