30 Μαρτίου 2026

Παραβατικότητα ανηλίκων: Στατιστικές λαθροχειρίες και η Ψυχολογία που έχει πάρει το δρόμο και κατηφορίζει για το Αστυνομικό Τμήμα; - Του Γιώργου Νικολαΐδη* (ΠΙΝΑΚΕΣ)

Παραβατικότητα ανηλίκων: Στατιστικές λαθροχειρίες και η Ψυχολογία που έχει πάρει το δρόμο και κατηφορίζει για το Αστυνομικό Τμήμα;

Η σημαντική μελετήτρια της ιστορίας της ψυχανάλυσης Ελιζαμπέθ Ρουντινέσκο στη βιογραφία του κορυφαίου Γάλλου ψυχαναλυτή Ζακ Λακάν αναφέρει ένα περιστατικό κάποτε, όταν ο μεγάλος αυτός ψυχαναλυτής με αρκετή δόση από την ειρωνεία (και ολίγη αλαζονεία ίσως) που τον χαρακτήριζε σχολίασε ορισμένες από τις πιο «μοντέρνες» κατευθύνσεις στην ψυχολογία λέγοντας «αυτή είναι Ψυχολογία που έχει πάρει το δρόμο και κατηφορίζει για το Αστυνομικό Τμήμα»…

Αυτά τα λόγια του Ζακ Λακάν, ειπωμένα πάνω από μισό αιώνα πριν, μοιάζουν εξαιρετικά εύστοχα και επίκαιρα εάν αναλογιστεί κανείς τον δημόσιο διάλογο για θέματα σχετικά με τη βία και την παραβατικότητα από και προς ανηλίκους. Εδώ και δυο τουλάχιστον χρόνια στον δημόσιο λόγο υπάρχει ένας καταιγισμός δημοσιευμάτων που όλα αναπαράγουν το ίδιο αφήγημα: υπάρχει τάχα εκρηκτική αύξηση της βίας από ανηλίκους στη χώρα μας, πράγμα το οποίο δικαιολογεί και επιβάλλει την άμεση ανάληψη μέτρων περιορισμού του φαινομένου. Το κυρίαρχο αυτό αφήγημα συνεπικουρείται από πλείστες όσες μαρτυρίες θυμάτων, δηλώσεις «ειδικών», ενώ σιγά σιγά και θεσμικοί παράγοντες, φορείς και πρόσωπα του ακαδημαϊκού χώρου, ψυχοθεραπευτικές ενώσεις, ΜΚΟ και ιδιωτικοί φορείς σπεύδουν να «δώσουν το παρόν» στο προσκλητήριο αυτό παρουσιάζοντας ο καθένας ό,τι διαθέτει σε αυτή την αγορά του ηθικού πανικού: εκπαιδεύσεις, εργαλεία, εκτιμήσεις, στρατηγικές, μέτρα, λογισμικά και εφαρμογές διαδικτύου κ.ο.κ.

Διαθέσιμες στατιστικές

Η μόνη αίρεση στην ανάπτυξη και γιγάντωση αυτής της αγοράς εργαλείων καταστολής πειθάρχησης των ανηλίκων είναι ότι τα κρούσματα βίας από ανηλίκους δεν φαίνεται να παρουσιάζουν αντικειμενική αύξηση στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Αυτό προκύπτει από οποιονδήποτε επιχειρήσει να δει διαθέσιμα διοικητικά δεδομένα όπως π.χ. τα στοιχεία της EUROSTAT για την ανήλικη παραβατικότητα ή τις συστηματικές μετρήσεις του ΕΠΙΨΥ του ΕΚΠΑ για λογαριασμό του ΠΟΥ από το 1998 ως σήμερα για την έκθεση παιδιών σε περιστατικά παραβατικότητας ή βίας μεταξύ ανηλίκων. Σε όλες αυτές τις διαθέσιμες στατιστικές σειρές αναφαίνονται τα εξής:

(α) αναφορικά με τα βεβαιωμένα (με δικαστικές αποφάσεις κ.λπ.) κρούσματα ανήλικης παραβατικότητας η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια από τις τελευταίες θέσεις κατάταξης ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε., και

(β) η όποια αύξηση στα περιστατικά ανήλικης παραβατικότητας συντελέστηκε στα χρόνια της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης (2010-2015), όπως, άλλωστε προβλέπει η επιστημονική εμπειρία για την πορεία των δεικτών διαπροσωπικής βίας (με δράστες είτε ενηλίκους είτε ανηλίκους) σε κάθε κοινωνία στην οποία αυξάνεται η φτώχια, η κοινωνική ανισότητα και το ποσοστό των νοικοκυριών που ζουν σε συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Μετέπειτα η πορεία των δεικτών είναι σταθεροποιητική ή και πτωτική.

Πίνακας 1: Ανήλικοι ύποπτοι ή δράστες εγκλημάτων ανά 100.000 πληθυσμού, 2021 (πηγή: EUROSTAT).


Πίνακας 2:Ανήλικοι ύποπτοι ή δράστες εγκλημάτων ανά 100.000 πληθυσμού 2012-2021 (πηγή: EUROSTAT).


Πίνακας 3: Εμπλοκή ανηλίκων σε βίαια συμβάντα (1998-2022). Έρευνες ΕΠΙΨΥ ΕΚΠΑ (για λογαριασμό του ΠΟΥ).


Στατιστικές λαθροχειρίες

Οι όποιες φαινομενικές αυξήσεις προκύπτουν μόνο με δυο «τρόπους» που διαστρεβλώνουν την εικόνα της πραγματικότητας. Ο ένας εξ αυτών των τρόπων είναι να παρουσιάζονται συγκρίσεις μεταξύ των κρουσμάτων των ετών 2022 και 2023 σε σχέση με τα έτη 2020 και 2021, οπότε και διαπιστώνεται μια αλματώδης «αύξηση». Μια αύξηση που ωστόσο οφείλεται στο αναντίρρητο γεγονός ότι τα έτη 2020 και 2021 λόγω καραντίνας εξαιτίας της επιδημίας κορωνοϊού όλα τα κρούσματα βίας και όλη εν γένει η εγκληματικότητα του δημόσιου χώρου ήταν εξαιρετικά μειωμένα, ενώ τα έτη 2022 και 2023 πραγματοποιήθηκε ποσοτική «διόρθωση» στα πρότερα επίπεδα.

Πίνακας 4: Κρούσματα παραβατικότητας ανηλίκων στην Ελλάδα (2010-2024), Ελληνική Αστυνομία. 


Η άλλη στατιστική λαθροχειρία που επιχειρείται είναι να αντιστρέφεται η αιτιακή φορά των γεγονότων και να παρουσιάζεται μια δήθεν αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας, η οποία ωστόσο δεν προκύπτει από την αλλαγή της κατάστασης πραγμάτων στην κοινωνία αλλά από τη γενικευμένη αυστηροποίηση της αντιμετώπισης των ανηλίκων που «παράγει» παραβατικότητα. Έτσι, π.χ. παρουσιάζεται στα στοιχεία της ανήλικης παραβατικότητας της Ελληνικής Αστυνομίας μια αύξηση των περιστατικών ανηλίκων των οποίων επιλήφθηκε η αστυνομία τα τελευταία 6-7 χρόνια. Ωστόσο αυτή η αύξηση προέκυψε κατά βάση από τις διαδοχικές επεκτάσεις των απαγορεύσεων της κείμενης νομοθεσίας κυρίως των αδικημάτων των λεγόμενων «ειδικών νόμων», ήτοι του Νόμου περί Όπλων, του Νόμου περί Ναρκωτικών και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Αν αφαιρεθούν τα περιστατικά ανηλίκων που αφορούν αυτούς τους τρεις νόμους, η περιβόητη αυτή «αύξηση» πρακτικά εξαφανίζεται ακόμα και με βάση τα ίδια τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. Πως προκύπτει αυτή η επίπλαστη αύξηση; Μα με την αυστηροποίηση των ειδικών αυτών Νόμων, π.χ. με την αλλαγή του Νόμου περί Όπλων από το 2019 η κατοχή φωτοβολίδων αντιμετωπίζεται πλέον νομικά ως οπλοκατοχή κ.λπ., με την εφαρμογή του νέου Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από το 2023 η «αντικοινωνική οδήγηση» αντιμετωπίζεται ως κακούργημα κ.ο.κ. Παράλληλα, με την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα επαυξήθηκαν οι περιστάσεις όπου ανήλικοι οδηγούνται να εκτίσουν ποινές φυλάκισης αφού αυτό πλέον προβλέπεται ακόμα και για παραβιάσεις του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας! Ταυτόχρονα, άλλες καταστάσεις αντιμετωπίζονται με περισσή ποινική αυστηρότητα και ακραία ενοχοποίηση των παιδιών θυμάτων. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο αριθμός των ανήλικων κρατουμένων έχει πολλαπλασιαστεί την τελευταία πενταετία, ενώ οι συνθήκες κράτησής τους αμαυρώνουν την εικόνα της χώρας ως ευνομούμενης πολιτείας. Βλέποντας όλα αυτά λοιπόν, ήτοι τους αυξανόμενους αριθμούς ανήλικων κρατουμένων, κάποιοι συντηρητικοί μελετητές βγάζουν το συμπέρασμα ότι αυξήθηκε η ανήλικη παραβατικότητα στην Ελλάδα, ενώ στ’ αλήθεια εκείνο που άλλαξε άρδην είναι η ευκολία με την οποία οι ανήλικοι προσάγονται, συλλαμβάνονται, παραπέμπονται σε δίκη ακόμα και για ασήμαντες αφορμές. Και κάνει εντύπωση πως οι ίδιοι αυτοί μελετητές αποτυγχάνουν να επισημάνουν ότι π.χ. η πιο συχνή αιτία κράτησης ανηλίκων στην Ελλάδα είναι οι κατηγορίες διακίνησης ανθρώπων (trafficking), αφού εσχάτως έχει γίνει πλέον καθεστώς ασυνόδευτοι ανήλικοι που προσφεύγουν στη χώρα μας για να αιτηθούν άσυλο να χρεώνονται με ιδιαίτερη ευκολία πλέον με κατηγορίες ότι οι ίδιοι είναι «διακινητές». Αντί δηλαδή να τους αναγνωρίσουμε πως είναι παιδιά θύματα που έχουν ανάγκη τη φροντίδα και την προστασία μας τους αντιμετωπίζουμε σαν κακούργους….

Συνεπώς, η «διαπίστωση» της αύξησης της ανήλικης παραβατικότητας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια φαυλοκυκλική αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αυστηροποιούμε την νομοθεσία «παράγοντας» έτσι περισσότερους «παραβάτες», μετά βλέπουμε τους περισσότερους «παραβάτες» διαπιστώνουμε ότι χρειάζεται περαιτέρω αυστηροποίηση της νομοθεσίας και ούτω καθεξής…

Πίνακας 5: Πλήθος Ανήλικων και Νεαρών Ενήλικων Κρατουμένων (επιλεγμένα αδικήματα, 2023-2024-2025).


Φυσικά, αν κανείς βασανίσει τα αριθμητικά δεδομένα αρκετά, τα δεδομένα θα ομολογήσουν οτιδήποτε. Δεδομένης όμως της ανυπαρξίας οποιασδήποτε σοβαρής στατιστικής σειράς που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς περί «αύξησης» της ανήλικης παραβατικότητας στην Ελλάδα, γιατί τόση κινητικότητα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση ενός φαινομένου που αντικειμενικά δεν φαίνεται να βρίσκεται σε έξαρση; Και γιατί παράλληλα την ίδια ακριβώς χρονική περίοδο και από τα ίδια ακριβώς ομιλούντα φυσικά και συλλογικά υποκείμενα δεν αρθρώνονται παρά ψίθυροι και ψελλίσματα για την έκθεση των παιδιών σε βία στη χώρα μας, ένα φαινόμενο με ποικίλες εκφάνσεις και διαστάσεις, μια πανδημία που μαίνεται δεκαετίες και για την οποία μάλλον η κοινωνία αλλά και οι «αρμόδιοι» φορείς προτιμούν να κάνουν πως δεν υφίσταται; Όμως, στο θέμα της πολύμορφης θυματοποίησης των παιδιών λέγονται, γράφονται, γίνονται πολύ λιγότερα από πολύ λιγότερους.

Προστασία των παιδιών από την βία ή βία και καταστολή προς τα παιδιά;

Σε αυτό το κλίμα δυστυχώς κινείται και η «Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Παιδιών από τη Βία και την Παραβατικότητα» που δημοσιοποιήθηκε πριν από περίπου ένα χρόνο από την κυβέρνηση. Στο στρατηγικού χαρακτήρα αυτό κείμενο η θυματοποίηση του παιδιού μοιάζει να εννοιολογείται ως εάν τα παιδιά να κινδυνεύουν να θυματοποιηθούν κατά βάση από άλλα παιδιά, καθώς το μέρος των προτεινόμενων πολιτικών που σχετίζονται με το παιδί θύμα στην πράξη αφορά την προστασία του παιδιού από την ενδεχόμενη θυματοποίησή του από άλλα παιδιά (bullying, ενδοσχολική, οπαδική, διαδικτυακή κ.λπ. βία κ.ά.). Αποτέλεσμα αυτής της μονομέρειας είναι το γεγονός ότι από τα 69 μέτρα που περιέχονται στο κείμενο της στρατηγικής μόνο τα 9 αφορούν αποκλειστικά και γνήσια το παιδί θύμα, τα 43 το παιδί δράστη ενάντια σε ενήλικους ή ανήλικους και τα 17 είναι γενικά μέτρα για εν γένει τη γονεϊκότητα, τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών ψυχικής υγείας για ανήλικους κ.ο.κ. Ωστόσο είναι γνωστό πως η θεμελιώδης παραδοχή του κειμένου της Στρατηγικής, δηλαδή ότι βασικά τα παιδιά θυματοποιούνται από άλλα παιδιά, δεν ευσταθεί πραγματολογικά: το 80-90% της θυματοποίησης των παιδιών οφείλεται σε ενήλικες και δη σε ενήλικες που είναι γονείς, οικείοι, φροντιστές ή επαγγελματίες του κύκλου εμπιστοσύνης του παιδιού. Αυτό δεν έχει αποδειχθεί μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Είναι κοινός τόπος κάθε έκθεσης ή οδηγίας διακρατικών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ, η UNICEF, κ.λπ. για το θέμα της προστασίας των παιδιών. Εξαιτίας όμως αυτής της εμμονής να βλέπουμε απειλή και κίνδυνο στη νέα γενιά της χώρας μας, η Στρατηγική οδηγείται στο να συμπεριλάβει και μέτρα όπως π.χ. το περίφημο Kids Wallet ή την εξαγγελία νέων στεγαστικών δομών για παιδιά (ανήλικα ή θύματα; μένει αδιευκρίνιστο στο κείμενο της Στρατηγικής…) ή τα «ειδικά γυμνάσια»-γκέτο για παραβατικούς εφήβους, μέτρα τα οποία πολύ πιθανόν να χειροτερέψουν τα πράγματα αντί να τα βελτιώσουν για όσα παιδιά όντως θυματοποιούνται. Ούτως ή άλλως, και παρά τις διακηρυκτικές του διατυπώσεις, το κείμενο της Στρατηγικής διαπνέεται από μια γενικευμένη κατασταλτική οπτική, με αποτέλεσμα από τα 69 μέτρα που περιλαμβάνει τα 30 να είναι κατασταλτικού χαρακτήρα! Από τα δε υπόλοιπα, τα περισσότερα από τα 14 προληπτικού χαρακτήρα μέτρα είναι απλώς καμπάνιες, ενώ τα 14 μέτρα για την προώθηση της έρευνας γύρω από τα φαινόμενα της ανήλικης παραβατικότητας και θυματοποίησης είναι γενικόλογες και αφηρημένες υποσχέσεις που μάλλον θα μείνουν χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Μάλιστα από τα 11 μέτρα για τη θεραπεία και την υποστήριξη των θυμάτων ή των παραβατικών ανηλίκων ελάχιστα αφορούν την ανάπτυξη υπηρεσιών συνδρομής τους, ενώ στην πλειονότητά τους προωθούν εκπαιδεύσεις και πρωτόκολλα για τους ήδη επιβαρυμένους, λίγους και αποκαρδιωμένους λειτουργούς των υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας, οι οποίοι χωρίς ουσιαστική ενίσχυση θα κληθούν ακόμα μια φορά να αναλάβουν ακόμα περισσότερες δράσεις και ενέργειες χωρίς ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία.

Ο κίνδυνος του «ηθικού πανικού»

Το γεγονός ότι μολαταύτα πλήθος «ειδικών», ΜΚΟ, συντεταγμένοι φορείς κ.ά. όχι μόνο παραλείπουν να επισημάνουν αυτές τις διαρθρωτικές αδυναμίες της Στρατηγικής, αλλά αντιθέτως συντάσσονται με αυτήν διαγκωνιζόμενοι προκειμένου να πάρουν ένα κομμάτι της «πίτας» της υλοποίησής ερμηνεύεται με μάλλον απαισιόδοξα συμπεράσματα για την ανεξαρτησία του λόγου ο οποίος αρθρώνεται για την παιδική προστασία στη χώρα μας. Παράλληλα, οι ίδιοι φορείς –από τους οποίους θα περίμενε κανείς μια πιο ψύχραιμη και ανεξάρτητη τοποθέτηση– πλειοδοτούν σε μηνύματα «ηθικού πανικού» προς την κοινωνία ώστε να δικαιολογήσουν τη στάση τους και να… «πουλήσουν την πραμάτεια τους»: σεμινάρια για την παραβατικότητα για γονείς, εκπαιδευτικούς, γενικό κοινό, εκδηλώσεις σε κάθε δήμο, ξενώνες παραβατικών εφήβων και άλλες ανάλογες δομές χρηματοδοτούμενες από ευρωπαϊκούς πόρους, προτάσεις για περιπολίες, αστυνόμευση, κάμερες και ανιχνευτές μετάλλων στα σχολεία κ.ο.κ. Βεβαίως το γεγονός ότι υπάρχουν κοινωνίες όπως π.χ. οι ΗΠΑ που τα έχουν εφαρμόσει αυτά επί δεκαετές και παρ’ όλ’ αυτά φιγουράρουν σταθερά και με διαφορά πρώτες ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ σε δείκτες ανήλικης παραβατικότητας μοιάζει να διαφεύγει τελείως των προτάσεων που «πέφτουν στο τραπέζι». Δεν μοιάζει να απασχολεί κανέναν γιατί άραγε να πρέπει να εφαρμόσει η Ελλάδα ό,τι έχει αποδειχθεί ότι απέτυχε αλλαχού και μάλιστα ακριβοπληρώνοντάς το με κάποιους από τους ελάχιστους ούτως ή άλλως πόρους της κοινωνικής προστασίας. Όπως επίσης δεν μοιάζει να απασχολεί καθόλου το γεγονός ότι οπουδήποτε φτιάχτηκε αυτή η κοινωνική αναπαράσταση του εφήβου που είναι απειλή για το κοινωνικό σύνολο και πρέπει να αντιμετωπισθεί με επένδυση στις τεχνολογίες καταστολής και επιτήρησης, η βία δεν μειώθηκε αλλά μάλλον αυξήθηκε. Γιατί οπουδήποτε καλλιεργήθηκε και εν τέλει επικράτησε ο φόβος η διαπροσωπική βία αυξήθηκε. Διότι ο φοβισμένος επιτίθεται. Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα περιγράψει συγκεκριμένους μηχανισμούς άμυνας τού Εγώ, εκείνους της προβολής και της προβολικής ταυτοποίησης, που ερμηνεύουν το γιατί όποιος φοβάται ότι θα δεχθεί επίθεση, επιτίθεται επιρρίπτοντας τις ευθύνες για ό,τι συμβαίνει στον άλλο. Κάτι δηλαδή σαν τις σύγχρονες δηλώσεις του προέδρου Τραμπ πως οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράν επειδή αν κάποιος επιτίθετο στο Ιράν (ποιος άλλος εκτός από τις ΗΠΑ;) εκείνο θα απαντούσε αντεπιτιθέμενο…. Και τούτο είναι ειρωνεία, καθότι στην ως άνω περιγραφείσα ιδεολογική νομιμοποίηση του κλίματος του ηθικού πανικού για την υποτιθέμενη αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας στην Ελλάδα δυστυχώς συμπράττει και ένα μέρος της ψυχαναλυτικής κοινότητας της χώρας…

Όπως και να ’χει το ερώτημα είναι: θα συνεχίσουμε να κλείνουμε τα μάτια και τα αφτιά μας σε όσα συμβαίνουν γύρω μας και θα εξακολουθήσουμε να αναμασάμε τα έωλα φληναφήματα του κυρίαρχου αφηγήματος που θέλουν να αναπαραστήσουν την ανηλικότητα σαν απειλή για το κοινωνικό σύνολο; Ή αντιθέτως θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, των επιστημών και των κλάδων που υπηρετούμε και των κοινωνικών αναγκών προβάλλοντας έναν αντιηγεμονικό λόγο για την προστασία και προάσπιση του μελλοντικού κοινωνικού κεφαλαίου της χώρας μας;

* O Γιώργος Νικολαΐδης είναι Ψυχίατρος, Διευθυντής Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας, Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου