19 Αυγούστου 2026

Ποια είναι η νέα πρέσβειρα του Ισραήλ στην Ελλάδα;

yanai Χωρίς διπλωματική εμπειρία, η νέα πρέσβειρα του Ισραήλ έγινε γνωστή για τη στήριξη στο Νετανιάχου, τις επιθέσεις στην ελευθερία του λόγου και αμφιλεγόμενες δικαστικές υποθέσεις.

Ποια είναι η νέα πρέσβειρα του Ισραήλ στην Ελλάδα;

Η τοποθέτηση της Πνινάτ Γιανάι στην πρεσβεία του Ισραήλ στην Αθήνα έρχεται σε μια περίοδο όπου συνυπάρχουν δύο παράλληλες πραγματικότητες. Από τη μια, η ελληνική κυβέρνηση -μαζί με την Κύπρο- αποτελεί χρήσιμο, πιστό, αλλά και κρίσιμο σύμμαχο του καθεστώτος απαρτχάιντ του Ισραήλ. Η ελληνική κοινή γνώμη όμως διαφωνεί και αυτή η διαφωνία καταγράφεται και μέσω των αλλεπάλληλων κινητοποιήσεων, αλλά και δημοσκοπικά. Ποια είναι λοιπόν η νέα πρέσβειρα που καλείται να εργαστεί, όχι για τις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών, αλλά για να υπερασπιστεί τη χώρα της ενώπιον της ελληνικής κοινής γνώμης;

Η ανησυχία του Ισραήλ για την εικόνα που έχει η ελληνική κοινωνία αποτυπώθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο τον Αύγουστο του 2025. Μετά την πανελλαδική κινητοποίηση αλληλεγγύης προς τους Παλαιστινίους και κατά της γενοκτονίας στη Γάζα, το ισραηλινό μέσο N12 έθεσε στον τίτλο εκτενούς ρεπορτάζ του το ερώτημα «Χάσαμε την Ελλάδα;».

Το ρεπορτάζ κατέγραφε τις φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις, τα αντιισραηλινά συνθήματα και τα γκράφιτι, τις αντιπαραθέσεις με Ισραηλινούς τουρίστες και μια αυξανόμενη αίσθηση ανησυχίας μεταξύ των Ισραηλινών που ζουν ή ταξιδεύουν στην Ελλάδα. Την ίδια στιγμή, όμως, περιέγραφε μια εντελώς διαφορετική εικόνα στο επίπεδο των οικονομικών και διακρατικών σχέσεων: οι Ισραηλινοί επενδυτές εξακολουθούσαν να θεωρούν την Αθήνα ελκυστικό προορισμό, ενώ η στρατιωτική, ενεργειακή και πολιτική συνεργασία των δύο χωρών παρέμενε ισχυρή.

Η Ελλάδα, σημείωνε το N12, δεν είχε φτάσει στο επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών χωρών ως προς την ένταση της αντιισραηλινής στάσης. Το συμπέρασμα ωστόσο, ήταν σαφές: η δημοτικότητα του Ισραήλ στην Ελλάδα «διαβρώνεται – πάνω και κάτω από την επιφάνεια».

Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον καλείται να εργαστεί η Πνινάτ Γιανάι. Και η επιλογή της αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η ίδια δεν έχει ούτε προηγούμενη διπλωματική υπηρεσία, ούτε προκύπτει από το βιογραφικό της κάποια εξειδίκευση σχετικά με την Ελλάδα. Ο διορισμός της αντίθετα, έγινε στο πλαίσιο ενός μικρού ποσοστού πολιτικών διορισμών σε πρεσβείες, που έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί ο υπουργός Εξωτερικών και εγκρίθηκε ομόφωνα από την ισραηλινή κυβέρνηση.

Η αιτιολόγηση του ακροδεξιού υπουργού Εξωτερικών Γκίντεον Σαάρ δείχνει ως ένα βαθμό το σκεπτικό της επιλογής του. Ο Σαάρ τόνισε τις «διαπροσωπικές δεξιότητες» της Γιανάι, στην ικανότητά της να εμφανίζεται ενώπιον κοινού και μέσων ενημέρωσης και στην ευχέρεια έκφρασής της. Όπως έγραψε στην αρμόδια επιτροπή, «σε μια εποχή όπου η κοινή γνώμη και η δημόσια διπλωματία έχουν τόσο σημαντική επίδραση στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων και στη χάραξη πολιτικής», αυτές οι ικανότητες αποτελούν πρόσθετο προσόν. Η Γιανάι με την εξαιρετικά «έντονη δημόσια παρουσία της» αναμένεται λοιπόν, να γίνει το πρόσωπο της ισραηλινής προπαγάνδας (hasbara) στην Ελλάδα.

Η υπόθεση Μάνμπαρ

Πολύ πριν γίνει αναγνωρίσιμο πρόσωπο των τηλεοπτικών πάνελ, η Γιανάι είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες υποθέσεις της ισραηλινής δικαιοσύνης.

Στα πρώτα χρόνια της δικηγορικής της σταδιοδρομίας συμμετείχε στην ομάδα υπεράσπισης του Ναχούμ Μάνμπαρ, Ισραηλινού επιχειρηματία και πρώην αλεξιπτωτιστή του IDF. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Μάνμπαρ είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με το Ιράν. Φέρεται να είχε έρθει σε επαφή με τον επικεφαλής του ιρανικού προγράμματος χημικών όπλων και να συμφώνησε να προμηθεύσει τεχνογνωσία, εξοπλισμό και χημικές ουσίες που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή αερίου μουστάρδας και νευροτοξικών παραγόντων. Ο ίδιος ο Μάνμπαρ υποστήριζε ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες ασφαλείας γνώριζαν καλά τις επαφές του με τους Ιρανούς και ότι δεν ενεργούσε πίσω από την πλάτη του κράτους. Το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την υπερασπιστική γραμμή και τον καταδίκασε σε 16 χρόνια φυλάκισης.

Η Γιανάι είχε προηγουμένως πραγματοποιήσει μέρος της δικηγορικής της άσκησης στον δικαστή Άμνον Στράσνοβ, ο οποίος στη συνέχεια ήταν και πρόεδρος στη δίκη του Μάνμπαρ. Ο επικεφαλής της υπεράσπισης, Άμνον Ζιχρόνι, ζήτησε την εξαίρεση του δικαστή, διατυπώνοντας σοβαρούς ισχυρισμούς για τη σχέση του με τη Γιανάι. Δημοσιεύματα της εποχής αναφέρθηκαν σε ισχυρισμούς περί ερωτικής σχέσης. Η ειδική ερευνητική ομάδα που εξέτασε την υπόθεση εισηγήθηκε να μην ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της. Άσκησε, ωστόσο, δημόσια κριτική στη συμπεριφορά της, πρότεινε να εξεταστούν χωριστά οι δεοντολογικές πτυχές των επαφών της με τον δικαστή κατά την περίοδο της δίκης, ενώ υποβλήθηκε και καταγγελία εναντίον της στην Επιτροπή Δεοντολογίας (Israel Bar Association).

Η ιστορία αυτή επανήλθε 30 σχεδόν χρόνια αργότερα, όταν εξετάστηκε ο διορισμός της στην Αθήνα. Η Επιτροπή Διορισμών ωστόσο κατέληξε ότι οι καταγγελίες δεν συνιστούσαν κώλυμα για την τοποθέτησή της.

Από τη δικηγορία στα τηλεοπτικά πάνελ

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Γιανάι απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα. Η τηλεόραση και τα πολιτικά πάνελ την έφεραν από τις δικαστικές αίθουσες στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου οι απόψεις της έγιναν φανερές.

Όντας ένθερμη υποστηρίκτρια του Νετανιάχου, ανέβασε ιδιαίτερα τους τόνους για τις υποθέσεις διαφθοράς εναντίον του. Τον Φεβρουάριο του 2025, η Γιανάι χαρακτήρισε όσα συνέβαιναν στη δίκη «αδικία πάνω στην αδικία» και υποστήριξε ότι η συνέχιση της δίκης οφειλόταν αποκλειστικά σε «εγωισμό και συναισθηματισμούς», ενώ και τις δεκάδες συνεδριάσεις αντεξέτασης που ζητούσε η εισαγγελία τις χαρακτήρισε «κατάχρηση εξουσίας». Σε μεταγενέστερη παρέμβασή της κατηγόρησε τους εισαγγελείς ότι ενεργούν ανεύθυνα και ότι «εξευτελίζουν» τον ίδιο τον θεσμό της εισαγγελίας, ζητώντας ουσιαστικά να ρίξουν το κατηγορητήριο.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις της Γιανάι έγιναν πιο αιχμηρές μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, όταν άρχισε να τοποθετείται δημόσια κατά της ελευθερίας του λόγου. Για παράδειγμα, υποστήριξε ότι όποιος δημόσιος υπάλληλος εκφράζει υποστήριξη για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου πρέπει να απολύεται. Αναφερόμενη, μάλιστα, σε συζητήσεις με Άραβες βουλευτές, διατύπωσε τη θέση της απερίφραστα: «Αν υποστηρίζετε τη σφαγή και δεν αισθάνεστε κοινή μοίρα με εμάς, δεν έχετε καμία θέση εδώ», ενώ στην ίδια συνέντευξη δήλωσε ότι «δεν υπάρχει πλέον περιθώριο να συγχωρούμε την υποκίνηση», προσθέτοντας: «Είμαστε μια χώρα στην καρδιά της ζούγκλας. Ας παίζει η Ελβετία με την ελευθερία του λόγου με άλλους κανόνες».

Η κληρονομιά του Νόαμ Κατς

Η Γιανάι διαδέχεται έναν πρέσβη με διαφορετική διαδρομή. Ο Νόαμ Κατς είναι διπλωμάτης καριέρας, με μακρά υπηρεσία στο ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών και ειδίκευση στη δημόσια διπλωματία. Επί θητείας του, η ισραηλινή πρεσβεία έγινε κέντρο διασποράς ψευδών ειδήσεων, ενώ και ο ίδιος δεν κράτησε χαμηλό προφίλ στην Αθήνα.

Το αντίθετο έγινε εμφανές τον Αύγουστο του 2025. Σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», ο Κατς δήλωσε ότι Ισραηλινοί τουρίστες αισθάνονται «άβολα» στην Αθήνα εξαιτίας των αντισημιτικών γκράφιτι και κατηγόρησε τον δήμαρχο Αθηναίων Χάρη Δούκα ότι δεν κάνει αρκετά για τον καθαρισμό της πόλης. Παράλληλα, έκανε λόγο για «οργανωμένες μειονότητες».

Ο Χάρης Δούκας είχε δηλώσει τότε ότι η Αθήνα δεν δέχεται «μαθήματα δημοκρατίας» από εκείνους που σκοτώνουν αμάχους και χαρακτήρισε τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα «γενοκτονία». Αντέτεινε επίσης ότι ο δήμος αφαιρεί τα γκράφιτι, ενώ επισήμανε ότι οι Golden Visas προς Ισραηλινούς είχαν αυξηθεί κατά περισσότερο από 90%.

Στο Ισραήλ, το Channel 13 πρόβαλε τη δήλωση του Δούκα περί «γενοκτονίας», ενώ τα μέσα Israel Hayom, Walla και Jerusalem Post κάλυψαν τη «σύγκρουση». Χαρακτηριστικός ήταν και ο τίτλος σε άρθρο ανάλυσης του Πανεπιστημίου της Χάιφα: «Όταν ο Ισραηλινός πρέσβης ένωσε την ελληνική Αριστερά».

Ο Κατς αποτύπωνε το κλίμα ανησυχίας στο Ισραήλ. Εν μέσω των κινητοποιήσεων υπέρ της Παλαιστίνης το 2025, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών είχε συστήσει στους Ισραηλινούς που ταξίδευαν στην Ελλάδα να αποφεύγουν τις συγκεντρώσεις και να περιορίζουν την εμφανή χρήση ισραηλινών συμβόλων. Ακριβώς τότε δηλαδή, που το N12 αναρωτήθηκε: «Χάσαμε την Ελλάδα;».

Η επιλογή της Γιανάι

Και εδώ ίσως είναι το ενδιαφέρον σημείο του διορισμού της Γιανάι. Ο Σαάρ αντικατέστησε έναν διπλωμάτη καριέρας -ο οποίος είχε ήδη διαπιστώσει πόσο εύκολα μια δημόσια «παρέμβαση» περί αντισημιτισμού μπορεί να μετατραπεί στην Ελλάδα ανοιχτά σε πολιτική σύγκρουση για τη Γάζα και από εκεί να γυρίσει πίσω στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης- με ένα πρόσωπο χωρίς διπλωματική προϋπηρεσία, αλλά με μακρά εμπειρία στη δικηγορία, στη διαχείριση κρίσεων και, κυρίως, στην τηλεοπτική αντιπαράθεση.

Η τοποθέτηση της Γιανάι είναι μάλλον μια πολύ συγκεκριμένη επιλογή για το είδος της διπλωματίας που θέλει να ασκήσει το Ισραήλ στην Ελλάδα. Μένει να διαπιστώσουμε αν αυτά που αντιλαμβάνεται ως προσόντα ο Σάαρ θα βοηθήσουν να βελτιωθεί ή να επιδεινωθεί λίγο περισσότερο η εικόνα του Ισραήλ. Η συνέχεια στους δέκτες μας. 

ΠΗΓΗ

- ΣΧΕΤΙΚΗ η ανάρτηση στο μπλογκ μας: 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου