ΜΑΤ επιτέθηκαν σε άτομα με αναπηρία – Η κυβέρνηση τους καλύπτει λέγοντας ψέματα
Στην τελευταία ενημέρωση των πολιτικών συντακτών θέσαμε στον κυβερνητικό εκπρόσωπο ένα ερώτημα για την άγρια αστυνομική καταστολή στη διαδήλωση του Άργους, η οποία πραγματοποιήθηκε μετά τον θανάσιμο πυροβολισμό του 20χρονου Θοδωρή από αστυνομικούς.
Τα διαθέσιμα βίντεο δείχνουν τις δυνάμεις των ΜΑΤ να επιτίθενται απρόκλητα σε διαφορετικά σημεία της πορείας, να χτυπούν διαδηλωτές και να πνίγουν τη συγκέντρωση στα χημικά. Άτομα με αναπηρία, τα οποία βρίσκονταν στην κεφαλή της διαδήλωσης, καταγγέλλουν ότι δέχθηκαν και τα ίδια επίθεση. Σε ένα από τα περιστατικά που καταγγέλλονται, αστυνομικός φέρεται να χτυπά με την ασπίδα του άνθρωπο σε αναπηρικό αμαξίδιο.
Το ερώτημα προς την κυβέρνηση ήταν σαφές: καταδικάζει αυτή την επίθεση ή την καλύπτει; Έχει διαταχθεί έρευνα για όσα συνέβησαν;
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν αντιμετώπισε το διαθέσιμο οπτικό υλικό ως τεκμήριο που οφείλει να εξεταστεί. Επέλεξε να υιοθετήσει, χωρίς καμία επιφύλαξη, την εκδοχή της Ελληνικής Αστυνομίας. Υποστήριξε ότι οι αστυνομικές δυνάμεις δέχθηκαν επίθεση με καδρόνια, κοντάρια, πυροσβεστήρες, πέτρες και μάρμαρα και ότι η αστυνομική βία αποτέλεσε απλώς την «αναγκαία και απαραίτητη» αντίδραση.
Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα με αυτή την εκδοχή: τα βίντεο.
Για κάθε βασικό ισχυρισμό του κυβερνητικού εκπροσώπου εντοπίσαμε οπτικό υλικό που τον διαψεύδει. Όταν υποστηρίζει ότι οι αστυνομικοί δέχθηκαν πρώτοι επίθεση, τα πλάνα δείχνουν την απρόκλητη έφοδο των ΜΑΤ. Όταν αμφισβητεί ότι χτυπήθηκαν άτομα με αναπηρία, υπάρχουν οι μαρτυρίες των ίδιων των ανθρώπων που δέχθηκαν την επίθεση. Όταν παρουσιάζει την αστυνομική βία ως νόμιμη άμυνα, οι εικόνες αποτυπώνουν αστυνομικές επιθέσεις σε διαφορετικά σημεία της διαδήλωσης.
Για κάθε ισχυρισμό, υπάρχει ένα τεκμήριο που δείχνει τι πραγματικά συνέβη και το παραθέτουμε στο βίντεο.
Οι μολότοφ που εξαφανίστηκαν
Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου εξέθεσε, άθελά της, τόσο τις αστυνομικές «πηγές» όσο και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης που είχαν σπεύσει αρχικά να μιλήσουν για επίθεση με μολότοφ.
Όταν η υπόθεση έφτασε στην επίσημη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, οι μολότοφ είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί από την κυβερνητική αφήγηση. Τη θέση τους είχαν πάρει τα καδρόνια, τα κοντάρια, οι πυροσβεστήρες, οι πέτρες και τα μάρμαρα.
Η αλλαγή δεν είναι ασήμαντη. Δεν πρόκειται για μια δευτερεύουσα διόρθωση ή για μια αμελητέα ασυμφωνία μεταξύ δύο περιγραφών. Οι μολότοφ είχαν παρουσιαστεί ως το βασικό τεκμήριο που δικαιολογούσε την αστυνομική επίθεση. Όταν, όμως, δεν εμφανίστηκε ούτε ένα βίντεο ούτε μία φωτογραφία που να τις καταγράφει, η εκδοχή αυτή εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε από έναν διαφορετικό, θεωρητικά ελαφρύτερο «οπλισμό».
Μόνο που ούτε αυτός εμφανίζεται στο διαθέσιμο οπτικό υλικό.
Τα βίντεο και οι μαρτυρίες δημοσιογράφων και συμμετεχόντων δεν επιβεβαιώνουν ούτε την αρχική εκδοχή για τις μολότοφ ούτε τη μεταγενέστερη εκδοχή για την οργανωμένη επίθεση με καδρόνια, κοντάρια και πυροσβεστήρες. Αντίθετα, αποτυπώνουν τις δυνάμεις των ΜΑΤ να κινούνται επιθετικά εναντίον της πορείας.
Και μιας και συζητιέται πολύ τι είναι fake news και τι δεν είναι, πρέπει να ειπωθεί καθαρά: όταν αρχικά διαρρέεις ότι οι αστυνομικοί δέχθηκαν επίθεση με μολότοφ, στη συνέχεια εγκαταλείπεις αυτή την εκδοχή και την αντικαθιστάς με μια διαφορετική, ενώ τελικά το διαθέσιμο οπτικό υλικό δεν επιβεβαιώνει κανέναν από τους δύο ισχυρισμούς, τότε δεν καταπολεμάς τα fake news.
Τότε παράγεις εσύ τα fake news.
Τα fake news δεν προέρχονται αποκλειστικά από κάποιον υποτιθέμενο «Νιγηριανό πρίγκιπα» που στέλνει ένα μήνυμα και ανακοινώνει στον παραλήπτη ότι κέρδισε δέκα εκατομμύρια δολάρια. Μπορεί να προέρχονται από μια επίσημη αστυνομική ενημέρωση. Μπορεί να αναπαράγονται από μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Μπορεί να φτάνουν μέχρι το βήμα της ελληνικής κυβέρνησης και να παρουσιάζονται ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια.
Ο Παύλος Μαρινάκης το είπε, άλλωστε, σχεδόν απερίφραστα: ανάμεσα σε όσους καταγγέλλουν την αστυνομική βία και στην Ελληνική Αστυνομία, ο ίδιος επιλέγει εκ των προτέρων να πιστέψει την Αστυνομία.
Δεν είπε ότι θα εξετάσει τα διαθέσιμα στοιχεία. Δεν είπε ότι θα παρακολουθήσει τα βίντεο. Δεν είπε ότι θα ακούσει τους δημοσιογράφους που βρίσκονταν εκεί, τα άτομα με αναπηρία που καταγγέλλουν ότι δέχθηκαν επίθεση ή τους υπόλοιπους αυτόπτες μάρτυρες.
Ανακοίνωσε εξαρχής ποια πλευρά θεωρεί αξιόπιστη.
Μόνο που η επίσημη εκδοχή της Αστυνομίας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη. Και η ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας θα έπρεπε να έχει διδάξει την κυβέρνηση να είναι πολύ πιο προσεκτική.
Το 2006, μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του Αυγουστίνου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη, επιχειρήθηκε να αποδοθεί ο τραυματισμός του σε πτώση πάνω σε μηχανάκι και ζαρντινιέρα. Μέχρι που εμφανίστηκε το βίντεο και αποκάλυψε τον ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς.
Έξω από το Εφετείο, την ημέρα της ιστορικής καταδίκης της Χρυσής Αυγής, η Ελληνική Αστυνομία υποστήριξε ότι εκατοντάδες άνθρωποι επιτέθηκαν στις αστυνομικές δυνάμεις με περισσότερες από εκατό μολότοφ. Η εικόνα αυτή δεν επιβεβαιώθηκε από το διαθέσιμο οπτικό υλικό, ούτε από τα βίντεο που δημοσιοποίησε αργότερα η ίδια η Αστυνομία.
Αυτή είναι η Ελληνική Αστυνομία την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δηλώνει ότι πιστεύει αυτομάτως, ακόμη και όταν η επίσημη εκδοχή της συγκρούεται με τις εικόνες.
Το ψέμα, όμως, έχει κοντά πόδια. Και έχει ακόμη κοντύτερα όταν υπάρχει κάμερα.
Όταν τα βίντεο διαψεύδουν την κυβερνητική εκδοχή, ο Παύλος Μαρινάκης δεν μπορεί να αντιπαραθέσει ένα βίντεο που να δείχνει τις μολότοφ. Δεν μπορεί να παρουσιάσει πλάνα με τα καδρόνια, τα κοντάρια και τους πυροσβεστήρες με τους οποίους υποτίθεται ότι ξεκίνησε η επίθεση. Δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί το διαθέσιμο υλικό δείχνει την Αστυνομία να επιτίθεται σε διαφορετικά σημεία της διαδήλωσης.
Του απομένει, επομένως, μία λύση: να επιτεθεί στον δημοσιογράφο που θέτει την ερώτηση.
Το ερώτημα για τα διακριτικά
Μετά την πρώτη απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, θέσαμε ένα ακόμη, απολύτως συγκεκριμένο ερώτημα: πώς θα ταυτοποιηθούν οι αστυνομικοί που άσκησαν βία, εφόσον δεν φέρουν εμφανή διακριτικά;
Η τοποθέτηση εμφανών αριθμών αναγνώρισης στους αστυνομικούς των ΜΑΤ αποτελεί κυβερνητική δέσμευση εδώ και χρόνια. Η κυβέρνηση το έχει υποσχεθεί, το έχει επαναλάβει και έχει χάσει κάθε προθεσμία που η ίδια έθεσε στον εαυτό της.
Σε προηγούμενη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών είχε διαβαστεί επίσημη απάντηση σύμφωνα με την οποία οι αστυνομικοί φέρουν διακριτικά στις στολές και στα κράνη τους, ακριβώς για να διασφαλίζεται η ταυτοποίηση και η λογοδοσία τους.
Τα βίντεο από το Άργος, όμως, δείχνουν ξανά αστυνομικούς και ολόκληρες διμοιρίες χωρίς εμφανείς αριθμούς αναγνώρισης.
Εδώ εμφανίζεται ένα σχεδόν παράδοξο σημείο συμφωνίας: συμφωνούμε με τη Νέα Δημοκρατία.
Συμφωνούμε ότι οι αστυνομικοί πρέπει να φέρουν εμφανή διακριτικά. Συμφωνούμε ότι πρέπει να μπορούν να ταυτοποιηθούν όταν παραβιάζουν τον νόμο. Συμφωνούμε ότι χωρίς ταυτοποίηση δεν υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος και χωρίς έλεγχο δεν υπάρχει λογοδοσία.
Μόνο που η ίδια η Νέα Δημοκρατία αρνείται να εφαρμόσει την πολιτική που εξαγγέλλει. Χρόνια μετά την αρχική δέσμευση, δεν έχει καταφέρει —ή δεν έχει θελήσει— να επιβάλει την εφαρμογή της, προφανώς επειδή δεν θέλει να συγκρουστεί με εκείνους μέσα στην Αστυνομία που αντιστέκονται στον έλεγχο και στη λογοδοσία.
Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτό το απολύτως συγκεκριμένο ερώτημα, δεν επιχείρησε απλώς να αποφύγει την απάντηση. Προσπάθησε να απονομιμοποιήσει τόσο την ερώτηση όσο και τον δημοσιογράφο που την υπέβαλε.
Επιχείρησε να παρουσιάσει την ερώτηση σαν να μην αξίζει καν να τίθεται. Σαν να μην έχει θέση στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. Σαν να μην μπορεί και να μην οφείλει μια κυβέρνηση να απαντήσει για την εφαρμογή μιας δικής της, κεντρικής πολιτικής δέσμευσης.
Μίλησε για «κατάχρηση», υποστήριξε ότι δεν τίθενται δημοσιογραφικές ερωτήσεις αλλά γίνονται «πολιτικές τοποθετήσεις» και δήλωσε ότι «δεν θα περάσει αυτό το πράγμα εδώ πέρα».
Ποιο ακριβώς είναι, όμως, «αυτό το πράγμα»;
Η ερώτηση για το αν οι αστυνομικοί εφαρμόζουν τον νόμο και φέρουν τα προβλεπόμενα διακριτικά; Η ερώτηση για το πώς θα ταυτοποιηθεί ένας αστυνομικός όταν ασκεί παράνομη βία; Η ερώτηση για το πότε θα υλοποιηθεί μια κεντρική κυβερνητική δέσμευση, για την οποία η ίδια η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε χρονοδιάγραμμα;
Δεν πρόκειται για μια περιθωριακή, άσχετη ή αυθαίρετη ερώτηση. Πρόκειται για ζήτημα εφαρμογής του νόμου και αστυνομικής λογοδοσίας. Με την απουσία εμφανών αριθμών αναγνώρισης έχει ασχοληθεί επανειλημμένα και η Διεθνής Αμνηστία, επισημαίνοντας ότι εμποδίζει την ταυτοποίηση των αστυνομικών, δυσχεραίνει τη διερεύνηση των καταγγελιών και ενισχύει την ατιμωρησία.
Ο Παύλος Μαρινάκης, επομένως, προσπάθησε να εμφανίσει ως άσχετη και ανάξια απάντησης μια ερώτηση που αφορά την εφαρμογή του νόμου, τη λογοδοσία των σωμάτων ασφαλείας και μια κεντρική δέσμευση της κυβέρνησης την οποία εκπροσωπεί.
Αντί να πει ότι θα απαντήσει, προσπάθησε να καταστήσει την ερώτηση καταχρηστική και άσχετη με τη διαδικασία.
Αντί να πει ότι θα ενημερωθεί, επιτέθηκε σε εκείνον που ζήτησε ενημέρωση.
Αντί να παραδεχθεί ότι η κυβερνητική δέσμευση δεν έχει εφαρμοστεί, επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση στο αν δικαιούται ο δημοσιογράφος να τη θέσει.
Η τακτική αυτή δεν έχει στόχο μόνο την αποφυγή μιας δύσκολης απάντησης. Έχει στόχο να κάνει τον δημοσιογράφο να αισθανθεί ότι παραβαίνει κάποιον άγραφο κανόνα επειδή επιμένει. Να παρουσιαστεί ως ακραίος, καταχρηστικός ή πολιτικά υποκινούμενος επειδή ζητά από την κυβέρνηση να λογοδοτήσει για μια δική της δέσμευση.
Όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση, προσπαθεί να πείσει το κοινό ότι η ερώτηση δεν έπρεπε να γίνει.
Η εργαλειοποίηση ενός θανάτου
Όταν η προσπάθεια απονομιμοποίησης της ερώτησης δεν αρκούσε, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε τον δημοσιογράφο για «επιλεκτική ευαισθησία» και επικαλέστηκε τον θάνατο μιας ηλικιωμένης γυναίκας, μητέρας πολιτεύτριας της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να μεταφέρει τη συζήτηση σε μια εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Είναι βαθιά ντροπιαστικό να εργαλειοποιείται ο θάνατός μιας ηλικιωμένης γυναίκας ως αντιπερισπασμός, ώστε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να μην απαντήσει σε ένα στοιχειώδες ερώτημα εφαρμογής του νόμου.
Δεν τον ρωτήσαμε αν τον συγκινούν άλλες υποθέσεις. Δεν τον ρωτήσαμε ποια εγκλήματα θεωρεί σημαντικότερα. Δεν του ζητήσαμε να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών θυμάτων.
Τον ρωτήσαμε πώς θα ταυτοποιηθούν οι αστυνομικοί που άσκησαν βία, εφόσον δεν φέρουν εμφανή διακριτικά.
Η απάντησή του ήταν να αναφερθεί σε κάτι για το οποίο δεν ρωτήθηκε, να εργαλειοποιήσει έναν θάνατο και να επιτεθεί στον δημοσιογράφο που επέμενε στο αρχικό ερώτημα.
Γιατί όταν δεν μπορείς να διαψεύσεις το βίντεο, προσπαθείς να απονομιμοποιήσεις εκείνον που το δείχνει. Όταν δεν μπορείς να απαντήσεις στην ερώτηση, προσπαθείς να πείσεις το κοινό ότι η ερώτηση είναι άσχετη ή ανεπίτρεπτη. Και όταν το ψέμα έχει ήδη αποκαλυφθεί, χρειάζεται να συνοδευτεί από ένταση, προσωπική επίθεση και διακοπή, ώστε να μη μείνει χώρος για ουσιαστική απάντηση.
Όταν επιμείναμε, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μας αφαίρεσε τον λόγο.
Το «πράγμα» που δεν πρέπει να περάσει είναι η ερώτηση.
Το «πράγμα» που δεν πρέπει να περάσει είναι ο έλεγχος.
Το «πράγμα» που δεν πρέπει να περάσει είναι η λογοδοσία.
Εμείς πήραμε κάθε βασικό ισχυρισμό του κυβερνητικού εκπροσώπου και της Ελληνικής Αστυνομίας και τον τοποθετήσαμε δίπλα στο πραγματικό οπτικό υλικό.
Για κάθε ψέμα, ένα τεκμήριο.
Το συγκεκριμένο βίντεο είναι εξαιρετικά πιθανό να μη μεταδοθεί από τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια. Γι’ αυτό αξίζει να το δείτε και να το κοινοποιήσετε.
(Ευχαριστώ για τα βίντεο και τις μαρτυρίες, τον Romanos Lioutas, το Μένουμε Ενεργοί, τον Αντώνης Ρέλλας και άλλους συναδέλφους, που μου μίλησαν για όσα συνέβησαν και μου παραχώρησαν ευγενικά το υλικό τους).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου