26 Μαρτίου 2026

Οι δικηγόροι, Κώστας Παπαδάκης και Θανάσης Καμπαγιάννης, για τη δίκη του εγκλήματος των Τεμπών

Ο Κώστας Παπαδάκης κατά την αγόρευσή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Χ.Α. | © Τατιάνα Μπόλαρη / Eurokinissi

Δημοσιότητα στη δίκη των Τεμπών: Η ώρα της τηλεοπτικής μετάδοσης | του Κώστα Παπαδάκη

«Εδώ και τώρα κατάργηση του άρθρου 8 του ν. 3090/2002 και αποκατάσταση της δυνατότητας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης».

Το φιάσκο της δικαστικής αίθουσας στην οποία άρχισε να διεξάγεται η δίκη για την υπόθεση των Τεμπών, η προφανής ανεπάρκεια, η εσφαλμένη διαρρύθμιση και για άλλη μια φορά η ακαταλληλότητα των εδράνων που προορίζονται για τους δικηγόρους σε συνδυασμό με τον τόπο διεξαγωγής της και το πανελλήνιο, αν όχι παγκόσμιο ενδιαφέρον για την εξέλιξή της θέτει επιτακτικά την ανάγκη ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσής της.

Δεν υπάρχει άλλωστε διαφορετικός τρόπος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε όσους ενδιαφέρονται – και αυτοί είναι αρκετά εκατομμύρια κατ αμάχητο τεκμήριο, όσοι τουλάχιστον έχουν συμμετάσχει στις μοναδικές στην ιστορία της χώρας διαδηλώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Αθήνα σε όλες τις πόλεις της χώρας και σε όλες τις πόλεις του κόσμου που ζει η ελληνική ομογένεια – για να την παρακολουθήσουν.

Η δημοσιότητα της δίκης (άρθρο 93 παρ. 2 Σ) δεν είναι απλά μια παροχή της δυνατότητας για παρακολούθηση θεάματος σε όσους έχουν τη διάθεση να μετακινηθούν προς τη δικαστική αίθουσα και χωράνε σε αυτήν. Αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική επιταγή και υποχρέωση του κράτους, με την οποία υλοποιείται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ. 2 Σ), έκφανση της οποίας είναι η δυνατότητα άσκησης ελέγχου στον τρόπο λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.

Πρόκειται για μια ανεκτίμητης αξίας συνταγματική διάταξη διότι κατοχυρώνει υπέρ του λαού το δικαίωμα ελέγχου μιας εξουσίας η οποία ούτε εκλέγεται, ούτε ανακαλείται, ούτε ελέγχεται, ούτε λογοδοτεί και συνεπώς αφενός δεν έχει τα εχέγγυα της δημοκρατικής νομιμοποίησης αφού εγκαθίσταται απευθείας από το νόμο και μάλιστα με εγγυήσεις ισοβιότητας στη θέση της και αφετέρου στις περισσότερες στη συντριπτική πλειοψηφία των κακουργημάτων που εκδικάζει, κατά παράβαση άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 97 Σ συμμετέχουν στην άσκησή της μόνο τακτικοί δικαστές.

Ο περιορισμός της δυνατότητας δημοσιότητας της δίκης σε όσους παρευρεθούν με τη φυσική τους παρουσία στη δικαστική αίθουσα, που και αυτή ακόμα στη συγκεκριμένη δίκη και αίθουσα φαίνεται απολύτως ανέφικτη, είναι δυσανάλογος με τη συνταγματική επιταγή αντιθέτως προς αυτήν ουσιαστικά παρεμποδίζει την άσκησή της.

Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της χώρας μας οι δίκες σημαντικού ενδιαφέροντος είχαν καθημερινή κάλυψη από τον εκάστοτε τύπο της εποχής, ενώ πλούσιο φωτογραφικό υλικό κοσμεί τις εφημερίδες, τις εγκυκλοπαίδειες και τα βιβλία που έχουν εκδοθεί σχετικά με αυτές. Αργότερα και κινηματογραφικά στιγμιότυπα. Κορυφαίο σημείο απογείωσης της δημοσιότητας των δικών υπήρξε η απευθείας μετάδοση όλων των δικών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το 1991 – 1992 για τα σκάνδαλα της περιόδου της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ 1985 – 1989, (δίκη για σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη για γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι) με κατηγορούμενους Υπουργούς, ακόμα και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου.

Παρά το γεγονός ότι οι δίκες αυτές διεξήχθησαν σε μια περίοδο έντονων πολιτικού φανατισμού έως και κανιβαλισμού με τα πράσινα και μπλε καφενεία και την απίστευτη πόλωση που υπήρξε στην ελληνική κοινωνία, η καθημερινή τηλεοπτική τους μετάδοση αναμφισβήτητα συνέβαλε στην άμβλυνση παρά στην όξυνση αυτού του κλίματος καθώς διαπαιδαγώγησε τον κόσμο που την παρακολουθούσε στην ισηγορία, τη διαλεκτική, τις νομικές έννοιες και την εκατέρωθεν ακρόαση και τα συνέθεσε με τις πολιτικές του απόψεις και θέσεις.

Σχεδόν αμέσως μετά, η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη με το άρθρο 28 ν. 2145/1993 θέσπισε για πρώτη φορά τον περιορισμό της δημοσιότητας των δικών νομοθετώντας ότι :

Αρθρο 28

1. Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και βιντεοσκόπηση δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ή ειδικού δικαστηρίου, εκτός αν επιτραπεί με απόφαση του δικαστηρίου και εφόσον συμφωνούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι.

2. Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση των προσώπων, που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών.

3. `Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών.

Το αίτημα της δεύτερης παραγράφου βέβαια αποτελούσε μια δίκαιη κοινωνική απαίτηση, καθώς οι προσαγόμενοι υποβάλλονταν χάριν τηλεθέασης στο μαρτύριο της διαπόμπευσης βιντεοσκοπούμενοι με χειροπέδες έξω από την εισαγγελία και τα δικαστήρια.

Η πρώτη παράγραφος όμως που βρήκε την ευκαιρία να θεσπίσει χάριν δήθεν της δεύτερης η τότε κυβέρνηση απηχούσε μάλλον δικές της ανησυχίες ενόψει επικείμενης δίωξης που τότε πρωθυπουργού για το σκάνδαλο της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, η οποία τελικά δεν έγινε αφού η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε διαφορετικά και πιστοποίησε άλλη μια φορά την έλλειψη εμπιστοσύνης του συστημικού πολιτικού κόσμου στην «ανεξάρτητη δικαιοσύνη», στην εξουσία της οποίας καλεί τον λαό να υπάγεται χωρίς να ασκεί κριτική, αλλά αποφεύγει τη δική του υπαγωγή στις κρίσεις της.

Λίγους μήνες αργότερα η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ που επανερχόταν μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 1993 και με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Γιώργο Κουβελάκη κατάργησε το άρθρο 28 ν. 2145/1993 με το άρθρο 35 ν. 2172/1993, αλλά επανέφερε ως κατ εξαίρεση προβλεπόμενη τη δυνατότητα απαγόρευσης της μετάδοσης της δίκης, αντί της καταργούμενης διάταξης που καθιέρωνε την απαγόρευση κατά κανόνα.

Η διάταξη του άρθρου 35 ν. 2172/1993 είχε ως εξής :

4. α) Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον αυτά δεν συναινούν ρητά.

β) Το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να απαγορεύσει τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοσή της, μόνο αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από κατηγορούμενο ή παθόντα και η δίκη δεν συνδέεται με τη δημόσια ζωή.

Στο επόμενο χρονικό διάστημα 1993 – 2002 δεν υπήρξαν πολύκροτες δίκες, οι οποίες να συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον της τηλεοπτικής αγοράς για να μεταδοθούν απευθείας. Η τελευταία άλλωστε ανέπτυξε μια νέα μορφή εκπομπών υψηλής θεαματικότητας σε πολύωρες ειδησεογραφικές εκπομπές, τις λεγόμενες «τηλεδίκες» κυρίως με αφορμή ιδιωτικές αντιδικίες οικογενειακού δικαίου προσώπων μεγάλης δημοτικότητας, οι οποίες ταλαιπώρησαν αρκετά με τη βαναυσότητα τους, την έλλειψη δημοσιογραφικής, δικηγορικής και όχι μόνον δεοντολογίας από πολλούς συμμετέχοντες και συχνά σκληρές διαμάχες μεταξύ διαδίκων, πληρεξουσίων δικηγόρων τους, τεχνικών συμβούλων ακόμα και μαρτύρων, μέχρι που το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. από το 1996 και μετά άρχισε να θέτει τα σχετικά όρια στους δικηγόρους και η κατάσταση να αμβλύνεται.

Τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά μετά την εξάρθρωση της «17 Ν» και την παραπομπή των σχετικών κατηγορουμένων σε δίκη.

Λίγους μήνες πριν την έναρξη της δίκης της 17Ν (3.3.2003) η τότε κυβέρνηση Σημίτη με το νόμο 3092/2002 (Δεκέμβριος 2002) επανέφερε την απαγόρευση θεσπίζοντας ότι :

Ν. 3090/2002 Αρθρο 8

1. Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ` εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.

2. Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται.

3. Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. α΄ και 2 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) έως διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 35 του Ν. 2172/1993 (ΦΕΚ 207 Α) καταργείται.

Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να μην δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν τα υπερασπιστικά επιχειρήματα των κατηγορουμένων και των συνηγόρων της υπόθεσης, ενώ προηγουμένως επί αρκετούς μήνες σε εικοσιτετράωρη βάση όλα τα κανάλια μονοπωλούσαν την ενημέρωση και την προπαγάνδα με απόψεις που εξέφραζαν δημοσιογράφοι, δικηγόροι και πολιτικοί. Τότε βέβαια δεν βρέθηκε κανένας να καταγγείλει παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και προσπάθεια επιρροής της γιατί όλες αυτές υπηρετούσαν τον κοινό συστημικό στόχο της εκδίκησης και της τρομοϋστερίας που είχε ενταθεί σε παγκόσμιο επίπεδο μετά το χτύπημα των δίδυμων πύργων (11.9.2001) και ενόψει της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα το 2004.

Ο ν. 3090/2002 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα, παρά την πληθώρα των κυβερνήσεων που ακολούθησε. Και όπως τότε η πολιτική αγωγή της 17Ν, έτσι και το 2015 και το 2022 η υπεράσπιση της Χ.Α. έκαναν χρήση και απέτρεψαν τη μετάδοση της δίκης.

Ενώ ακόμα και η φωτογράφηση στιγμιοτύπων κατά την διάρκεια διεξαγωγής της δίκης πλέον απαρέγκλιτα έχει καθιερωθεί να απαγορεύεται από τους προέδρους των δικαστηρίων, καίτοι ο νόμος δεν επιβάλει την απαγόρευση, ούτε καν ρυθμίζει τη φωτογράφηση, παρά την εναποθέτει στη διευθυντική εξουσία του προέδρου. Αποτέλεσμα είναι οι δίκες να παραδίδονται στην ενημέρωση και αργότερα στην ιστορία με…πλάνα αρχείου και φωτογραφίες διαβατηρίων και χωρίς οπτικό υλικό της δίκης.

Επιπλέον, η τωρινή κυβέρνηση Ν.Δ. θέσπισε ένα ακόμα περιορισμό με το άρθρο 31 ν. 5119/2024 (ΦΕΚ Α΄ 103/5.7.2024) σύμφωνα με το οποίο απαγορεύθηκε και η μέσω διαδικτύου μετάδοση της δίκης και αναδιαμορφώθηκε η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 3090/2002 ως εξής :

«1. Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.».

Κάνοντας χρήση της διάταξης αυτής μάλιστα η υπεράσπιση ορισμένων κατηγορουμένων στη δίκη Χ.Α. ζήτησε την ποινική δίωξη του «Golden Dawn Watch» υποστηρίζοντας ότι η κάλυψη της δίκης την παραβιάζει. Αν η μήνυση αυτή ευδοκιμήσει και ασκηθεί ποινική δίωξη στην ουσία θα σημαίνει ότι ποινικοποιείται το ίδιο το δικαστικό ρεπορτάζ !

Με αυτό το νομοθετικό πλαίσιο καλείται το δικαστήριο της υπόθεσης των Τεμπών, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισας, να αντιμετωπίσει το ζήτημα της πραγματικής δημοσιότητας της δίκης. Απαίτηση και διεκδίκηση του κινήματος για την απόδοση δικαιοσύνης στην υπόθεση των Τεμπών πρέπει να είναι εδώ και τώρα η κατάργηση του άρθρου 8 του ν. 3090/2002 και η αποκατάσταση της δυνατότητας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης προφανώς με τη θέσπιση τεχνικών όρων, οι οποίοι να αποτρέπουν τη σκηνοθετική διαμόρφωση και μετατροπή της δίκης σε θέαμα, π.χ. σταθερή κάμερα και συγκεκριμένη γωνία λήψης κ.λ.π. όπως στο κανάλι της Βουλής.

Είναι το μόνο νομοθετικό μέσο που θα αποκαταστήσει την δημοσιότητα της δίκης αυτής και θα δώσει την ευκαιρία σε όλους τους ενδιαφερόμενους να την παρακολουθήσουν.

Και φυσικός φορέας της πρωτοβουλίας αυτής πρέπει να είναι οι παριστάμενοι στη δίκη Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, εφόσον αναλογισθούν ότι η δημοσιότητα της δίκης αποτελεί για τους λόγους που προαναφέρθηκαν βασικό πυλώνα του κράτους δικαίου, η επιδίωξη υπεράσπισης των αρχών και κανόνων του οποίου συγκροτεί τη θεσμική τους αποστολή κατ άρθρο 90 του «Κώδικα περί Δικηγόρων» (ν. 4194/2013), στην οποία άλλωστε και προστρέχουν για να στηρίξουν τη νομιμοποίησή τους για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη αυτήν.

Αν αντίθετα η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3090/2002 παραμείνει σε ισχύ ως έχει, αυτό θα σημαίνει ότι για να επιτραπεί η ραδιοτηλεοπτική ή διαδικτυακή μετάδοση της δίκης θα πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

Α) Να συναινέσει ο εισαγγελέας

Β) Να συναινέσουν όλοι οι διάδικοι, δηλαδή οι εκατοντάδες παριστάμενοι προς υποστήριξη της κατηγορίας, φυσικά πρόσωπα γονείς, συγγενείς, επιζήσαντες, νομικά πρόσωπα, δικηγορικοί σύλλογοι παριστάμενοι και βεβαίως οι κατηγορούμενοι.

Αν έστω και ένας εξ αυτών διαφωνήσει δεν είναι δυνατό να επιτραπεί η μετάδοση

Γ) Να κρίνει το δικαστήριο ότι συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον για να γίνει η μετάδοση της δίκης, κρίση αόριστη που μπορεί να διατυπωθεί με υποκειμενικά κριτήρια.

Δ) Να επιτρέψει το δικαστήριο την μετάδοση, αφού ακόμα και αν συντρέχουν οι προηγούμενες τρείς προϋποθέσεις, το δικαστήριο δεν «υποχρεούται», αλλά «μπορεί» να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, άρα μπορεί και να τις απαγορεύσει.

Συμφέρον όλων των παραγόντων της δίκης είναι να ακουσθεί η φωνή τους και να λάμψει η αλήθεια. Συμφέρον ακόμα και της κυβέρνησης είναι να αποδείξει την προπαγάνδα της ότι – δήθεν – κάποιοι δεν θέλουν να γίνει η δίκη. Συμφέρον του Αρείου Πάγου, που με πολυσέλιδο δελτίο αναπαρήγαγε την κυβερνητική προπαγάνδα περί καταλληλότητας της αίθουσας να την αποδείξει. Συμφέρον των φορέων της δικαστικής εξουσίας και των διαφόρων συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων είναι να αποδείξουν την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» και να αποδείξουν το κύρος και την ευθυκρισία της. «Ιδού η Ρόδος….»

Και κυρίως συμφέρον του ελληνικού λαού είναι να γνωρίζει γιατί έχασαν τη ζωή τους 57 παιδιά του εκείνη τη νύχτα και ποιοί υπήρξαν υπαίτιοι, να αποδοθούν οι ανάλογες ποινικές ευθύνες και να κρίνει αν η δίκη που διεξάγεται είναι δίκαιη.

Και όλα αυτά συγκλίνουν στην ανάγκη άμεσης και απεριόριστης δημοσιότητας της δίκης. Απαραίτητο όμως για όλα αυτά είναι να μεταδοθεί τηλεοπτικά και διαδικτυακά η δίκη των Τεμπών από την πρώτη της προσεχή δικάσιμο. Θα το τολμήσουν ή θα προσπαθήσουν να την κρύψουν στην αδιαφάνεια ;

Αθήνα, 25.3.2026

Κώστας Παπαδάκης

Δικηγόρος

Μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.

ΠΗΓΗ

*** 

Δίκη Τεμπών: Επί τον τύπον των ήλων

Η δίκη για το έγκλημα στα Τέμπη που κόστισε 57 ζωές και δεκάδες τραυματίες ξεκινάει σήμερα στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισας. Ο αγώνας για καταλογιστούν οι ποινικές ευθύνες σε όλη την πυραμίδα των υπευθύνων και να αποδοθεί δικαιοσύνη έχει κινητοποιήσει την κοινωνία με τρόπο πρωτόγνωρο στα ελληνικά πολιτικά και ποινικά χρονικά. Κι όμως, αντί για την αίσθηση μιας επικείμενης κάθαρσης, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στο Δικαστικό Μέγαρο Λάρισας με αφορμή την επιμέρους δίκη για τα βίντεο στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο, την κατάσχεση πειστηρίων και την αδυναμία των διαδίκων να λάβουν αντίγραφα κατόπιν αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων και διακοπής της δίκης λόγω ασθένειας της προέδρου, επισκιάζουν την έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου Κακουργημάτων. Οι δηλώσεις δικηγόρων και συγγενών θυμάτων και οι ανακοινώσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων συνθέτουν ένα πρωτοφανές σκηνικό καθημερινών αλληλοκαταγγελλιών, που εγκαλούν και εμπλέκουν το Υπουργείο, τους Δικηγορικούς Συλλόγους, τους εισαγγελικούς και τους δικαστικούς λειτουργούς.

Τα γεγονότα είναι κουρνιαχτός, έλεγε ένας σημαντικός ιστορικός του 20ού αιώνα, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει την εποχή του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ας κάνουμε ένα βήμα πίσω από τον κουρνιαχτό και ας επιχειρήσουμε να δούμε την ουσία του προβλήματος.

1. Η ποινική δίκη για το έγκλημα των Τεμπών χαρακτηρίστηκε εξαρχής από μια πολύπλευρη παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στο έργο της δικαστικής διερεύνησης, που φαίνεται να έχει διαρρήξει την εμπιστοσύνη των οικογενειών των θυμάτων προς το σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης. Η πολιτική εξουσία έσπευσε από την πρώτη στιγμή να οριοθετήσει το έγκλημα ως “ανθρώπινο λάθος ενός σταθμάρχη”. Έστειλε, έτσι, μήνυμα στους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς να περιορίσουν τη διερεύνηση, κυριολεκτικά, στον τελευταίο σταθμό της αμαξοστοιχίας, επιχειρώντας να αφήσουν την πολιτική και διοικητική ατμομηχανή των ευθυνών υπεράνω ελέγχου και τιμωρίας. Όπως είναι φυσιολογικό, με τη θεωρία του “μεμονωμένου σταθμάρχη”, οι εντολές της εκτελεστικής εξουσίας προς τις αστυνομικές αρχές ήταν να αντιμετωπιστεί ο τόπος της σύγκρουσης όχι ως τόπος εγκλήματος αλλά ως εκκρεμότητα που έπρεπε να γίνει “λαμπίκο”. Στο πλαίσιο αυτών των εντολών, κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία χάθηκαν, καθώς κανένα εθνικό ή διεθνές πρωτόκολλο διερεύνησης δυστυχήματος δεν τηρήθηκε, ενώ ακόμα και η διαχείριση των σορών και του βιολογικού υλικού των θυμάτων χαρακτηρίστηκε από πρωτοφανή έλλειψη σεβασμού. Στο μεταξύ, οι δημόσιες παρεμβάσεις του Πρωθυπουργού για ανοιχτά ζητήματα της δικογραφίας, όπως αυτό της έκρηξης, έριξαν βαριά σκιά στο ανακριτικό έργο.

2. Όπως έγινε σύντομα κατανοητό, στόχος όλων αυτών των κινήσεων ήταν η θωράκιση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Μεταφορών από την οποιαδήποτε ποινική ευθύνη, η οποία δήθεν εξέλιπε με την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης και την παραίτηση του Υπουργού Κ. Καραμανλή την επομένη του εγκλήματος. Η ασπίδα προστασίας που έστησε η κυβέρνηση γύρω από το στέλεχός της σημαίνει ότι οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει δεν υπερβαίνουν το ήσσον πλημμέλημα της παράβασης καθήκοντος, κατηγορία που διαμόρφωσε με διαδικασία-εξπρές η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας (χωρίς προκαταρκτική) και η οποία εκκρεμεί ενώπιον του ανακριτή του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου.

3. Χωρίς αυτήν την εικόνα, είναι εύκολο να χαθεί κανείς στην κακοφωνία των αντιφατικών ισχυρισμών, ακόμα και των θεωριών συνωμοσίας που βλάστησαν στο έδαφος της επιχειρηθείσας συγκάλυψης των υπουργικών ευθυνών. Ακόμα όμως και αυτοί που βλέπουν μόνο εργαλειοποίηση του πόνου των συγγενών και αντισυστημισμό, έχουν αναγκαστεί να ομολογήσουν την πραγματική πηγή του προβλήματος. Έγραφε έτσι η Καθημερινή την επομένη της 28/2/2026 στο Κύριο άρθρο της με τον τίτλο “Τα διδάγματα των Τεμπών”: “Αποδείχθηκε, τέλος, πως η αρχική προσπάθεια να αποφευχθεί ο καταλογισμός ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα έδωσε τροφή σε δυνάμεις που διέσπειραν θεωρίες συνωμοσίας, εργαλειοποίησαν τον πόνο των ανθρώπων που έχασαν τους συγγενείς τους και καλλιέργησαν στείρο αντισυστημικό μίσος”. Εντυπωσιακή ομολογία, αλλά λαθεμένος ο χρόνος: “η αρχική προσπάθεια να αποφευχθεί ο καταλογισμός ευθυνών σε πολιτικά πρόσωπα” δυστυχώς συνεχίζεται.

4. Η κατάσταση όπως διαμορφώνεται σήμερα έχει ως εξής: Ως αποτέλεσμα του ιδιότυπου μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στις οικογένειες των θυμάτων και την εκτελεστική εξουσία, με καταλυτική την κινητοποίηση εκατομμυρίων πολιτών που κατέβηκαν στον δρόμο, η ποινική δίωξη ξεπέρασε τη θεωρία του “μεμονωμένου σταθμάρχη” και επεκτάθηκε σε κακουργηματικές κατηγορίες διατάραξης συγκοινωνιών κατά επιτελικών στελεχών του Υπουργείου και των εμπλεκόμενων εταιρειών. (Σημείωση: πρόκειται για το άρθρο 291 ΠΚ που ο Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του είχε “γνωμοδοτήσει” ότι δεν ταιριάζει στην υπόθεση γιατί αφορά “αυτούς που κλέβουν καλώδια”…). Οι διαμαρτυρίες των συγγενών για τα βίντεο, τα ηχητικά, τη διαχείριση του τόπου του εγκλήματος, κλπ, αποδείχθηκαν βάσιμες, με αποτέλεσμα να ασκηθούν ποινικές διώξεις, η εκδίκαση των οποίων όμως “κομματιάστηκε” σε χωριστά δικαστήρια (Πλημμελειοδικεία), σε αναμονή του αν θα υπάρξουν Ειδικά Δικαστήρια για τους υπουργούς Χρ. Τριαντόπουλο και Κ. Καραμανλή. Τέλος, το πιο εντυπωσιακό: εντός της χρονιάς αναμένεται η έναρξη της δίκης για τη σύμβαση 717 όπου θα δικαστούν κατηγορούμενοι για τα κακουργήματα της ηθικής αυτουργίας σε απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, με φυσικό αυτουργό των κακουργημάτων τον Υπουργό Κ. Καραμανλή ο οποίος όμως ΔΕΝ θα κάθεται στο εδώλιο, αν και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έστειλε τη σχετική δικογραφία στη Βουλή με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αρνείται ακόμα και την προκαταρκτική για την άσκηση της δίωξης. Δηλαδή, οι ηθικοί αυτουργοί θα δικάζονται για κακουργήματα και ο φυσικός αυτουργός δεν θα κάθεται στο εδώλιο…

5. Είναι προφανές ότι αν δεν αντιμετωπιστεί αυτή η ρίζα του προβλήματος, αν δηλαδή δεν υπάρξει καταλογισμός ποινικών ευθυνών στα πολιτικά πρόσωπα της υπόθεσης και δεν υπάρξει δίκη με τις αρμόζουσες κατηγορίες, όπου θα διερευνηθούν και θα αποδοθούν οριστικά οι τυχόν ποινικές ευθύνες, τα νοσηρά συμπτώματα των τελευταίων εβδομάδων θα πληθύνουν. Να το πούμε καθαρά: δεν είναι δυνατόν πτυχές μιας υπόθεσης που συγκλόνισε το πολιτικό σύστημα και την έννομη τάξη, σε σημείο που κρίνεται αναγκαία η αναθεώρηση του Συντάγματος, να κρίνονται ενώπιον Πλημμελειοδικείων, από πρωτοδίκες που καλούνται να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν οι αναπόφευκτες κριτικές για την αποτυχία - ναρκοθετημένων στη συνείδηση των διαδίκων και της κοινής γνώμης - ποινικών δικών που δεν φτάνουν στα υπεύθυνα πολιτικά πρόσωπα, με την απαίτηση λήψης μέτρων αποβολής δικηγόρων από υποθέσεις και αφαίρεσης της πειθαρχικής διαδικασίας από τα δικηγορικά θεσμικά όργανα, όπως απαιτεί η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων στις τελευταίες παρεμβάσεις της. Ας επιτραπεί ιδίως σε εμάς, τους δικηγόρους που έχουμε ήδη αποδείξει ότι αντιμαχόμαστε τον συντεχνιασμό στους δικούς μας κόλπους, να αναγνωρίζουμε στις ανοίκειες για δικαστική ένωση ανακοινώσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων μια στρατηγική που διολισθαίνει πλέον, ολοένα και περισσότερο, σε έναν αλόγιστο δικαστικό συντεχνιασμό. Αν οι Δικαστικές Ενώσεις νιώθουν τη βασική απειλή για το δικαιοδοτικό έργο των μελών τους, όχι από την εκτελεστική εξουσία που προστατεύει τους ανθρώπους της και στη συνέχεια εκθέτει τους κατώτερους δικαστές να “βγάλουν το φίδι από την τρύπα”, αλλά από τους υπερασπιστές δικηγόρους, τότε καταλαβαίνουν λάθος το ιστορικό διακύβευμα της συγκυρίας. Ένας δικηγόρος που προσβάλλει, γενικεύει ή ακόμα και ασχημονεί μπορεί να ελεγχθεί με μηχανισμούς που ήδη προβλέπονται στον νόμο. Μια εκτελεστική εξουσία που οριοθετεί και παρεμβαίνει σε μια ποινική διερεύνηση για να καλύψει τους δικούς της ανθρώπους ή ακόμα και αφαιρεί τη δυνατότητα δικαστικής κρίσης από τον φυσικό δικαστή, τίθεται υπεράνω του νόμου και του οποιουδήποτε ελέγχου. Η προσκόλληση στην εκτελεστική εξουσία υποθηκεύει τη δικαστική ανεξαρτησία. Οι δικαστικοί λειτουργοί είναι αντιμέτωπες και αντιμέτωποι με ένα δίλημμα: θα στοχεύσουν χαμηλά ή ψηλά; Αυτό είναι που θα κρίνει τη νομιμοποίηση του δικαιοδοτικού τους έργου.

Οι κρίσιμοι κόμβοι του αγώνα για τη δικαιοσύνη θα κριθούν ψηλά: στα δικαστικά συμβούλια του Αρείου Πάγου που καλούνται να χαρακτηρίσουν ορθά τα αδικήματα και να αποδώσουν τυχόν ποινικές ευθύνες για τα εμπλεκόμενα υπουργικά στελέχη. Και στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας που καλείται να σταματήσει τη συγκάλυψη μέσω της προστασίας των στελεχών της. Στο μεταξύ, αν και υπονομευμένη, η ποινική δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Λάρισας θα πρέπει να προχωρήσει στο έργο της κατά το μέρος που της αναλογεί. Οι παριστάμενοι δικηγόροι και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι που παρίστανται ως υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 90 του Κώδικα Δικηγόρων καλούνται να περιφρουρήσουν το έργο της απόδοσης δικαιοσύνης.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου