23 Αυγούστου 2026

Εκλογές Ισραήλ: «Πόλεμος» για το ποιος θα συνεχίσει τους πολέμους

bibi eisenkot Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ διαμορφώνονται ήδη σε μια κρίσιμη αναμέτρηση για την πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου.

Εκλογές Ισραήλ: «Πόλεμος» για το ποιος θα συνεχίσει τους πολέμους

Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ διαμορφώνονται ήδη σε μια κρίσιμη αναμέτρηση για την πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου. Όσο πλησιάζουν οι εκλογές ωστόσο, γίνεται εξίσου σαφές ότι το βασικό πολιτικό διακύβευμα δεν είναι κατ’ ανάγκη μια επιλογή ανάμεσα στον πόλεμο και την αποκλιμάκωση.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού Γενικού Επιτελείου και επικεφαλής του κόμματος Yashar (γνωστού και για την τοποθέτηση διαφημίσεων στην Κύπρο), σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις προηγείται πλέον του Νετανιάχου και του κόμματός του Likud. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται στο αντικείμενο της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Παρά τις μεγάλες διαφορές για τον Νετανιάχου, τη δικαιοσύνη, τη στράτευση των υπερορθόδοξων και τη λειτουργία του κράτους, κανένας από τους βασικούς διεκδικητές της πρωθυπουργίας δεν προτείνει ως κεντρικό άξονα τον τερματισμό των περιφερειακών πολέμων ή μια άμεση πολιτική διευθέτηση του Παλαιστινιακού.

Ο αρθρογράφος Οσάμα Αλ – Σαρίφ σε πρόσφατη ανάλυσή του στην Arab News γράφει χαρακτηριστικά ότι το ερώτημα δεν είναι πώς θα τερματιστεί ένας πόλεμος πολλαπλών μετώπων, αλλά ποιος μπορεί να υποσχεθεί ότι θα συνεχίσει να πολεμά. Και είναι αλήθεια. Οι εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Ισραήλ αφορούν το ποιος μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τη διεξαγωγή των πολέμων, όχι αν αυτοί πρέπει να τερματιστούν.

Ο Άιζενκοτ περνά μπροστά

Η τελευταία δημοσκόπηση του Channel 13, που δημοσιεύθηκε στις 19 Αυγούστου, δίνει στο Yashar 26 έδρες, την υψηλότερη μέχρι σήμερα επίδοσή του, έναντι 23 του Likud. Το αντι-Νετανιάχου μπλοκ φτάνει τις 59 έδρες, ενώ τα κόμματα του σημερινού κυβερνητικού στρατοπέδου περιορίζονται στις 51. Τα αραβικά κόμματα Ra’am και Hadash-Ta’al συγκεντρώνουν μαζί τις υπόλοιπες 10 έδρες.

Για τον σχηματισμό κυβέρνησης απαιτούνται ωστόσο, τουλάχιστον 61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ. Ακόμη και αν ο Άιζενκοτ κερδίσει τον Νετανιάχου σε επίπεδο κόμματος, μπορεί να βρεθεί χωρίς κυβερνητική πλειοψηφία, εάν δεν εξασφαλίσει κάποια μορφή στήριξης από τα αραβικά κόμματα.

Παράλληλα, το Likud αντιμετωπίζει εσωτερικό πρόβλημα. Το Reuters σημειώνει ότι από τις 32 έδρες που κέρδισε το 2022 έχει υποχωρήσει δημοσκοπικά περίπου κατά το ένα τρίτο. Έρευνα της Agam Labs καταγράφει επίσης χάσμα ανάμεσα στα μέλη και στους ψηφοφόρους του κόμματος, με το 54,9% των ψηφοφόρων του Likud θα προτιμούσε μια πιο κεντρώα κυβέρνηση, ενώ περίπου τα δύο τρίτα των οργανωμένων μελών τάσσονται υπέρ της συνέχισης της σημερινής συμμαχίας με την εθνικιστική και θρησκευτική ακροδεξιά.

Ποιος είναι ο Άιζενκοτ

Το Yashar δεν στηρίζεται μόνο στο στρατιωτικό παρελθόν του Άιζενκοτ. Η σύνθεση του κόμματος και οι πρώτοι χρηματοδότες του αποκαλύπτουν τη συμμαχία πάνω στην οποία επιχειρεί να οικοδομήσει την πολιτική του άνοδο: απόστρατοι στρατηγοί και πρώην στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας από τη μία, κορυφαία στελέχη της ισραηλινής τεχνολογικής και επιχειρηματικής ελίτ από την άλλη. Σύμφωνα με την Calcalist, μέσα σε λιγότερο από ενάμιση μήνα το Yashar είχε συγκεντρώσει περίπου 4 εκατ. σέκελ σε δωρεές και εγγυήσεις, μεταξύ άλλων από τον συνιδρυτή της Check Point Μάριους Ναχτ -μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ισραηλινής βιομηχανίας κυβερνοασφάλειας- και πρώην ανώτατους αξιωματικούς του IDF.

Φυσικά, η άνοδος του Άιζενκοτ δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στο στρατιωτικό του παρελθόν. Προερχόμενος από οικογένεια Εβραίων μαροκινής καταγωγής εντάχθηκε στον στρατό το 1978. Έκανε καριέρα στην Ταξιαρχία Γκολάνι, της οποίας έγινε διοικητής το 1997, και στη συνέχεια ανέλαβε τη Μεραρχία Ιουδαίας και Σαμάρειας, αρμόδια για τις επιχειρήσεις στη Δυτική Όχθη.

Μετά τον πόλεμο με τη Χεζμπολάχ το 2006 έγινε επικεφαλής της Βόρειας Διοίκησης, όπου συνδέθηκε με τη στρατηγική του «mowing the grass», περιοδικές επιχειρήσεις υψηλής έντασης για την αποδυνάμωση των ένοπλων ομάδων, ακολουθούμενες από μεγάλες περιόδους ησυχίας, που δεν σημαίνουν όμως σε καμία περίπτωση ειρηνική διάθεση.

Ο Άιζενκοτ έμεινε όμως γνωστός και για το «δόγμα Νταχίγια». Σε συνέντευξή του στη Yedioth Ahronoth το 2008, είχε περιγράψει μια στρατηγική χρήσης δυσανάλογης ισχύος εναντίον περιοχών από τις οποίες εξαπολύονται επιθέσεις, με στόχο τη συντόμευση μιας σύγκρουσης. Το Reuters τον χαρακτηρίζει «hawkish ex-general»: έναν πρώην στρατηγό – γεράκι με σκληρές θέσεις για την ασφάλεια.

Ως αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από το 2015 έως το 2019, απέφυγε μια γενικευμένη πολιτική βίας κατά το κύμα παλαιστινιακών επιθέσεων του 2015-2016 και αντιστάθηκε σε πιέσεις για ολοκληρωτικό πόλεμο στη Γάζα το 2018. Η στάση του όμως -για την οποία και επικρίθηκε σκληρά από τους αντιπάλους του- αφορά απλώς τον περιορισμό της στρατιωτικής δράσης όταν θεωρείται στρατηγικά αντιπαραγωγική, όχι απόρριψή της.

Παρότι ο ίδιος δεν προέρχεται από την αμυντική βιομηχανία, ως αρχηγός του IDF βρισκόταν επί τέσσερα χρόνια στην κορυφή ενός συστήματος άμυνας στενά συνδεδεμένου με εταιρείες όπως η Elbit, η Rafael και η Israel Aerospace Industries. Επί της θητείας του προωθήθηκαν πολυετή εξοπλιστικά προγράμματα δισεκατομμυρίων σέκελ για πυραυλικά συστήματα και αεράμυνα, ενώ ο ίδιος συμμετείχε και στις θεσμικές επαφές με ξένες στρατιωτικές αντιπροσωπείες που επισκέπτονταν τις ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες.

Η 7η Οκτωβρίου και η μετατόπιση

Ο Άιζενκοτ μπήκε στην Κνεσέτ το 2022 με την Εθνική Ενότητα του Μπένι Γκαντζ. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι δύο άνδρες εντάχθηκαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ο Άιζενκοτ έγινε παρατηρητής στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

Σταδιακά άρχισε να συγκρούεται με τον Νετανιάχου για τους στόχους του πολέμου. Υποστήριξε ότι η «απόλυτη ήττα» της Χαμάς που επιδίωξε ο Νετανιάχου δεν αποτελούσε ρεαλιστικό στόχο, ζήτησε συμφωνία για την επιστροφή των ομήρων και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν είχε παρουσιάσει σαφή στρατηγική εξόδου. Τον Ιούνιο του 2024, αποχώρησε μαζί με τον Γκαντζ από το πολεμικό υπουργικό συμβούλιο.

Η κριτική του είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος και για προσωπικούς λόγους, αφού ο γιος του, Γκαλ, σκοτώθηκε πολεμώντας στη Γάζα τον Δεκέμβριο του 2023.

Το 2025, ο Άιζενκοτ εγκατέλειψε την Εθνική Ενότητα και δημιούργησε το Yashar. Μέσα σε λίγους μήνες ξεπέρασε δημοσκοπικά τον πρώην αρχηγό του Γκαντζ και πλέον προηγείται στις μετρήσεις ακόμη και του Νετανιάχου.

Η προεκλογική εκστρατεία

Η άνοδος του Άιζενκοτ έχει οδηγήσει το Likud σε μια επιθετική καμπάνια εναντίον του. Η Haaretz την αποκαλεί «εκστρατεία σπίλωσης» και υποστηρίζει ότι μέχρι στιγμής φαίνεται να λειτουργεί αντίστροφα, ενισχύοντας τον αντίπαλο του Νετανιάχου. Σε άλλη ανάλυσή της, περιγράφει ένα Yashar που παραμένει σχετικά ανεπηρέαστο από αυτό που χαρακτηρίζει «ψέματα, συκοφαντίες και δηλητήριο» της εκστρατείας Νετανιάχου.

Μέρος των επιθέσεων αφορούσε τα αγγλικά του Άιζενκοτ και την έντονη ισραηλινή προφορά του. Ο ίδιος κατήγγειλε ρατσισμό, δεδομένης της μιζραχί καταγωγής του. Πολύ μεγαλύτερη αντιπαράθεση προκάλεσε ωστόσο, ένα βίντεο τεχνητής νοημοσύνης από την πλευρά Νετανιάχου, στο οποίο ο Άιζενκοτ εμφανιζόταν να προσπερνά έναν νεαρό άνδρα και να επιλέγει να πέσει στην αγκαλιά του Μανσούρ Αμπάς (αρχηγού του αραβικού κόμματος Ra’am). Πολλοί θεώρησαν ότι ο νεαρός έμοιαζε με τον νεκρό γιο του Άιζενκοτ, κάτι που η πλευρά Νετανιάχου αρνήθηκε.

Πίσω από τις προσωπικές επιθέσεις βρίσκεται όμως μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική. Το Likud προσπαθεί να παρουσιάσει τον Άιζενκοτ ως στρατιωτικό που ήταν υπερβολικά επιφυλακτικός απέναντι στη Χαμάς και ως πολιτικό που, για να κυβερνήσει, θα χρειαστεί τις αραβικές ψήφους.

Η δεύτερη κατηγορία έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή πράγματι η τελευταία δημοσκόπηση αφήνει το μπλοκ Άιζενκοτ στις 59 έδρες. Η πρώτη, όμως, δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο έχει μετατοπιστεί η συζήτηση για τους πολέμους που έχει εξαπολύσει το Ισραήλ. Η κριτική εναντίον του Άιζενκοτ είναι ότι απλώς δεν είναι αρκετά επιθετικός.

Νετανιάχου, Άιζενκοτ, Λαπίντ και το Παλαιστινιακό

Όσον αφορά τη Γάζα, τους εποικισμούς και τη λύση των δυο κρατών, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τις διαφορές μεταξύ των τριών υποψηφίων Νετανιάχου, Άιζενκοτ και Λαπίντ, παρότι οι θέσεις τους δεν είναι ταυτόσημες.

Όπως γνωρίζουμε ο Νετανιάχου απορρίπτει το παλαιστινιακό κράτος. Οι ακροδεξιοί εταίροι του, Μπεζαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ υποστηρίζουν ανοιχτά τις δολοφονίες Παλαιστινίων, την προσάρτηση και τον εκτοπισμό. Ο Άιζενκοτ δεν ταυτίζεται με όλες αυτές τις θέσεις, έχει απορρίψει όμως τη λύση των δύο κρατών, ενώ υποστηρίζει και τη συνέχιση του εποικισμού. Ο Λαπίντ στο παρελθόν είχε υποστηρίξει δημόσια τη λύση δύο κρατών. Η σημερινή του συμμαχία όμως με τον Ναφτάλι Μπένετ – ο οποίος αντιτίθεται κατηγορηματικά σε παλαιστινιακό κράτος – περιορίζει το περιθώριο μιας τέτοιας πολιτικής σε ενδεχόμενη κυβέρνηση.

Οι πόλεμοι δεν βρίσκονται στο επίκεντρο

Το Ισραήλ φτάνει στις κάλπες έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια πολέμων και στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Γάζα, στον Λίβανο και εναντίον του Ιράν, με παράλληλη κλιμάκωση στη Δυτική Όχθη. Η Haaretz υπολόγιζε αυτή την εβδομάδα ότι το κόστος του πολέμου έχει ήδη ξεπεράσει τα 140 δισ. δολάρια, θέτοντας παράλληλα το ερώτημα κατά πόσο αυτή η δαπάνη έχει παράγει την «ασφάλεια» που υποσχόταν.

Παρόλα αυτά, κανένας από τους βασικούς υποψηφίους δεν έχει τοποθετήσει στο κέντρο της εκστρατείας του ένα πρόγραμμα συνολικού τερματισμού των πολέμων και πολιτικής επίλυσης του Παλαιστινιακού.

Έτσι, το συμπέρασμα είναι ότι ακόμα και η εκλογική ήττα Νετανιάχου δεν θα προκαλέσει καμία αλλαγή πολιτικής. Μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά θέματα που απασχολούν την εσωτερική πολιτική (δικαιοσύνη, διερεύνηση για την 7η Οκτωβρίου, εξαίρεση των Χαρεντί από τη στρατιωτική θητεία). Στην εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια ωστόσο, φαίνεται αν όχι ταύτιση, συνέχεια. Η προεκλογική μάχη, συνεπώς, διεξάγεται περισσότερο γύρω από το ποιος μπορεί να διεξαγάγει αποτελεσματικότερα τους πολέμους και να «αποκαταστήσει την ασφάλεια» παρά γύρω από τον τερματισμό τους.

Η εκστρατεία άλλωστε το επιβεβαιώνει. Ο Νετανιάχου κατηγορεί τον βασικό του αντίπαλο ότι στρατιωτικά δεν είναι αποφασιστικός, ενώ ο Άιζενκοτ απαντά ότι η κυβέρνηση διεξήγαγε πολέμους χωρίς σαφείς στόχους. Και η κρυφή ελπίδα που είχαν κάποιοι μετριοπαθείς ότι με την απομάκρυνση του ακροδεξιού Νετανιάχου η επιθετικότητα του Ισραήλ μπορεί να μετριαστεί, πεθαίνει όσο οδεύουμε στις εκλογές. 

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου