19 Ιουλίου 2021

Για μια σερβιτόρα που δεν κοίταζε τη δουλειά της - Του Θανάση Σκαμνάκη


Η Μαρίνα, με αυτό το όνομα τότε, υπέγραφε τους στίχους στην «Κατάσταση πολιορκίας», που ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε συγκλονιστική μουσική (κάποια χρόνια μετά μάθαμε πως το πραγματικό όνομα της κρατούμενης και βασανιζόμενης στη Μπουμπουλίνας, όπου και έγραψε το ποίημα ήταν Ρένα Χατζηδάκη) σε ένα σπαρακτικό στίχο λέει: «θα πολιορκώ το κοίταζε τη δουλειά σου με την αγωνία μου».  

Το θέμα είναι δραματικά επίκαιρο, πάλι.

Πέρασαν μερικοί αιώνες πάνω από τη σκοτεινή μας εποχή, σα να ξεχάσαμε τη ζωή μας, σα να σβήσαμε τις φλόγες της αγρύπνιας μας, σα να γυρίσαμε πλευρό να ξαναπιάσουμε ένα ράθυμο τόνο προφανούς γαλήνης αλλά βαθύτερης παράδοσης. Ξαναπιάσαμε, αν το είχαμε αφήσει, το «κοίταζε τη δουλειά σου». Η αγωνία της Μαρίνας εξωθήθηκε στους εορτασμούς του ιστορικού παρελθόντος και των «Ηρώων Πολυτεχνείου», διασταύρωση με τη «Γρηγόρη Λαμπράκη», την «25ης Μαρτίου» και όλων των οδωνυμικών επαναπαύσεων. Κι εμείς ξαναγυρίσαμε στις δύσκολες δουλειές μας, όταν υπάρχουν, στην ατομική μας απόλαυση του σύμπαντος, στις κατάρες και τις ευχές, για κάτι καλύτερο που δεν το βλέπουμε, στο «δε γίνεται τίποτα»! Και οι Μαρίνες, δεν είναι μέσα πια. Είναι εκεί έξω, έγκλειστες αλλά και ελεύθερες, υπό όρους, υπό σκληρούς όρους, δεν κάνουν στίχους την αγωνία τους, βασανίζονται, φωνάζουν ενίοτε απεγνωσμένα αλλά δεν ακούγονται (και πάλι), καθώς τ’ αυτιά δεν είναι ευήκοα και κυρίως επιρρεπή προς τις φωνές της διπλανής αγωνίας, κοιτάζουν, ή κατά κυριολεξία ακούνε, κι αυτά τη δουλειά τους.

Αυτός είναι ένας μουντός και δύσκολος καιρός.  

Όμως καλό είναι να πάρουμε τα μάτια μας από τον σκοτεινό κόσμο της οικογένειας, της πατρίδας, της αστυνομίας και της θρησκείας που αναβιώνουν, όχι τυχαία, από τον σκοτεινό κόσμο των κυκλωμάτων της εκμετάλλευσης, ζωών και ανθρώπων, από τη σκοτεινή όψη των καθημερινών συμβάντων βίας και αυθαιρεσίας…  Κοιτάζοντας με εμμονή προς τα εκεί κινδυνεύουμε να θεωρήσουμε κανονικό ό,τι συμβαίνει, να συνηθίσουμε την παρουσία του τέρατος και σιγά-σιγά να πάρουμε τη μορφή του, όπως το έλεγε ο Μάνος Χατζηδάκις.

Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, και πάλι προς το φωτεινό κόσμο που δεν «κοιτάζει τη δουλειά του». Τις αντιστάσεις που δεν είναι λίγες. Μικρές πιθανόν αλλά με μεγάλο εκτόπισμα, ασήμαντες αλλά κρίσιμες, αποσπασματικές αλλά με μεγάλο συμβολισμό και αξία. Είναι αυτές που διατηρούν τα νήματα για να μας συνδέουν με όσα κατάκτησε το παρελθόν μας και όσα μπορεί να ελπίζει το μέλλον μας.

Στην υπόθεση του κυκλώματος της πορνείας στην Ηλιούπολη, δεν είναι μόνο οι σκοτεινές μορφές του πατέρα, του αστυφύλακα, των αστυνομικών που χειρίστηκε τη δεκαοχτάχρονη-θύμα ως κατηγορούμενη και τον συνάδελφό τους ως προστατευόμενο, το είδος το οποίο προστατεύει πολλαπλώς η αστυνομία. Είναι πρωτίστως και κυρίως η κοπέλα που βρήκε το θάρρος να εξεγερθεί στη ζωή την οποία της επέβαλαν, είναι η νεαρή σερβιτόρα που δεν κοίταξε τη δουλειά της, αλλά τον άνθρωπο ο οποίος ζητούσε βοήθεια, είναι οι γυναικείες οργανώσεις που πήραν την υπόθεση στα χέρια τους κι έτσι δεν επέτρεψαν να χαθεί μέσα στους σκοτεινούς αστυνομικούς διαδρόμους, είναι οι συλλογικές οργανώσεις που διατηρούν σε εγρήγορση τις εστίες της κοινωνικής συνείδησης και των ανθρώπινων αξιών. 

Ας γραφτεί, αγαπητοί ποιητές, μουσικοί, τραγουδοποιοί,  των ημερών μας, η ελεγεία σε μια σερβιτόρα που δεν κοίταζε τη δουλειά της. Δεν θα ασχοληθούν μαζί της οι τηλεοπτικοί αστέρες. Και καλύτερα· έτσι δεν κινδυνεύει να εκφυλιστεί η πράξη της μέσα στη σκανδαλοθηρική εκδοχή βουλιάζοντας στα νερά του βάλτου της μικρής οθόνης. Δεν θα της απονείμει η πολιτεία ένα βραβείο κοινωνικής στάσης. Και καλύτερα· δεν θα εκχυδαϊστεί η πράξη συνείδησης σε μια τελετουργία που στεγνώνει τα αισθήματα.

Θα την κρατήσει η συνείδηση μας ως σύμβολο και ως πράξη. Ως καθημερινότητα. Όχι ως πράξη ειδικού ηρωισμού, αλλά ως πράξη αυτονόητη, άρα πολύ σπουδαία σε μια εποχή που το αυτονόητο έχει γίνει αίτημα προς διεκδίκηση. 

Σα να διατηρούμε, και για να διατηρούμε, έτοιμο προς χρήση το στίχο του Δημ. Αποστολάκη (που έκανε τραγούδι ο Μίλτος Πασχαλίδης με τον τίτλο «Οι ντομάτες»):

 «Τα ’χω μισήσει τα ολόχρυσα κλουβιά σας

μ’ ακολουθούνε σ’ όποιο μέρος και να πάω

να ’χετε υπ’ όψιν σας μια μέρα θα σας φάω

όλους εσάς όπου κοιτάτε τη δουλειά σας».

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου