
Οι νεκροθάφτες της Γάζας – του Νόρμαν Φίνκελσταϊν
ΠΗΓΗ: The Examiner μέσω info-war.gr
Στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Οι νεκροθάφτες της Γάζας» (Gaza’s Gravediggers: An Inquiry into Corruption in High Places), ο πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας Νόρμαν Φίνκελσταϊν στρέφει το βλέμμα όχι μόνο στην καταστροφή της Γάζας, αλλά κυρίως σε όσους, μέσα από τους ισχυρότερους διεθνείς θεσμούς, όφειλαν να την αποτρέψουν. Ακολουθεί η βιβλιοκριτική του Χαλάλ Τανγκάρι.
Το σύγχρονο οικοδόμημα του διεθνούς δικαίου και οι θεσμοί που του αναλογούν σχεδιάστηκαν, κατά ρητή ομολογία, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να αποτραπεί η επανάληψη των ανείπωτων θηριωδιών του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα. Τα Ηνωμένα Έθνη, με το Συμβούλιο Ασφαλείας και το Διεθνές Δικαστήριο, ιδρύθηκαν το 1945. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και η Σύμβαση για τη Γενοκτονία υιοθετήθηκαν το 1948. Παλαιότερα κείμενα του διεθνούς δικαίου αναθεωρήθηκαν και διευρύνθηκαν με τις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949. Ορισμένοι θεσμοί δημιουργήθηκαν πολύ αργότερα – το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ιδρύθηκε το 2002.
Μολονότι οι θεσμοί αυτοί απέχουν πολύ από το να είναι τέλειοι, πρέπει εντούτοις να αναγνωριστεί ότι μπορούν να επιτελούν χρήσιμες ερευνητικές και πολιτικές λειτουργίες και να προετοιμάζουν το έδαφος για την τιμωρία όσων διαπράττουν διεθνή εγκλήματα. Συνεπώς, στον βαθμό που οι θεσμοί αυτοί διαφθείρονται και παρεκκλίνουν από τους υψηλούς σκοπούς τους, η υπόθεση της δικαιοσύνης πλήττεται, η αλήθεια συσκοτίζεται και αποκρύπτεται από την παγκόσμια κοινή γνώμη, ενώ οι εγκληματίες διευκολύνονται να συνεχίζουν την ολέθρια δράση τους.
Η ιδιαίτερη αποστολή αυτού του αξιόλογου βιβλίου του Νόρμαν Φίνκελσταϊν είναι να αποκαλύψει τη διαφθορά στους διεθνείς θεσμούς δικαιοσύνης και λογοδοσίας. Δεν έγραψε μια ιστορία της γενοκτονίας στη Γάζα, αλλά μια καταγραφή «της συνενοχής -γεννημένης από την ιδιοτέλεια και τη διαφθορά, τη δειλία και τον καριερισμό- αξιωματούχων σε υψηλές θέσεις […] Η Αλήθεια δεν μπορεί να διαστρεβλώνεται και η Δικαιοσύνη να προδίδεται ατιμώρητα». Στο έργο αυτό εμφανίζονται όλες οι χαρακτηριστικές διανοητικές αρετές του Φίνκελσταϊν. Η επίμοχθη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού, με τη μορφή εκτενών εκθέσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και νομικών εγγράφων, η εξονυχιστική εξέταση αυτών των κειμένων μέσω πρακτικού συλλογισμού, με αυστηρή καταδίκη κάθε στοιχείου που είναι ανέντιμο ή λογικά σαθρό και η ατρόμητη αποφασιστικότητα να φέρει την αλήθεια στο φως, όσο οδυνηρή ή ασύμφορη κι αν φαίνεται. Λίγοι διαθέτουν τα προσόντα για έναν τέτοιο συγγραφικό μόχθο, ακόμη λιγότεροι είναι πρόθυμοι να τον αναλάβουν – και ακριβώς αυτού του είδους η επίμονη επιστημονική εργασία έχει οικοδομήσει τη φήμη του Φίνκελσταϊν.
Το βιβλίο αρχίζει με μια συνοπτική εξέταση των επιθέσεων της 7ης Οκτωβρίου, της γενοκτονίας που ακολούθησε και της ιστορίας που προηγήθηκε και των δύο γεγονότων. Η Γάζα, μας υπενθυμίζει ο συγγραφέας, αποτελούσε επί μακρόν έναν θύλακα απελπισίας και απόγνωσης. Επί δεκαετίες είχε χαρακτηριστεί «στρατόπεδο συγκέντρωσης», μεταξύ άλλων και από υψηλόβαθμο Ισραηλινό αξιωματούχο. Το Ισραήλ επιδείνωσε εσκεμμένα την άθλια κατάσταση της Γάζας, επιβάλλοντας αυστηρό αποκλεισμό μετά την εκλογική νίκη της Χαμάς το 2006 και στη συλλογική οικονομική τιμωρία προστέθηκαν σφαγές, μέσα από μια διαδοχή ισραηλινών «επιχειρήσεων». Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες των Παλαιστινίων, τις προσφυγές τους στο διεθνές δίκαιο και την προσφυγή τους στη μη βίαιη αντίσταση, η Γάζα εξακολουθούσε να μαραζώνει και σύντομα περιέπεσε στην αφάνεια.
Οι «θηριωδίες της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου» πρέπει να γίνουν κατανοητές υπό το πρίσμα αυτής της ιστορίας. Ο Φίνκελσταϊν συγκρίνει την επίθεση με την αιματηρή εξέγερση κατά της αμερικανικής δουλείας υπό την ηγεσία του Νατ Τέρνερ το 1831. Αν και και στις δύο περιπτώσεις, οι εξεγερμένοι διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ηθικής ευθύνης πρέπει να βαρύνει τους καταπιεστές. Αυτή ήταν η κρίση των Αμερικανών υπέρμαχων της κατάργησης της δουλείας και αυτή είναι και η κρίση του Φίνκελσταϊν.
Η ισραηλινή γενοκτονία υπήρξε ένα «εθνικό εγχείρημα», που υποστηρίχθηκε ευρέως από την ισραηλινή κοινωνία και υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επιτυχές διότι «η Γάζα […] δεν υπάρχει πια». Παρά τις ευγενείς προσπάθειες όσων αντιτάχθηκαν στη γενοκτονία, η Γάζα καταστράφηκε. Εναπόκειται στους ζωντανούς να οδηγήσουν τους δράστες και τους συνεργούς τους ενώπιον της δικαιοσύνης. Τίποτε λιγότερο από την προσήκουσα τιμωρία δεν αρκεί για να αποτραπεί η επανάληψη τέτοιων φρικαλεοτήτων.
Στη συνέχεια, ο Φίνκελσταϊν εξετάζει τον ισχυρισμό -τον οποίο προώθησε επίμονα το Ισραήλ και στον οποίο προσέδωσε αξιοπιστία η Αποστολή Πάτεν του ΟΗΕ- ότι Παλαιστίνιοι μαχητές διέπραξαν μαζικούς βιασμούς στις 7 Οκτωβρίου, χρησιμοποιώντας τους ως όπλο πολέμου. Ύστερα από λεπτομερή εξέταση των στοιχείων, ο Φίνκελσταϊν καταλήγει ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού. Η Αποστολή Πάτεν, μολονότι είχε την ασυνήθιστα εκτεταμένη συνεργασία του Ισραήλ, «δεν μπόρεσε να εντοπίσει ούτε ένα θύμα σεξουαλικής βίας» στις 7 Οκτωβρίου, «ούτε ένα άμεσο αποδεικτικό στοιχείο, είτε ιατροδικαστικό είτε ψηφιακό, σεξουαλικής βίας». Και αυτό παρά το τεράστιο ψηφιακό αρχείο των επιθέσεων, αποτελούμενο από φωτογραφίες και βίντεο.
Μεταγενέστερες εκθέσεις απέτυχαν επίσης να αποκαλύψουν στοιχεία μαζικών βιασμών. Όπως καταλήγει ο Φίνκελσταϊν, αν και «δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι δεν σημειώθηκαν βιασμοί στις 7 Οκτωβρίου […] μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι η Χαμάς δεν διέπραξε μαζικούς βιασμούς ως όπλο πολέμου». Είναι εύλογο να συναχθεί, δεδομένης της αναλήθειας του, ότι σκοπός του ισχυρισμού περί μαζικών βιασμών ήταν η συλλογική δαιμονοποίηση των Παλαιστινίων. Η κατηγορία αντλούσε ισχύ από προϋπάρχουσες προκαταλήψεις και ήταν τόσο ευαίσθητης φύσης, ώστε να αποθαρρύνει τον συνήθη κριτικό έλεγχο. Για τους λόγους αυτούς, ο ισχυρισμός ήταν ιδιαίτερα πρόσφορος να γίνει πιστευτός από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης και τους πολιτικούς – μεταξύ άλλων στη Βρετανία, όπου επαναλήφθηκε τόσο από Συντηρητικούς όσο και από Εργατικούς.
Δεδομένου ότι η κατηγορία αυτή αποτέλεσε στοιχείο προπαγάνδας υπέρ της γενοκτονίας, οι φορείς που την προώθησαν, και ιδίως η Αποστολή Πάτεν, οφείλουν να λογοδοτήσουν για τη συμπεριφορά τους. Όσο για τη χρήση σεξουαλικής βίας από το Ισραήλ εναντίον Παλαιστινίων -συμπεριλαμβανομένων σεξουαλικών βασανιστηρίων και βιασμών- αυτή μετά βίας αναφέρθηκε στη δημόσια συζήτηση.
Στο κεφάλαιο για την Εξεταστική Επιτροπή του ΟΗΕ υπό την προεδρία της Νάβι Πιλέι, ο Φίνκελσταϊν αποκαλύπτει δύο επιζήμιες τάσεις στο έργο της Επιτροπής. Πρώτον, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, η Επιτροπή δεν κατηγορούσε το Ισραήλ για γενοκτονία, αλλά περιοριζόταν στο να το επιπλήττει για παραβιάσεις του δικαίου του πολέμου. Ωστόσο, εφόσον ο σκοπός του Ισραήλ δεν ήταν να επιφέρει στρατιωτική ήττα στους Παλαιστίνιους μαχητές, αλλά να εξοντώσει αδιακρίτως τους Παλαιστινίους και εφόσον αυτό καθιστούσε αναπόφευκτη την παραβίαση του δικαίου του πολέμου, οι επιπλήξεις της Επιτροπής, διατυπωμένες με αναφορά σε περισσότερο ή λιγότερο συχνές ισραηλινές παραβιάσεις των κανόνων του πολέμου, ήταν ανακριβείς και ακατάλληλες. Στην πράξη αποδέχονταν ότι το Ισραήλ διεξήγε έναν πόλεμο, ενώ στην πραγματικότητα είχε αναλάβει να καταστρέψει έναν λαό και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή υποβάθμιζε την πραγματική ηθική απαξία της ισραηλινής συμπεριφοράς.
Ο Φίνκελσταϊν επιχειρεί περαιτέρω να αποδείξει ότι η Επιτροπή συχνά επινοούσε τρόπους για να μετριάσει ή να δικαιολογήσει τις ενέργειες του Ισραήλ, μια επιζήμια τάση που επιδεινώθηκε από την άρνηση του Ισραήλ να επιτρέψει στην Επιτροπή ή σε ανεξάρτητους διεθνείς δημοσιογράφους να εισέλθουν στη Γάζα και να διερευνήσουν λεπτομερέστερα τα περιστατικά.
Το καλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου είναι η αποκάλυψη της Τζούλια Σεμπουτίντε, δικαστού του Διεθνούς Δικαστηρίου και της πλέον ένθερμης υπερασπίστριας του Ισραήλ στους κόλπους του. Σε μια σειρά από απολαυστικά αποσπάσματα, έρχονται στο φως οι αντιφάσεις, οι παραλείψεις, οι παραλογισμοί και τα χονδροειδή σφάλματα της δικαστού Σεμπουτίντε. Αποδεικνύεται ότι οι κρίσεις της αντλούσαν τα αποδεικτικά τους στοιχεία από ισραηλινές πηγές ελάχιστης αποδεικτικής αξίας, ενώ ένας εκτενής πίνακας που συνέταξε ανώνυμος μελετητής από τη Γάζα παρουσιάζει τη λογοκλοπή της σε 48 σελίδες του κειμένου.
Η έκταση της συγγραφικής απάτης της δικαστού Σεμπουτίντε είναι πράγματι τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορεί να παρουσιαστεί αναλυτικότερα στον χώρο που διαθέτουμε. Αρκεί να παρατηρήσουμε ότι το κεφάλαιο αποτελεί συντριπτικό πλήγμα κατά της δικαστικής διαφθοράς -μία από τις πληρέστερες και καλύτερες αποκαλύψεις μιας εξωφρενικής δικαστού στον αιώνα μας- και μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι η δικαστής Σεμπουτίντε ενδέχεται να απομακρυνθεί από το υψηλό της αξίωμα.
Ο Φίνκελσταϊν ολοκληρώνει τις παρατηρήσεις του ως εξής: «Η φάρσα βρίσκεται στην τελευταία της πράξη […] Η δικαστής Σεμπουτίντε είναι είτε πράκτορας του Ισραήλ είτε παρανοϊκή φανατική (ή και τα δύο) […] Όσο περισσότερο παραμένει στο Δικαστήριο, τόσο περισσότερο το ατιμάζει». Αν επιτραπεί να συνεχιστεί αυτή η σκανδαλώδης απάτη και εξαπάτηση, τότε κανένα έλλογο ον δεν μπορεί να διατηρεί τον παραμικρό σεβασμό για το Διεθνές Δικαστήριο.
Στη συνέχεια ο Φίνκελσταϊν στρέφεται στην Τζόαν Ντόναχιου, πρώην πρόεδρο του Διεθνούς Δικαστηρίου, και στην παράξενη δήλωσή της σε συνέντευξη στο BBC -και όχι σε κάποιο νομικό περιοδικό ή ακαδημαϊκή διάλεξη- ότι η Διάταξη του Δικαστηρίου του Ιανουαρίου 2024, της οποίας προήδρευσε στην υπόθεση της Νότιας Αφρικής περί γενοκτονίας, δεν έκρινε ότι ήταν εύλογος ο ισχυρισμός πως το Ισραήλ διέπραττε γενοκτονία. Το Δικαστήριο, είπε, απλώς έκρινε εύλογο το δικαίωμα των Παλαιστινίων να προστατεύονται από γενοκτονία: «υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης στο δικαίωμα των Παλαιστινίων να προστατεύονται από γενοκτονία». Δεν αποφάσισε «ότι ο ισχυρισμός περί γενοκτονίας ήταν εύλογος».
Αλλά προσέξτε την ασυναρτησία αυτής της θολής νομικίστικης γλώσσας: αν υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης στο δικαίωμα των Παλαιστινίων να προστατεύονται από γενοκτονία, ο κίνδυνος αυτός δεν θα μπορούσε παρά να προέρχεται από συμπεριφορά του Ισραήλ, που ευλόγως θα μπορούσε να θεωρηθεί γενοκτονική. Διότι πώς μπορεί ένα δικαίωμα να απειλείται ή να τίθεται ευλόγως σε κίνδυνο, εάν δεν υπάρχει κάποια εύλογα πιθανολογούμενη πράξη που να το προσβάλλει ή να το θέτει σε κίνδυνο; Είναι σαν να λέει κανείς: Ο Α ευλόγως προσέβαλε το δικαίωμα του Β στη ζωή, αλλά δεν είναι εύλογο ότι ο Α σκότωσε παράνομα τον Β!
Ένας τέτοιος παραλογισμός, όταν εκφέρεται από διακεκριμένη δικαστή και μάλιστα στο πλαίσιο ανεπίσημων δηλώσεων, προσφέρεται για αυστηρή κριτική και ο Φίνκελσταϊν, μέσα από προσεκτική εξέταση της διαδικασίας της υπόθεσης, επιχειρεί να αποδείξει διεξοδικά ότι η Ντόναχιου παραπλάνησε το ακροατήριό της. «Η Ντόναχιου», λέει, «ξεστόμισε ένα επαίσχυντο και ξεδιάντροπο ψέμα». Οι δηλώσεις της αξιοποιήθηκαν κατόπιν από αξιοκαταφρόνητους πολιτικούς, όπως ο Ντέιβιντ Λάμι, πρώην υπουργός Εξωτερικών, προκειμένου να ισχυριστούν ότι το Διεθνές Δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί σχετικά με «το κατά πόσον ήταν εύλογο ότι το Ισραήλ διέπραττε γενοκτονία».
Το τελευταίο κεφάλαιο και το παράρτημα εξετάζουν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Το ψήφισμα 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας, που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2025, υιοθέτησε το κατ’ ευφημισμόν ειρηνευτικό σχέδιο του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και μετέτρεψε τη Γάζα σε προσωπική του κτήση, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του κατ’ ευφημισμόν «Συμβουλίου Ειρήνης». Συνέπεια αυτού ήταν να ακυρωθούν συλλήβδην όλες οι νομικές αρχές, τα ψηφίσματα και οι διαβουλεύσεις σχετικά με την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση. «Η Γάζα υποβιβάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας […] στο εξωνομικό καθεστώς -για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της ευρωπαϊκής κατάκτησης της Αφρικής- της res nullius (“πράγμα που δεν ανήκει σε κανέναν”)».
Το πνεύμα του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί να κριθεί επακριβώς από το εξής: «με εξαίρεση μία και μοναδική φράση της Αλγερίας, κανένα κράτος που υποστήριξε το ψήφισμα δεν εξέφρασε ούτε μία λέξη κριτικής για τις ισραηλινές ενέργειες μετά τις 7 Οκτωβρίου» – συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της Βρετανίας. Εν ολίγοις, «το ανώτατο πολιτικό όργανο του ΟΗΕ αυτοπυρπολήθηκε προκειμένου να κατευνάσει έναν γκανγκστερικό οδοστρωτήρα στην Ουάσιγκτον». Ο ΟΗΕ, καθιστώντας τον εαυτό του συνεργό σε γενοκτονία, ανέτρεψε ολόκληρο το σύστημα νόμων και θεσμών που υποτίθεται ότι είχε δημιουργηθεί για να αποτρέπει και να τιμωρεί τα διεθνή εγκλήματα.
Το παράρτημα είναι αφιερωμένο στην πραγματική ιστορία της Φατού Μπενσούντα, πρώην γενικής εισαγγελέως του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, η οποία σήμερα εξυμνείται για το θάρρος της επειδή, έστω και καθυστερημένα, άνοιξε το 2019 έρευνα για την κατάσταση στην Παλαιστίνη και αντιστάθηκε στους ισραηλινούς εκφοβισμούς. Δεν δικαιολογείται κανένας τέτοιος έπαινος.
Η Μπενσούντα αρνήθηκε πεισματικά να ερευνήσει το Ισραήλ για τη δολοφονία ακτιβιστών στον στολίσκο ανθρωπιστικής βοήθειας του Mavi Marmara, που κατευθυνόταν προς τη Γάζα το 2010. Δεν μπόρεσε καν να διακρίνει «εύλογη βάση» για να θεωρήσει ότι είχε διαπραχθεί έγκλημα, παρά τη διεθνή κατακραυγή. Όχι μία, ούτε δύο, αλλά τρεις φορές εμπόδισε τη διεξαγωγή έρευνας, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό σε ισραηλινή έκθεση για το περιστατικό και επιστρατεύοντας κάθε λογικά σαθρό πρόσχημα προκειμένου να απαλλάξει τις ισραηλινές δυνάμεις από την ευθύνη.
Τον απάνθρωπο αποκλεισμό της Γάζας -τον λόγο για τον οποίο πραγματοποιήθηκε το ταξίδι του στολίσκου και την αιτία των δεινών της Γάζας- τον αγνόησε επιμελώς, ώστε να μπορεί να προσποιείται ότι η υπόθεση δεν ήταν αρκετά σοβαρή για να διερευνηθεί. Η πολυετής παρεμπόδιση της δικαιοσύνης από την Μπενσούντα αποδείχθηκε τελικά επιτυχής, όταν η υπόθεση έκλεισε το 2020. Μολονότι, ως γενικός κανόνας, δεν αληθεύει ότι η οικειότητα γεννά περιφρόνηση, στην περίπτωση της Μπενσούντα το ρητό ταιριάζει απόλυτα.
Το έργο του Φίνκελσταϊν γεννά τους ακόλουθους γενικούς προβληματισμούς:
Πρώτον, οι διεθνείς θεσμοί αποδείχθηκαν ανίκανοι να αποτρέψουν και να τιμωρήσουν -ή, ακόμη χειρότερα, υπήρξαν ένοχοι συνέργειας στο έγκλημα της γενοκτονίας. Ο λόγος είναι ότι το δίκαιο του ισχυροτέρου εξακολουθεί να αποτελεί τον κανόνα στις διεθνείς σχέσεις. Έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι σχεδόν δεν υπάρχει όριο στη βαρβαρότητα που μπορεί να γίνει ανεκτή ή να υποστηριχθεί από την πολυδιαφημισμένη διεθνή κοινότητα, όταν εκείνοι που κατέχουν την εξουσία υποστηρίζουν τα εγκλήματα. Ανά πάσα στιγμή, εάν οι άρχουσες τάξεις διατάξουν ή εγκρίνουν τα χειρότερα εγκλήματα, θα βρεθούν κράτη πρόθυμα να διολισθήσουν στην πιο ωμή αγριότητα.
Δεύτερον, και σε αντιστοιχία με αυτό το θλιβερό γεγονός, οι ελπίδες μας θα πρέπει να στηρίζονται στις συνειδήσεις -και, πράγματι, στα πραγματικά συμφέροντα- των απλών ανθρώπων. Μολονότι οι κυβερνώντες του κόσμου επέτρεψαν στο Ισραήλ να διαπράξει το έγκλημα των εγκλημάτων, δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι δεν υπήρξαν συνέπειες – όσο τραγικά ανεπαρκείς κι αν είναι αυτές. Η κοινή γνώμη έχει στραφεί σχεδόν παντού εναντίον του Ισραήλ και η κοινή γνώμη αποτελεί δύναμη στην Ιστορία. Κανείς δεν μπορεί να επιμένει επ’ αόριστον σε απροκάλυπτα ανήθικες πράξεις χωρίς τελικά να περιπέσει σε ανυποληψία.
Καθήκον μας, λοιπόν, είναι να αξιοποιήσουμε και να καθοδηγήσουμε αυτή τη μεταστροφή της κοινής γνώμης. Να αποκαλύψουμε τα ελαττώματα και τις αδικίες μιας διεθνούς πολιτικής και οικονομικής τάξης που επιτρέπει να συμβαίνουν τέτοια πράγματα και να εκτοπίσουμε τις άρχουσες τάξεις που μας οδήγησαν σε αυτή την κόλαση.
Τρίτον, ας θυμόμαστε ότι ο νόμος, χωρίς την αρωγή της πολιτικής, δεν είναι παρά ένα ανεπαρκές εργαλείο για την επίτευξη της δικαιοσύνης. Ο Φίνκελσταϊν συνέταξε το κατηγορητήριο. Όσοι διέπραξαν εγκλήματα ύψιστης βαρύτητας δεν θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, παρά μόνο μέσα από τις ακούραστες προσπάθειές μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου