07 Αυγούστου 2026

Γεωργιάδης, Κυρανάκης και ΜΜΕ ξεπλένουν το ναζιστικό Breitbart News

photo collage.png Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του επιλέγουν να ξεπλένουν το Breitbart News;

Γεωργιάδης, Κυρανάκης και ΜΜΕ ξεπλένουν το ναζιστικό Breitbart News

της Ιωάννας Αρχοντάκη

Με μια μικρή έκπληξη πληροφορηθήκαμε ότι ο υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη, Άδωνης Γεωργιάδης, αλλά και ο Γραμματέας της Πολιτικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης έδωσαν νωρίτερα μέσα στη χρονιά συνέντευξη στο αμερικανικό Breitbart News εκθειάζοντας τον Τραμπ, ως «ηγέτη της Δύσης» και εκπλιπαρώντας τον να πάρει θέση για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα.

Η συνέντευξη, την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ, προσφέρει άφθονο υλικό. Για παράδειγμα, ο Άδωνις, με την χαρακτηριστική του ευφράδεια, χαρακτήρισε τον Τραμπ «φυσικό ηγέτη του δυτικού κόσμου», ενώ συνέχισε λέγοντας ότι «ο ηγέτης που θα καταφέρει να συμβεί αυτό (= η επιστροφή των μαρμάρων) θα γίνει μέρος της ιστορίας του Παρθενώνα. Και, όπως αντιλαμβάνεστε, ο Παρθενώνας βρίσκεται εδώ εδώ και 2.500 χρόνια και θα εξακολουθεί να βρίσκεται εδώ και σε άλλα 2.500 χρόνια. Δεν υπερβάλλω». Ή ακόμα, ότι εμφανίστηκε στη συνέντευξη φορώντας μανικετόκουμπα με τον Τραμπ, τα οποία, όπως ο ίδιος είπε, του αρέσει να επιδεικνύει στους κομμουνιστές για να… προστατευθεί!

Θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε τέτοιες λεπτομέρειες. Εμείς, όμως, θα αφήσουμε το κουτσομπολιό στην άκρη. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και κορυφαία στελέχη της κυβέρνησής του επιλέγουν το τελευταίο διάστημα να παραχωρούν συνεντεύξεις στο Breitbart.

Τι είναι το Breitbart; Μα, η πύλη της εναλλακτικής δεξιάς

Το Breitbart News ιδρύθηκε το 2007 από τον Αμερικανό δημοσιογράφο Άντριου Μπράιτμπαρτ. Αρχικά αποτελούσε έναν ακόμη ιστότοπο της αμερικανικής συντηρητικής δεξιάς, με έμφαση στην κριτική προς τους Δημοκρατικούς, τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και την πολιτική ορθότητα.

Την ίδια περίπου περίοδο, σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο του διαδικτύου, άρχιζε να διαμορφώνεται ένα νέο ιδεολογικό ρεύμα. Το 2008, ο Αμερικανός λευκός εθνικιστής Ρίτσαρντ Σπένσερ εισήγαγε τον όρο «εναλλακτική δεξιά» (alt- Right). Σύμφωνα με τον ίδιο, επρόκειτο για μια νέα πολιτική ταυτότητα που θα διαφοροποιούνταν τόσο από τον παραδοσιακό αμερικανικό συντηρητισμό όσο και από τις ιστορικές οργανώσεις λευκής υπεροχής.

Όπως παρατηρούσε ήδη από το 2016, η συγγραφέας Μάριαν Μπότσφορντ Φρέιζερ στην εφημερίδα The Globe and Mail, ο όρος «Alt – Right» λειτουργούσε ως ένας ευφημισμός. Αντί για όρους στιγματισμένους στις συνειδήσεις από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, o Σπένσερ πρότεινε μια νέα ονομασία που ακουγόταν σχεδόν ουδέτερη, ίσως και προοδευτική. «Ακούγεται ενδιαφέρουσα, σαν ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής», γράφει η Φρέιζερ. «Στην πραγματικότητα όμως κρύβει κάτω από ένα εύηχο σύνθημα λέξεις όπως “φασίστας”, “ρατσιστής”, “ναζί” και “υποστηρικτής της λευκής υπεροχής”».

Παρόμοια ήταν και η ανάλυση του The New Yorker, σύμφωνα με το οποίο ο Σπένσερ χρησιμοποιούσε συστηματικά την έννοια της «ευρωπαϊκής ταυτότητας» αντί να μιλά ανοιχτά για λευκό εθνικισμό, επιχειρώντας να δώσει στο κίνημα μια διανοουμενίστικη εικόνα.

Σύμφωνα με την εκτενή μελέτη του ερευνητή Μάθιου Λάιονς, η Alt-Right δεν υπήρξε ποτέ ενιαία οργάνωση. Αντίθετα, αποτέλεσε ένα δίκτυο διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων που συνυπήρχαν χωρίς ενιαία ηγεσία. Στον πυρήνα της βρισκόταν ο λευκός εθνικισμός: η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αποτελούν κράτος λευκών ευρωπαϊκής καταγωγής και ότι η πολυφυλετική δημοκρατία συνιστά ιστορικό λάθος.

Γύρω από αυτόν τον πυρήνα αναπτύχθηκαν διαφορετικές σχολές. Η πρώτη ήταν ο λεγόμενος επιστημονικός ρατσισμός, ο οποίος επιχειρούσε να παρουσιάσει ως επιστημονικά τεκμηριωμένες τις υποτιθέμενες διαφορές νοημοσύνης μεταξύ φυλετικών ομάδων. Οργανώσεις όπως το American Renaissance αποτέλεσαν βασικούς εκφραστές αυτής της τάσης.

Η δεύτερη ήταν η Ευρωπαϊκή Νέα Δεξιά (European New Right). Σε αντίθεση με τον παραδοσιακό βιολογικό ρατσισμό, οι θεωρητικοί της απέφευγαν τις αναφορές στην «ανωτερότητα» των φυλών. Αντί γι’ αυτό μιλούσαν για «διατήρηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας», «πολιτισμική διαφορετικότητα» και «βιοπολιτισμική ποικιλομορφία». Σύμφωνα με τον Λάιονς, η αλλαγή αφορούσε κυρίως τη γλώσσα. O στόχος παρέμενε ο εθνοτικός διαχωρισμός των κοινωνιών.

Ένα τρίτο ρεύμα προερχόταν από τη λεγόμενη manosphere, ένα δίκτυο ιστοσελίδων και διαδικτυακών κοινοτήτων που υποστήριζαν ότι ο φεμινισμός καταπιέζει τους άνδρες και ότι η ισότητα των φύλων απειλεί τον δυτικό πολιτισμό. Μεταγενέστερες ακαδημαϊκές έρευνες έδειξαν ότι σημαντικό μέρος του κοινού αυτών των κοινοτήτων μετακινήθηκε σταδιακά προς την Alt Right, ιδιαίτερα μέσω πλατφορμών όπως το Reddit και το YouTube.

Τέλος, σημαντική επιρροή άσκησε το νεοαντιδραστικό ρεύμα (Dark Enlightenment), με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Κέρτις Γιάρβιν. Οι υποστηρικτές του δεν επικεντρώνονταν τόσο στη φυλή όσο στην απόρριψη της ίδιας της φιλελεύθερης δημοκρατίας, υποστηρίζοντας αυταρχικά μοντέλα διακυβέρνησης αντί της λαϊκής κυριαρχίας.

Παρά τις σημαντικές μεταξύ τους διαφορές, τα περισσότερα από αυτά τα ρεύματα συγκλίνουν σε τρία βασικά σημεία: την απόρριψη της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, την εχθρότητα προς τη μεταπολεμική φιλελεύθερη δημοκρατία και την αντίληψη ότι οι κοινωνίες πρέπει να οργανώνονται γύρω από εθνικές, πολιτισμικές ή φυλετικές ιεραρχίες.

Έρωτας με την πρώτη ματιά

Το 2012, οι φαινομενικά παράλληλες διαδρομές του Breitbart και της Alt-Right διασταυρώνονται. Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Άντριου Μπράιτμπαρτ, την ηγεσία του μέσου αναλαμβάνει ο Στιβ Μπάνον. Μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια, το Breitbart θα μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα μέσα του τραμπικού κινήματος και θα βρεθεί στο επίκεντρο της συζήτησης για τη σχέση του με την Alt-Right.

Η μετανάστευση, το Ισλάμ, η δημογραφική αλλαγή, η παγκοσμιοποίηση και η αντιπαράθεση με τις πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ μετατράπηκαν σταδιακά στα κυρίαρχα θέματα του ιστότοπου. Σε συνέντευξή του στο PBS Frontline, ο τότε αρχισυντάκτης του Breitbart Άλεξ Μάρλοου περιέγραψε τον Μπάνον ως άνθρωπο που έβλεπε το μέσο όχι απλώς ως ειδησεογραφικό οργανισμό αλλά ως πολιτικό εργαλείο, ικανό να επηρεάζει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώθηκε και στη θεματολογία του ιστότοπου. Σύμφωνα με έρευνα του Data & Society Research Institute για τη διαδικτυακή παραπληροφόρηση και τη χειραγώγηση της δημόσιας συζήτησης, το Breitbart άρχισε να λειτουργεί ως «γέφυρα» ανάμεσα στα περιθωριακά φόρουμ της άκρας δεξιάς και στο ευρύτερο συντηρητικό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών. Η έκθεση περιγράφει ένα επικοινωνιακό οικοσύστημα στο οποίο ιδέες που γεννιούνταν σε πλατφόρμες όπως το 4chan, το 8chan και αργότερα το Reddit μεταφέρονταν σταδιακά σε μέσα με πολύ μεγαλύτερη απήχηση, με σημαντικότερο το Breitbart.

Την ίδια περίοδο, το ίδιο το κίνημα της Alt Right άρχισε να μεγαλώνει. Από έναν μικρό κύκλο «διανοουμένων» και μπλογκς, μετατράπηκε σε ένα ευρύτερο «διαδικτυακό κίνημα». Σύμφωνα με τον Μάθιου Λάιονς, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν πλατφόρμες όπως το Reddit, το 4chan και το 8chan, όπου αναπτύχθηκε μια κουλτούρα που συνδύαζε την πολιτική προπαγάνδα, διαδικτυακές προκλήσεις, χιούμορ και ανωνυμία, και όπου η χρήση των memes αντιμετωπιζόταν ως πολιτικό εργαλείο. Εικόνες, σατιρικά σκίτσα και συνθήματα σχεδιάζονταν ώστε να διαδίδονται μαζικά στα κοινωνικά δίκτυα, να προκαλούν αντιδράσεις και να μεταφέρουν πολιτικά μηνύματα με τρόπο που συχνά δυσκόλευε την κριτική τους. Η τακτική αυτή έγινε γνωστή ως meme warfare («πόλεμος των memes») και αποτέλεσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της διαδικτυακής παρουσίας της Alt Right.

Σύμφωνα με την έκθεση του Data & Society, πολλές από τις αφηγήσεις που ξεκινούσαν από αυτές τις πλατφόρμες εμφανίζονταν στη συνέχεια στη θεματολογία του ιστότοπου, αποκτώντας πολύ μεγαλύτερη δημοσιότητα.

Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε και ένας νέος όρος: Η Alt-lite.

Ο όρος επινοήθηκε από δημοσιογράφους από τους ίδιους τους ανθρώπους της Alt-Right, προκειμένου να περιγράψουν πρόσωπα που προωθούσαν μεγάλο μέρος της πολιτισμικής και πολιτικής ατζέντας τους, χωρίς όμως να υιοθετούν δημόσια τον λευκό εθνικισμό ή την ιδέα ενός λευκού εθνοκράτους. Στην κατηγορία αυτή εντάχθηκαν προσωπικότητες όπως ο Μάιλο Γιαννόπουλος, ο Γκάβιν ΜακΊνες, η Λόρεν Σάουδερν και άλλοι σχολιαστές της αμερικανικής και καναδικής δεξιάς.

Ο ίδιος ο Μάιλο Γιαννόπουλος, βρετανός δημοσιογράφος ελληνικής καταγωγής και τότε αρθρογράφος του Breitbart, αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2016 δημοσίευσε στο Breitbart το άρθρο «An Establishment Conservative’s Guide to the Alt-Right», επιχειρώντας να παρουσιάσει την Alt Right ως ένα ευρύτερο «αντικαθεστωτικό» ρεύμα της δεξιάς, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του λευκού εθνικισμού στο εσωτερικό του.

Η παρουσίαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις ακόμη και μέσα στην ίδια την Alt-Right. Ο Ρίτσαρντ Σπένσερ θεώρησε ότι το άρθρο συνέβαλε στη διάδοση των ιδεών του κινήματος σε εκατομμύρια αναγνώστες. Άλλοι όμως, όπως ο Μπραντ Γκρίφιν του ιστολογίου Occidental Dissent, κατηγόρησαν τον Μάιλο Γιαννόπουλος ότι προσπαθούσε να μετατρέψει την Alt Right σε ένα πιο «εύπεπτο» πολιτικό προϊόν για το συντηρητικό κοινό.

Η πιο χαρακτηριστική επιβεβαίωση αυτής της αντίληψης προήλθε από τον ίδιο τον Ρίτσαρντ Σπένσερ. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε, τον Αύγουστο του 2016, ότι ο Στιβ Μπάνον αναλαμβάνει επικεφαλής της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Σπένσερ δήλωσε δημόσια: «Το Breitbart λειτούργησε ως πύλη εισόδου προς τις ιδέες και τους συγγραφείς της Alt Right. Έχει ανθρώπους που μας αντιμετωπίζουν σοβαρά, ακόμη κι αν οι ίδιοι δεν είναι μέλη της Alt Right».

Την ίδια περίπου εκτίμηση διατύπωναν και εκπρόσωποι του νεοναζιστικού χώρου. Ο Άντριου Άνγκλιν, ιδρυτής του ιστοτόπου Daily Stormer, δήλωνε σε συνέντευξή του το 2016: «Τα άρθρα που δημοσιεύει το Breitbart για τους μαύρους στην Αμερική και τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη είναι ουσιαστικά αυτά που θα διάβαζες στο Daily Stormer».

Ο Τραμπ, η Alt-Right και το Breitbart

Σύμφωνα με τον Μάθιου Λάιονς, η πλειονότητα της Alt Right δεν θεωρούσε τον Τραμπ έναν από τους δικούς της ανθρώπους. Δεν πίστευε ότι συμμεριζόταν πλήρως τη δική της ιδεολογία ούτε ότι θα προωθούσε τους τελικούς πολιτικούς της στόχους, όπως η δημιουργία ενός λευκού εθνοκράτους.

Υποστήριξε όμως την υποψηφιότητά του για διαφορετικό λόγο. Όπως σημειώνει ο Λάιονς, οι οργανώσεις της Alt Right εκτιμούσαν ότι η εκλογή του θα αποδυνάμωνε το παραδοσιακό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα άλλαζε τους όρους της δημόσιας συζήτησης και θα δημιουργούσε πολιτικό χώρο ώστε οι ίδιες να διαδώσουν ευκολότερα τις ιδέες τους.

Η υποστήριξη προς τον Τραμπ δεν περιορίστηκε στην αρθρογραφία. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, χιλιάδες διαδικτυακοί ακτιβιστές της Alt-Right συμμετείχαν οργανωμένα στην προεκλογική εκστρατεία του μέσω κοινωνικών δικτύων και ανώνυμων φόρουμ. Η δράση τους περιλάμβανε μαζικές εκστρατείες παρενόχλησης δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων, αποστολή απειλών βιασμού ή για τη ζωή ανθρώπων, doxxing, δηλαδή δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων αντιπάλων και μελών των οικογενειών τους, συντονισμένη χρήση διαδικτυακών memes με σκοπό την απαξίωση πολιτικών αντιπάλων κ.ά.

Οι αποκαλύψεις του BuzzFeed

Τον Οκτώβριο του 2017, η δημοσιογραφική εικόνα του Breitbart δέχθηκε ισχυρό πλήγμα. Το BuzzFeed News δημοσίευσε εκατοντάδες εσωτερικά email του αρθρογράφου Μάιλο Γιαννόπουλου, τα οποία είχαν αποκτηθεί από πρώην συνεργάτες του. Η έρευνα έδειχνε ότι κατά τη συγγραφή άρθρων για την Alt-Right ο Γιαννόπουλος επικοινωνούσε συστηματικά με προσωπικότητες του λευκού εθνικισμού. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν στελέχη του American Renaissance, τα οποία πρότειναν αλλαγές, διορθώσεις και επιχειρήματα πριν από τη δημοσίευση των άρθρων. Στην ίδια αλληλογραφία εμφανιζόταν ο Στιβ Μπάνον να παρεμβαίνει στη θεματολογία, επιμένοντας ότι τα άρθρα πρέπει να επικεντρώνονται στους μουσουλμάνους και στη μετανάστευση.

Οι αποκαλύψεις αυτές δεν οδήγησαν σε αλλαγή της εκδοτικής γραμμής του μέσου. Συνέβαλαν όμως στην εδραίωση της εικόνας που ήδη περιέγραφαν ερευνητές, ότι το Breitbart δεν ήταν απλώς ένα ακόμη συντηρητικό μέσο, αλλά ο βασικός δίαυλος μέσω του οποίου ιδέες που μέχρι τότε κυκλοφορούσαν κυρίως σε περιθωριακά φόρουμ απέκτησαν πρόσβαση σε εκατομμύρια αναγνώστες.

Στο ίδιο διάστημα, άρχισε να συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερη προσοχή και ένας δεύτερος άξονας κριτικής προς το Breitbart: η συστηματική δημοσίευση παραπλανητικών ή ανακριβών ειδήσεων, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούσαν τη μετανάστευση, το Ισλάμ και την εγκληματικότητα. Αυτό αποτέλεσε αντικείμενο ξεχωριστών δημοσιογραφικών ερευνών και ελέγχων γεγονότων, οι οποίοι θα διαμορφώσουν σε σημαντικό βαθμό τη δημόσια εικόνα του μέσου τα επόμενα χρόνια.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν η κάλυψη των επιθέσεων που σημειώθηκαν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2015 στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολωνίας. Στις 5 Ιανουαρίου 2016, το Breitbart δημοσίευσε άρθρο με τίτλο:

«Αποκαλύπτεται: Πάνω από 1.000 μετανάστες εμπλέκονται σε συμπλοκές, βιασμούς, σεξουαλικές επιθέσεις και κλοπές σε έναν γερμανικό σιδηροδρομικό σταθμό την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.»

Οι γερμανικές αρχές πράγματι κατέγραψαν εκατοντάδες καταγγελίες γυναικών για σεξουαλικές επιθέσεις και κλοπές και πράγματι, μέρος των υπόπτων προερχόταν από χώρες της Βόρειας Αφρικής. Ωστόσο, ο τίτλος και το περιεχόμενο του Breitbart παρουσίαζαν μια εικόνα πολιτισμικής επίθεσης, παραποιώντας τα κεντρικά στοιχεία της είδησης όπως πχ. τον αριθμό των δραστών, την έκταση των επεισοδίων και την οργάνωσή τους.

Ο Ρίτσαρντ Σπένσερ, μέσω του περιοδικού Radix Journal, χαρακτήρισε τα γεγονότα «Ο Βιασμός της Κολωνίας», παρουσιάζοντάς τα ως απόδειξη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε πόλεμο με τη μαζική μετανάστευση. Αλλά και ο Γκρίφιν σχολιάζε ικανοποιημένος ότι το Breitbart είχε καταφέρει να διαβρώσει τα όρια του δημόσιου λόγου. «Το Breitbart», έγραφε, «δηλητηριάζει τον δημόσιο διάλογο (discourse poisoning). Μας ωφελεί να καταρρέουν τα ταμπού. Δεν με ενδιαφέρει αν το κάνουν για τα χρήματα ή για κάποιον άλλο λόγο». Σε άλλο άρθρο του σημείωνε ότι, όταν μεγάλα μέσα όπως το Breitbart δημοσιεύουν πρώτα μια ιστορία για έναν πρόσφυγα που διαπράττει έγκλημα, οι ιστοσελίδες του λευκού εθνικισμού δεν χρειάζεται πλέον να αναζητούν οι ίδιες πρωτογενές υλικό. Αρκεί να παραπέμπουν στο Breitbart.

Παίζεις με τις λέξεις

Αν και με μια μικρή καθυστέρηση, άρχισε να παρουσιάζεται ένας ακαδημαϊκός και μη, προβληματισμός για τον τρόπο με τον οποίο τα μέσα ενημέρωσης περιέγραφαν την Alt Right. Το 2016, η Globe and Mail δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Πρέπει οι δημοσιογράφοι να χρησιμοποιούν επινοημένες λέξεις;». Η απάντηση της συντάκτριας ήταν αρνητική.

Για πολλούς ερευνητές, η επιτυχία της Alt-Right δεν οφειλόταν στις ιδέες της, αλλά στην ικανότητά της να επαναδιατυπώνει ακραίες πολιτικές θέσεις με γλώσσα που ακουγόταν λιγότερο απειλητική στο ευρύ κοινό. Το Breitbart σαφώς δεν επινόησε αυτή τη στρατηγική. Υπήρξε όμως το μέσο μέσα από το οποίο αυτή η νέα γλώσσα έφθασε για πρώτη φορά σε εκατομμύρια αναγνώστες, πολύ πέρα από τα όρια των περιθωριακών ακροδεξιών κοινοτήτων του διαδικτύου, κάνοντάς την mainstream.

Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά την ίδρυσή του, το Breitbart εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέσα του κινήματος MAGA. Και η ιστορία του, την προσπαθήσαμε σχηματικά να περιγράψουμε, εξηγεί γιατί η πολιτική επιλογή να χρησιμοποιηθεί ως το βήμα για να επικοινωνηθούν θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης δεν μπορεί αντιμετωπίζεται ως «άλλη μια συνέντευξη», αλλά ως πράξη με ευρύτερο συμβολισμό.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου