25 Δεκεμβρίου 2023

Δεν είναι (μόνο για) τα πανεπιστήμια. Είναι (για) το Σύνταγμα

Το μείζον εν προκειμένω είναι η πρωτοφανής ευθεία απόπειρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη να καταργήσει ένα άρθρο του Συντάγματος με έναν υποδεέστερο νόμο. 

Η κυβέρνηση έφερε την αναμενόμενη ρύθμιση για τα κατ’ ευφημισμό μη-κρατικά πανεπιστήμια, τα οποία στην πραγματικότητα είναι απολύτως ιδιωτικά. Με έναν επικοινωνιακό ορυμαγδό, το μίσος της (επίσημης) δεξιάς και των (ανεπίσημων ή ημιεπίσημων) δεξιών (βλ. ηγετική ομάδα ΚΙΝΑΛ και όχι μόνο) για το δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο εκδηλώνεται με τον πλέον εμβληματικό τρόπο.

Αξίζει εν συντομία να σταθούμε σε αυτό: η ελληνική δεξιά μισεί το πανεπιστήμιο από τότε που ο Κολοκοτρώνης είχε πει ότι «εκείνο το σπίτι» (το πανεπιστήμιο) θα έτρωγε «το άλλο σπίτι»: το παλάτι και την εξουσία της δεξιάς στις οβιδιακές της μεταμορφώσεις. Το μίσος της δεξιάς απέναντι στο ελληνικό, δημόσιο πανεπιστήμιο είναι το μίσος απέναντι σε ένα χώρο, ο οποίος παρόλα τα κακώς του κείμενα (και είναι πολλά, προκαλούνται δε κυρίως από τις ίδιες τις συντηρητικές πολιτικές, τόσο ακαδημαϊκές, όσο και ευρύτερες, στους κόλπους του) παρά τη δραματική συντηρητικοποίησή του διατηρεί ψήγματα επικίνδυνης για το σύστημα εξουσίας, ελευθερίας.

Δεν πρόκειται όμως μόνο ή κυρίως περί αυτού, σε σχέση με το παρόν νομοσχέδιο. Το μείζον εν προκειμένω είναι η πρωτοφανής στα αστικοδημοκρατικά χρονικά, ευθεία απόπειρα της κυβέρνησης Μητσοτάκη να καταργήσει ένα άρθρο του Συντάγματος με έναν τυπικό, δηλαδή με έναν υποδεέστερο, νόμο. Πρόκειται δε για τόσο χονδροειδή προσπάθεια που αγγίζει πολλαπλώς το επίπεδο πολιτειακής κρίσης.

Η συζήτηση είναι παλιά. Πολλές κυβερνήσεις, σε διαφορετικά κράτη, οι οποίες δεν είχαν κανέναν ιδιαίτερο σεβασμό για τα αντίστοιχα Συντάγματα ή για διατάξεις αυτών, έχουν αποπειραθεί να υποστηρίξουν ότι είναι δυνατό κάποια υποτιθέμενη τελολογική ερμηνεία να ανατρέψει «το γράμμα», δηλαδή τη γραμματική ερμηνεία των αντιστοίχων συνταγματικών άρθρων. Σε όλες δε, αυτές τις περιπτώσεις, πέρα από την υποτίμηση προς την ίδια την έννοια του όποιου Συντάγματος (ακριβώς επειδή τα συντάγματα λίγο-πολύ ενσωματώνουν και λαϊκές διεκδικήσεις) είχαμε τελικώς μια ευρύτερη απαξίωση των συνταγματικών κειμένων, συχνά μέχρι και του σημείου ανοιχτών αναιρέσεών τους. Πάντα δε, βρίσκονται και κάποιοι εντελώς αναξιοπρεπείς συνταγματολογούντες να πουλήσουν τη γραφίδα τους στις εν λόγω κυβερνήσεις. Τα καθ’ ημάς δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά.

Εν προκειμένω η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπάρχει μια τελολογική ερμηνεία του άρθρου 16, βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται μόνο να συστήνονται μη κρατικά πανεπιστήμια αλλά ότι επιτρέπεται να λειτουργούν. Πρώτον, δεν υπάρχει τέτοια τελολογική ερμηνεία γιατί θα ήταν μια α-λογική ερμηνεία. Ποιος ο λόγος, το Σύνταγμα να απαγορεύει μόνο τη σύσταση μη κρατικών ΑΕΙ, αν κατά τα λοιπά ήθελε να επιτρέπεται να λειτουργούν μη-κρατικά ΑΕΙ;

Δεύτερον, τελολογική ερμηνεία χωρεί όταν η γραμματολογική ερμηνεία, δηλαδή το γράμμα του νόμου, είναι δυσερμήνευτη. Εδώ το γράμμα του νόμου, δηλαδή του Συντάγματος και ειδικότερα του άρθρου 16. Παρ. 5, είναι σαφέστατο: «H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση».  Το κλειδί είναι φυσικά στο ρήμα «παρέχεται». Ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται μόνο από ΝΠΔΔ. Ούτε ιδρύεται, ούτε λειτουργεί ανώτατη εκπαίδευση από οτιδήποτε άλλο πέρα από ΝΠΔΔ. Καμία αμφισβήτηση λοιπόν δεν υπάρχει.

Η κυβέρνηση όμως χρησιμοποιεί και ένα άλλο (κουίζ: ποιος συνταγματολόγος το παρουσίασε πρώτος προ μηνών; ) επιχείρημα το οποίο είναι ακόμα πιο δόλιο και επικίνδυνο. Χρησιμοποιεί το άρθρο 28 του Συντάγματος το οποίο ορίζει το εξής: «Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. H εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.» Τι λέει λοιπόν (από όσο γνωρίζουμε) η κυβέρνηση; Ότι αν υπογράψει μια διεθνή σύμβαση με ένα άλλο κράτος για εκατέρωθεν λειτουργία των πανεπιστημίων της μιας χώρας στην άλλη και τα πανεπιστήμια της άλλης χώρας είναι ιδιωτικά, τότε αυτή η διεθνής σύμβαση θα παράξει συνέπειες στο εσωτερικό της Ελλάδας, τέτοιες που να υπερβαίνουν το άρθρο 16. Μιλάμε για το πιο επικίνδυνο νομικό ιδεολόγημα με βάση το οποίο τα 4/5 του συντάγματος μπορούν να καταλυθούν, μέσα από οποιαδήποτε διεθνή συνθήκη. Γεννώνται αμέσως δύο μείζονα ζητήματα. Το ένα και λιγότερο σημαντικό εκ των δύο συνίσταται στο ότι οι διεθνείς συμβάσεις που επικυρώνονται υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Αυτή η πρόβλεψη θα πρέπει να ερμηνευθεί όμως, ως αφορώσα αντίθετες διατάξεις τυπικού νόμου, όχι τους συντάγματος.

Το κυριότερο όμως και πλέον επικίνδυνο είναι το δεύτερο. Αν δεχτούμε ότι μια διεθνής σύμβαση μπορεί να υπερισχύσει ακόμα και άρθρου του Συντάγματος, τότε η κάθε κυβέρνηση έχει προφανή και κορυφαία υποχρέωση να μη συνάπτει συμβάσεις οι οποίες είναι αντίθετες προς το σύνταγμα. Πέρα από αυτονόητη υποχρέωση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο της κυβέρνησης να τηρεί το σύνταγμα και τους νόμους, όπως και ορκίζεται να πράξει, αν μια διεθνής σύμβαση δύναται να έχει τόσο καταστροφικές συνέπειες (κατάργηση συνταγματικού άρθρου ή αναθεώρησή του δια τυπικού νόμου) τότε οι κυβερνήσεις οφείλουν να λειτουργούν ως θεματοφύλακες του συντάγματος ακόμα περισσότερο, όποτε συνάπτουν μια διεθνή σύμβαση.

Εν προκειμένω έχουμε την ευθεία εξαγγελία της κυβέρνησης ότι εν γνώσει της θα υπογράψει διεθνείς συμβάσεις αντίθετες προς το σύνταγμα, προκειμένου μετά να τις επικυρώσει και έτσι να καταργήσει το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Δηλαδή η κυβέρνηση εξαγγέλλει ότι θα παραβιάζει συνειδητώς τον όρκο της να τηρεί το Σύνταγμα για να καταργήσει ένα άρθρο του δια της σύναψης διεθνούς σύμβασης. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση εξαγγέλλει την παραβίαση από πλευράς της του Συντάγματος συνιστά πολιτειακό ζήτημα, καθώς η εκτελεστική λειτουργία εξαγγέλλει την παραβίαση της πολιτειακής της υποχρέωσης. Ανοίγει δε, το δρόμο για αντίστοιχες πρακτικές από την ίδια ή από άλλες κυβερνήσεις στο μέλλον και έτσι οδηγεί τη συνταγματική τάξη, προοπτικώς στην κατάρρευση. Πρόκειται για το σημαντικότερο πολιτειακής φύσης ζήτημα των τελευταίων δεκαετιών.

Πέραν του κορυφαίου αυτού ζητήματος, η κυβέρνηση στο ζήτημα αυτό καθ’ εαυτό των πανεπιστημίων έχει αραδιάσει άφθονα ψέματα. Ξένα ιδρύματα υψηλού κύρους μπορούν έτσι κι αλλιώς να έρθουν στην Ελλάδα, μέσα από αντίστοιχες συνεργασίες με ελληνικά ΑΕΙ. Τα ελληνικά ΑΕΙ επίσης (δυστυχώς κατά τη γνώμη του γράφοντος) μπορούν να ιδρύουν όχι μόνο μεταπτυχιακά αλλά και ξενόγλωσσα προπτυχιακά προγράμματα με δίδακτρα. Αν το ζήτημα λοιπόν είναι είτε να έρθει το Yale, είτε να φέρουμε ξένους φοιτητές, αυτό μπορεί να γίνει ήδη από τα δημόσια πανεπιστήμια και μάλιστα με τα λεφτά (αφού αυτά ενδιαφέρουν τους δεξιούς) να μένουν στο δημόσιο και όχι να πηγαίνουν σε ιδιώτες. Αν το πρόβλημα είναι ότι φεύγει συνάλλαγμα σε ξένα πανεπιστήμια, τότε μπορεί απλώς η κυβέρνηση να σταματήσει να πετά εκτός δημοσίων ΑΕΙ χιλιάδες μαθητές. Αν δε, θεωρεί ότι δεν υπάρχουν επαρκείς υποδομές για να δεχτούν περισσοτέρους φοιτητές, μια καλή ιδέα θα ήταν αν τηρήσει τους ήδη υπάρχοντες νόμους ως προς τον αριθμό των μελών ΔΕΠ αλλά και να επενδύσει στις υποδομές των ελληνικών ΑΕΙ. Για παράδειγμα, θυμάται κανείς την περιβόητη βιβλιοθήκη για χάρη της οποίας υποτίθεται ότι είχαν μπει τα ΜΑΤ στο ΑΠΘ; Όχι μόνο δε χτίστηκε ποτέ αλλά σιγά-σιγά πέφτουν ή πλημμυρίζουν και αυτές που υπήρχαν.

Το κλειδί στο πού στοχεύει η κυβέρνηση κρύβεται στην εξής απλή πρόβλεψη: ότι θα αρκούν τρία τμήματα για να ιδρύει κανείς «πανεπιστήμιο». Κοινώς, μια ψυχολογία, ένα τμήμα μάρκετινγκ και ένας διοίκησης επιχειρήσεων (στα πολύ καλά και ένα τμήμα νομικής) και να το πανεπιστήμιο. Ό,τι δε, μέχρι τώρα ήταν κολλέγιο, θα βάλει μια ταμπέλα «Campus του πανεπιστημίου του….» και με τα σωστά λεφτά στο σωστό άνθρωπο στο υπουργείο έχουμε ένα νέο πανεπιστήμιο. Το τυρί στη φάκα είναι ότι θα προσλαμβάνουν όλοι αυτοί οι σχολάρχες διδάκτορες. Φυσικά, οι εν λόγω διδάκτορες θα πληρώνονται με γενναία ποσά επιπέδου, 15 ως 20 ευρώ την ώρα αλλά ας μην είμαστε και πλεονέκτες.

Επιπλέον δε, ας περιμένουμε λίγο αργότερα τις αγωγές από τα «μη-κρατικά πανεπιστήμια» για το γεγονός ότι θα χρηματοδοτούνται μόνο τα δημόσια από τον κρατικό προϋπολογισμό. Άλλωστε δε θα πρέπει να νοθεύεται και ο ανταγωνισμός, έτσι δεν είναι; Οπότε, θα έχουμε είτε έναν προϋπολογισμό (από τον ήδη ελάχιστο) για τα δημόσια πανεπιστήμια κομμένο στα δύο, είτε και καθόλου.

Μπροστά σε όλα αυτά και κυρίως στο συνταγματικό ζήτημα που φτάνει μέχρι του επιπέδου να γίνεται πολιτειακό είναι (παρεμπιπτόντως) εντυπωσιακό να βλέπει κανείς κόμματα σαν το ΚΙΝΑΛ να συνεργούν. Πρόκειται για μια απόδειξη του πλήρους σφετερισμού των συμβόλων της 3ης του Σεπτέμβρη από μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι δεν έχουν ούτε καν για λόγους δικής τους, κομματικής επιβίωσης, την παραμικρή δυνατότητα διαχωρισμού από τη ΝΔ.

Το κυριότερο: η μάχη που ανοίγεται μπροστά μας δεν είναι μόνο ή κυρίως για το δημόσιο πανεπιστήμιο. Είναι ακόμα περισσότερο για την αντιμετώπιση μιας κυβέρνησης η οποία ευθέως εξαγγέλλει ότι θα παραβιάσει την υποχρέωσή της να τηρεί το Σύνταγμα και τους νόμους, καταργώντας με λαθροχειρίες ένα συνταγματικό άρθρο, επειδή απλώς δεν της αρέσει και επειδή οι φίλοι της ζητούν νέους τρόπους λεηλασίας της κοινωνίας και του κρατικού προϋπολογισμού. Αν αφήσουμε αυτήν την πόρτα να ανοίξει, τότε μπορούμε σύντομα να περιμένουμε το σύνταγμα να καταρρέει.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου