Ο Τσουκαλάς, η κοινωνιολογία και μια παρακαταθήκη για τους νέους

 Αλεξάνδρα Κορωναίου*

Η απώλεια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά αφήνει ένα μεγάλο κενό στην ελληνική διανόηση, αναδεικνύοντας συγχρόνως ένα άλλο κενό που στιγματίζει την ελληνική εκπαίδευση: τον εξοβελισμό της κοινωνιολογίας από το σχολείο.

Από αυτή τη σκοπιά ο τρόπος με τον οποίο ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπηρέτησε την κριτική κοινωνιολογία υπερβαίνει μια απλή νεκρολογία και ωθεί σε σκέψεις για το μέλλον. Για τον ίδιο, άλλωστε, η κοινωνιολογία ήταν ένας τρόπος να βλέπουμε πίσω από το προφανές, να αμφισβητούμε τις βεβαιότητες, να αναζητούμε τις κοινωνικές αιτίες πίσω από τα ατομικά προβλήματα.

Το έργο του για την κοινωνία, το κράτος, τις ανισότητες, την εκπαίδευση, την εξουσία κ.λπ. καταδεικνύει πως η απουσία της κοινωνιολογίας είναι κάτι περισσότερο από ένα κενό στο σχολικό ωρολόγιο πρόγραμμα. Είναι έλλειμμα κοινωνικής παιδείας σε μια εποχή όπου η κοινωνία αλλάζει βίαια και ταχύτατα: στεγαστική κρίση, ανισότητες, νέες μορφές εργασίας, ψηφιακή ζωή, κρίση των θεσμών, αλλαγές στις σχέσεις και στις προσδοκίες των νέων.

Ο Τσουκαλάς, σε συνέντευξή του στη LiFO (Μάιος 2025), αναφερόμενος στους νέους έλεγε ότι στα μάτια τους έβλεπε «θυμό και φόβο, αλλά όχι αμφιβολία». Μιλούσε για μια «πλήρη αδυναμία να φανταστούν ένα μέλλον» και για το ότι «δεν μπορούν να αναγνώσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει και δεν αμφιβάλλουν».

Η παρατήρηση αυτή είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Η αδυναμία να «διαβάσεις» τον κόσμο σημαίνει αδυναμία να κατανοήσεις τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή σου. Κι όταν αυτό που συμβαίνει γύρω σου μοιάζει ακατανόητο ή αναπόφευκτο, είναι εύκολο ο θυμός να στραφεί προς τον εαυτό, τον άλλον ή έναν αόρατο «εχθρό».

Ισως εδώ βρίσκεται ένας από τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους χρειαζόμαστε την κοινωνιολογία στο σχολείο. Διότι η κοινωνιολογία μαθαίνει τους νέους να αναρωτιούνται γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι, ποιοι τα διαμόρφωσαν, ποιους ευνοούν, ποιους αποκλείουν και αν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά.

Ο Τσουκαλάς, ωστόσο, δεν αντιμετώπιζε τους νέους μόνο ως φορείς μιας κρίσης αλλά και μιας μεγάλης δυνατότητας. Σε μια πρόσφατη συνομιλία του (ΤΟ ΒΗΜΑ, 19/8/2026) με την Αγγελική Κορρέ εκείνη παρατήρησε πως η συζήτησή τους είχε ανοίξει «ένα παράθυρο αισιοδοξίας». Και εκείνος απάντησε: «Η ελπίδα παραμονεύει πάντα πίσω από τα ανοιχτά παράθυρα… Η ελπίδα αυτή σήμερα, Αγγελική, εκπροσωπείται και από εσάς, τη νέα γενιά. Από την αγωνία για τον κόσμο μας που ένιωσα να υφέρπει στα ερωτήματά σας».

Αξίζει επομένως να αναρωτηθούμε τι σημαίνει να μεγαλώνει ένας νέος άνθρωπος χωρίς να διδάσκεται κοινωνιολογία. Να γνωρίζει πώς λειτουργεί ένας αλγόριθμος, αλλά όχι πώς διαμορφώνονται οι κοινωνικές τάξεις. Να μαθαίνει να είναι ανταγωνιστικός, αλλά να μην κατανοεί τον ανταγωνισμό. Να βιώνει την επισφάλεια ως προσωπική αποτυχία, χωρίς να αναγνωρίζει τις κοινωνικές δομές που την παράγουν.

Η κοινωνιολογία του Τσουκαλά διδάσκει ότι η ελπίδα προϋποθέτει τη δυνατότητα να φανταστείς ότι ο κόσμος δεν είναι δεδομένος. Να αναρωτιέσαι: Γιατί τα πράγματα είναι έτσι; Ποιος αποφάσισε ότι πρέπει να είναι έτσι; Θα μπορούσαν να είναι αλλιώς;

Το νόημα της κοινωνιολογίας είναι ακριβώς αυτό: η άσκηση του βλέμματος που επιτρέπει στον νέο άνθρωπο να μεταβεί από το «έτσι είναι τα πράγματα» στο «γιατί είναι έτσι;» Από την παραίτηση στην αμφιβολία και από την αμφιβολία στη δυνατότητα.

Η επαναφορά της κοινωνιολογίας στο σχολείο θα ήταν η μεγαλύτερη δικαίωση του Τσουκαλά. Να μην τον θυμόμαστε μόνο για τα βιβλία του, αλλά να τον δικαιώσουμε επιστρέφοντας στους νέους αυτό που υπερασπίστηκε σε όλη τη διαδρομή του: το δικαίωμα στη γνώση, στην αμφιβολία, στην κριτική σκέψη.

Ο διαυγής λόγος και η στεντόρεια φωνή του Τσουκαλά δεν ανήκουν στο παρελθόν αλλά στο παρόν. Ενα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο. Για να συνεχίσουν οι νέοι να ρωτούν, να αμφιβάλλουν και να αγωνιούν για έναν κόσμο που χρειάζεται πρώτα να κατανοήσουν ώστε να μπορέσουν να τον αλλάξουν.

*Ομ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, π. Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΠΗΓΗ 

- ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης: 

Ακρωτηριασμένη μνήμη της ανθρωπότητας

Στη βικτοριανή εποχή δεν μπορούσες να αναφέρεις τη λέξη παντελόνια μπροστά σε μια δεσποινίδα.

Στις μέρες μας ορισμένα πράγματα δεν είναι σωστό να λέγονται δημοσίως:

Ο καπιταλισμός φέρει το καλλιτεχνικό όνομα της οικονομίας της αγοράς.

Ο ιμπεριαλισμός λέγεται παγκοσμιοποίηση.

Τα θύματα του ιμπεριαλισμού λέγονται χώρες υπό ανάπτυξη, που είναι σαν να αποκαλείς τους νάνους παιδιά.

Ο οπορτουνισμός λέγεται πραγματισμός, η προδοσία λέγεται ρεαλισμός.

Η φτώχεια λέγεται στέρηση ή στενότητα και οι φτωχοί, άνθρωποι με ανεπαρκείς πόρους.

Η απομάκρυνση των φτωχών παιδιών από το εκπαιδευτικό σύστημα είναι γνωστή με το όνομα σχολική λιποταξία.

Το δικαίωμα του αφεντικού να απολύει τους εργάτες χωρίς αποζημιώσεις ή εξηγήσεις λέγεται ευελιξία της αγοράς.

H επίσημη γλώσσα αναγνωρίζει τα δικαιώματα των γυναικών ως δικαιώματα μειονοτήτων, λες και ο μισός αρσενικός πληθυσμός της ανθρωπότητας είναι η πλειονότητα.

Aντί για στρατιωτική δικτατορία, λέμε μεταβατική κυβέρνηση.

Tα βασανιστήρια λέγονται παράνομος καταναγκασμός ή φυσικές και ψυχολογικές πιέσεις.

Oταν οι κλέφτες είναι από καλή οικογένεια δεν είναι κλέφτες αλλά κλεπτομανείς.

H λεηλασία των δημόσιων αποθεμάτων από διεφθαρμένους πολιτικούς φέρει το όνομα αθέμιτος πλουτισμός….

Ποτέ επίσης δεν είναι νεκροί όσοι εξοντώνονται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις: οι νεκροί της μάχης είναι απώλειες και οι απλοί πολίτες που σκοτώνονται, χωρίς να φταίνε σε τίποτε, είναι παράλληλες ζημίες.

Tο 1995, όταν η Γαλλία έκανε τις πυρηνικές εκρήξεις στο Νότιο Ειρηνικό, ο πρέσβης της Γαλλίας στη Νέα Ζηλανδία δήλωσε: «Δε μου αρέσει η λέξη βόμβα. Δεν είναι βόμβες. Είναι μηχανισμοί που εκρήγνυνται».

Convivir (Συμβίωση) ονομάζονται κάποιες συμμορίες που δολοφονούν ανθρώπους στην Κολομβία, υπό την προστασία και την κάλυψη του στρατού.

Dignidad (Αξιοπρέπεια), ήταν το όνομα ενός από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Χιλιανής δικτατορίας και

Libertad  (Ελευθερία) λεγόταν η μεγαλύτερη φυλακή της δικτατορίας της Ουρουγουάης,

PazyJusticia (Ειρήνη και Δικαιοσύνη) ονομάζεται η παραστρατιωτική ομάδα που γάζωσε πισώπλατα το 1997 σαράντα πέντε αγρότες, σχεδόν όλοι τους γυναίκες και παιδιά, που προσεύχονταν σε μια εκκλησία του χωριού Ακτεάλ στην Τσιάπας.

Εντουάρντο Γκαλεάνο – “Ένας κόσμος ανάποδα”.

ΠΗΓΗ