
Βηρυτός, 25 Μαρτίου 2026: Whiiz, Boom, Shake, Relax
Το πρωινό της 25ης Μαρτίου ξεκίνησε με μία αμφιβολία για τη χθεσινή νύχτα. Η μεγάλη ανησυχία πριν κοιμηθούμε για το τι θα γίνει, που και αν θα υπάρξουν βομβαρδισμοί, αν θα γίνουν αισθητοί από το ξενοδοχείο, πέρασε γρήγορα. Η νύχτα ήταν ήσυχη αλλά δεν ήμασταν σε θέση να γνωρίζουμε εάν ήταν ήσυχη μόνο για εμάς.
Στην ερώτηση αν «νιώσατε τίποτα το βράδυ», η απάντηση ήταν όχι με κάποιες επιφυλάξεις «εγώ κάποια στιγμή κάτι ένιωσα, αλλά δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρος». Λίγα λεπτά αργότερα θα συναντούσαμε την Ν. (την Παλαιστίνια πρόσφυγα που θα είναι μαζί μας σήμερα και τις επόμενες μέρες ως σύμβουλος και μεταφράστρια στο ταξίδι). Η Ν μας επιβεβαίωσε ότι, παρά τις προειδοποιήσεις σε τρεις περιοχές, δεν υπήρχαν βομβαρδισμοί το βράδυ της Τρίτης. Μας είπε επίσης ότι πλέον είναι τακτική πρακτική να πετούν τα drones, να βγαίνουν ειδοποιήσεις και να μην προχωρούν σε βομβαρδισμούς.
Μπαίνουμε στο αμάξι ρωτώντας την Ν τη γνώμη της για διάφορα ζητήματα- χωρίς όμως να έχουμε εικόνα και εξοικείωση πολλές από τις ερωτήσεις μας ίσως να της μοιάζουν τυπικές. Συμφωνήσαμε με την Ν να πάμε στα προσφυγικά κάμπς το πρωί και να δούμε τι γίνεται, πως λειτουργούν και τι έχει αλλάξει αυτές τις μέρες του πολέμου. Ο πρώτος σταθμός είναι το καμπ της Shatila, στο οποίο φτάνουμε στις 9.00 το πρωί. Ο κόσμος φαίνεται να κοιμάται ακόμη, καθαριστές βρίσκονται στον δρόμο και συμμαζεύουν, διασχίζουμε το καμπ και καλώδια/αγωγοί κρέμονται πάνω μας που καταλήγουν σε πολυκατοικίες με λίγους ορόφους και πολλά σημάδια σφαιρών στο πλάι τους. Όμως, το καμπ φαίνεται και είναι ήρεμο: με τη κατανόηση τόσο της κατάστασης, του κινδύνου αλλά και την ανάγκη να συνεχίζει η ζωή.
– Λίγα λόγια για τη Shatila –
Πριν ξεκινήσουμε την διήγηση κάποιων συναντήσεων, κάποια σύντομα λόγια για τη Shatila. Με πρώτη και βασική, ότι το καμπ δεν θυμίζει την δομή των προσφυγικών καμπς που έχουμε δει στα νησιά του Αιγαίου ή στην ενδοχώρα. Είναι καταυλισμοί που πλέον έχουν τη μορφή της (παραγκό)γειτονιάς αλλά και μία οχύρωση τριγύρω. Έχουν πολυκατοικίες, και δεν έχουν σκηνές. Έχουν στενούς δρόμους, μαγαζιά στα υπόγεια, αφίσες και γκράφιτι. Έχουν πολλούς κατοίκους και έχουν ακόμη ζωντανό το συναίσθημα της προσφυγιάς αλλά και τη Παλαιστινιακή ταυτότητα. Δεν λογοδοτούν στο κράτος αλλά οργανώνονται στο εσωτερικό τους με επιτροπές. Αποτελούν μία ετεροτοπία αλλά πλήρως διευρυμένη και όρατη. Πόλεις της Παλαιστίνης και της προσφυγιάς, γύρω από μία Βηρυτό που φημίζεται για τις αντιθέσεις της.
Το στρατόπεδο της Shatila, που βρίσκεται στο νότιο προάστιο της Βηρυτού, έγινε ένα από τα πιο γνωστά στρατόπεδα παλαιστινίων προσφύγων στην περιοχή μετά τη σφαγή της Σάμπρα και της Σατίλα το 1982, ένα σύμβολο της παλαιστινιακής εξορίας. Δημιουργήθηκε το 1949 και ο Αμπέντ Μπισέρ, Παλαιστίνιος από το χωριό Ματζντ αλ-Κρουμ στην Άνω Γαλιλαία, θεωρείται ο ιδρυτής της συγκέντρωσης που έδωσε ζωή στο στρατόπεδο. Σύμφωνα με την ιστορικό Ρόζμαρι Σαΐγκ, ο Μπισέρ έφτασε στο Λίβανο με την οικογένειά του (περίπου είκοσι μέλη) το 1948, κατά τη διάρκεια της Νάκμπά. Νοίκιασε ένα διαμέρισμα ενός δωματίου στη Βηρυτό, αλλά μετά από λίγους μήνες δεν ήταν σε θέση να πληρώσει το ενοίκιο. Αποφάσισε τότε να αγοράσει μια μεγάλη σκηνή και την έστησε στην περιοχή Χόρς, στα περίχωρα της Βηρυτού. Στη συνέχεια άρχισε να αναζητά τους γείτονες του χωριού του και να τους συγκεντρώνει. Συναντήθηκε με έναν επιφανή κάτοικο της πόλης, τον Σαάντ αλ-Ντιν Πασά Σατίλα, ο οποίος ζούσε σε μια βίλα κοντά στον καταυλισμό, και του ζήτησε γη όπου θα μπορούσε να εγκατασταθεί με τους συγχωριανούς του.
Ο ιδιοκτήτης της γης, ένας Λιβανέζος, βρισκόταν στη Βραζιλία και ο Πασά Σατίλα, ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του οικοπέδου, τους επέτρεψε να μετακομίσουν στη γη του. Φοβούμενος ότι οι λιβανέζικες αρχές θα μετέφεραν τους πρόσφυγες σε άλλο μέρος, ο Μπίσερ άρχισε να αναζητά τους κατοίκους των χωριών κοντά στο Ματζντ αλ-Κρουμ για να τους πείσει να ενταχθούν στη νέα συγκέντρωση.
Το 1950, η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού αναγνώρισε τον οικισμό ως καταυλισμό. Ένα χρόνο αργότερα, η UNRWA ανέλαβε τη διαχείριση του καταυλισμού και τον ονόμασε «Σατίλα», σε αναφορά στον επιφανή κάτοικο της Βηρυτού. Ορισμένοι πιστεύουν ότι οι Παλαιστίνιοι ήθελαν να τον ονομάσουν «τον καταυλισμό των αλ-μουτζαχεντίν». Το έδαφος του καταυλισμού, που κάλυπτε 39.567 τετραγωνικά μέτρα, αποτελούνταν από πολλούς λόφους και περιβαλλόταν από συκιές και φραγκοσυκιές.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, περίπου εκατό Παλαιστίνιοι πρόσφυγες ζούσαν εκεί. Λίγα χρόνια αργότερα, ο καταυλισμός επεκτάθηκε και, σύμφωνα με την UNRWA, ο αριθμός των προσφύγων ξεπέρασε τους 2.000. Η πλειοψηφία του πληθυσμού της Σατίλα καταγόταν από το Ματζντ αλ-Κρουμ, ενώ οι υπόλοιποι προέρχονταν από είκοσι πέντε άλλα χωριά, μεταξύ των οποίων το αλ-Μπιρβά, το Νταϊρ αλ-Κάσι, το Σαάμπ, το Σαφουρίγια, το Αμκά, το αλ-Καμπρί, το Μπαλάντ αλ-Σέιχ, το Κουβαϊκάτ, το Σαφσάφ και το αλ-Μανσίγια. Υπήρχαν επίσης περίπου είκοσι πέντε οικογένειες από τη Γιάφα.
Ενώ στα άλλα παλαιστινιακά στρατόπεδα στο Λίβανο οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν με βάση το χωριό καταγωγής τους, μια τέτοια χωρική διαίρεση δεν μπορούσε να καθοριστεί σαφώς στη Σατίλα λόγω των πολυάριθμων τόπων καταγωγής και του μικρού μεγέθους του στρατοπέδου. Ορισμένοι κάτοικοι θυμούνται ότι οι κοινωνικές διακρίσεις προέκυψαν από τη διάκριση μεταξύ της αγροτικής (fallahi) και της αστικής (madani) καταγωγής των προσφύγων.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και του 1960, η δόμηση στο στρατόπεδο αναπτύχθηκε αργά για δύο βασικούς λόγους. Οι λιβανέζικες αρχές επέβαλαν περιορισμούς στο στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη μετατροπή του σε μόνιμο οικισμό για τους πρόσφυγες. Επιπλέον, οι ίδιοι οι πρόσφυγες ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στα αναπτυξιακά έργα που πρότεινε η UNRWA· θεωρούσαν ότι στόχος τους ήταν η μόνιμη εγκατάσταση των προσφύγων εκτός Παλαιστίνης.
Ο Ερυθρός Σταυρός διένειμε αρχικά περίπου δώδεκα σκηνές στο στρατόπεδο. Κάθε σκηνή είχε εμβαδόν 9 τετραγωνικών μέτρων και στέγαζε δύο οικογένειες. Όταν η UNRWA ανέλαβε τη διαχείριση των καταυλισμών, το μέγεθος των σκηνών αυξήθηκε στα 16 τετραγωνικά μέτρα και κάθε οικογένεια είχε τη δική της σκηνή. Οι λιβανέζικες αρχές απαγόρευσαν την ενίσχυση των σκηνών, οι οποίες ήταν κρύες το χειμώνα, και έτσι οι πρόσφυγες ενίσχυσαν τις σκηνές από το εσωτερικό με ξύλινες σανίδες, πέτρες, άμμο αναμεμειγμένη με νερό και άλλα υλικά. Το 1955, μετά από συμφωνία με τις λιβανέζικες αρχές, επιτράπηκε στους Παλαιστίνιους να ενισχύσουν τις σκηνές από έξω. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, άρχισαν να σχηματίζονται παραγκουπόλεις στην άμεση περιφέρεια του καταυλισμού με την άφιξη άπορων Λιβανέζων από αγροτικές περιοχές και μεταναστών εργατών (κυρίως από τη Συρία). Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι σκηνές στη Σατίλα αντικαταστάθηκαν σταδιακά από μόνιμες κατοικίες με προσόψεις από τσιμεντόλιθους και στέγες από κυματοειδές σίδερο (zinco).
Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) ανέλαβε τον έλεγχο και τη διαχείριση του καταυλισμού τη δεκαετία του 1970. Οι άνθρωποι άρχισαν να κατασκευάζουν κατοικίες με στερεές στέγες και να χτίζουν νέα κτίρια, ενώ η PLO ανέπτυξε την υποδομή του καταυλισμού. Εκείνη την εποχή, ο πληθυσμός αυξήθηκε και ο καταυλισμός επεκτάθηκε πέρα από την αρχική του περίμετρο, θολώνοντας τα όρια του. Πολλοί Παλαιστίνιοι πρόσφυγες από άλλες περιοχές του Λιβάνου, καθώς και εκείνοι που έφτασαν στο Λίβανο με την PLO, μετακόμισαν στον καταυλισμό και στις γειτονικές περιοχές. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η οποία αναφέρεται ως οι «ημέρες της Επανάστασης» (ayyam al-thawra; 1969–1982), ο παλαιστινιακός χώρος -όσον αφορά την πολιτική, στρατιωτική, κοινωνική και πολιτιστική επιρροή – μετακινήθηκε έξω από το στρατόπεδο: οι γύρω περιοχές της Σατίλα, που εκτείνονταν μέχρι το Αραβικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού, τέθηκαν υπό τον έλεγχο της PLO, η οποία συγκέντρωσε εκεί την πλειοψηφία των πολιτικών και διοικητικών γραφείων της. Την εποχή εκείνη, σύμφωνα με τον Sayigh, 20.000 άνθρωποι ζούσαν στη Σατίλα και τη στενή γύρω περιοχή· ο αριθμός αυτός έφτασε γρήγορα σχεδόν τους 50.000. Στο άμεσο περιβάλλον της Σατίλα, η οδός Σαμπρά έγινε κεντρική αρτηρία με την αγορά κρέατος, φρούτων και λαχανικών της και με διάφορους φορείς της PLO, όπως το νοσοκομείο της Γάζας ή το ίδρυμα Samed.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του Λιβάνου (1975–1990), το στρατόπεδο της Σατίλα υπέστη ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής στο Λίβανο, της πολιορκίας της Βηρυτού και της σφαγής της Σαμπρά και της Σατίλα το 1982, καθώς και της Μάχης των Στρατοπέδων μεταξύ 1985 και 1988. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Σατίλα είχε σχεδόν καταστραφεί ολοσχερώς και ο πληθυσμός της είχε εκτοπιστεί. Η διαδικασία ανασυγκρότησης ξεκίνησε αμέσως μετά τον πόλεμο και ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ενώ το στρατόπεδο είχε προηγουμένως επεκταθεί οριζόντια μετά το 1969 με διώροφα ή τριώροφα σπίτια, το νέο στρατόπεδο αναγεννήθηκε μέσω κάθετης επέκτασης, με αρκετά κτίρια ύψους άνω των έξι ορόφων. Η κυβέρνηση του Λιβάνου ήθελε να περιορίσει τον παλαιστινιακό χώρο στα στρατόπεδα.
Έκτοτε, το στρατόπεδο πέρασε από διάφορα κύματα αύξησης του πληθυσμού, τα οποία οδήγησαν στην ανάπτυξη των κτιρίων και στη μείωση του ανοιχτού χώρου του στρατοπέδου με εξαιρετικά στενά σοκάκια και ψηλά κτίρια, επηρεάζοντας την περιβαλλοντική υγεία του στρατοπέδου (υψηλή υγρασία και υπερπλήρη σπίτια) και την ευημερία των κατοίκων του, οι οποίοι αντιμετωπίζουν υψηλά επίπεδα θορύβου και έλλειψη ιδιωτικότητας, μεταξύ άλλων δυσμενών συνθηκών. Αυτή η αύξηση του πληθυσμού δεν συνοδεύτηκε από επαρκή ανάπτυξη του αποχετευτικού συστήματος, της ύδρευσης και της ηλεκτροδότησης, ή υπηρεσιών όπως η αποκομιδή απορριμμάτων. Το 2018, καταγράφηκαν 452 κτίρια, με εκτιμώμενη έκταση του καταυλισμού περίπου 70.000 τετραγωνικά μέτρα. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο ακριβής αριθμός των ανθρώπων που ζουν εκεί. Το κράτος δεν τους καταγράφει.
– Tα Camp Wars και ο τάφος των Μαρτύρων –
Όσα αναφέραμε νωρίτερα είναι μία ψυχρή και κάπως άχρωμη αλλά αναγκαία πληροφορία για την κατανόηση του πλαισίου. Είναι όμως απαραίτητα να τα ξέρει κάποιος που επισκέπτεται το καμπ και αναρωτιέται γιατί υπάρχει μία πληγή σε κάθε κτήριο. Πέρα από τις ιστορικές πληγές όμως- που δεν βιώνονται μονοσήμαντα ως τέτοιες από τον πληθυσμό του καμπ- υπάρχουν και οι πρόσφατες πληγες. Φωτογραφίες μαρτύρων των πρόσφατων συγκρούσεων, της Παλαιστινιακής υπόθεσης.
Με όποιον και να μιλήσαμε, λάβαμε την απάντηση: εμείς μιλάμε στα παιδιά μας για τη Παλαιστίνη, τους λέμε ότι θα επιστρέψουμε, τους λέμε τα ονόματα των χωριών μας, τους μαθαίνουμε να πολεμάνε. Όταν κάποιος μιλάει για τα παλιά, μιλάει για τις μέρες της Επανάστασης, που μοιάζει να είναι μετωνυμία της PLO. Είχαμε ακούσει για το Μνημείο των Μαρτύρων και ρωτάγαμε τους κατοίκους να μας προσανατολίσουν. Ένας άντρας μας είπε να τον ακολουθήσουμε και μας οδήγησε σε δύο γηραιότερους.
Ένας από τους δύο, χωρίς μαλλιά ή γένια και χωρίς το ένα μάτι, μας είπε να τον ακολουθήσουμε. Το όνομα του είναι Μ.Α., και έχει χάσει αρκετούς δικούς του στον εμφύλιο. Μας πηγαίνει στο Μνημείο, μας δείχνει φωτογραφίες και άλλα στοιχεία για τους ανθρώπους που έφυγαν. Είναι χαμογελαστός, κρατάει ένα κομπολόι-προσευχητάρι, και μας προτείνει να μας δείξει τον ομαδικό τάφο στο εσωτερικό της Shatila. Τον ακολουθούμε. Μας εξηγεί ότι είναι ένας τάφος για όσους σκοτώθηκαν στα camp wars του 1985-1988, μεταξύ των οποίων ο πατέρας και τα αδέλφια του.
Ο τάφος φτιάχτηκε στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας, σε ένα χώρο που παλιά ήταν τζαμί και χώρος προσευχής. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας του κάμπ δεν υπήρχε χώρος για να θαφτούν τα θύματα με τον τρόπο που συνηθίζονταν. Παράλληλα, το πένθος είχε μεταμορφωθεί σε μία συλλογική υπόθεση. Έτσι φτιάχτηκε αυτός ο χώρος και με το τέλος της σύγκρουσης πλάκες τοποθετήθηκαν στους τοίχους με καλλιτεχνική γραφή των ονομάτων, φωτογραφίες στον τοίχο και μάρμαρα πάνω από τους τάφους.
Ο Μ.Α. μας μιλάει για εκείνες τις μέρες, λέει πολλά που δεν χωρούν εδώ, για τα όσα έγιναν εκείνες τις μέρες. Μιλά με αναπόληση και σεβασμό για όσους/ες έφυγαν – για όσους/ες μαρτύρησαν – και για τη σημασία που έχει για όσους ζουν να τους θυμούνται. Μιλά για τις μητέρες που έρχονταν στο τάφο, μιλάει για το μνημείο που έχει φτιαχτεί μέσα στον τάφο για τις ίδιες, για τα λουλούδια που αφήνουνν πάνω στους τάφους, για τη πεποίθηση ότι πάνω στους τάφους μιλούν με τους ανθρώπους τους.
Πριν φύγουμε και αφού του λέμε ξανά ότι είμαστε από την Ελλάδα, σηκώνει την μπλούζα του και μας δείχνει μία ουλή που διατρέχει το στομάχι του. Ντόκτορ Γιάννου, μας λέει. Και ύστερα μας διηγείται. Ένας Έλληνας γιατρός του είχε σώσει τη ζωή το 1987- τον εγχείρησε χωρίς φως και ηλεκτρικό, και επέζησε. Μας λέει ότι αυτόν τον γιατρό τον ξέρουν όλοι στην Shatila, είναι ένας ήρωας για αυτούς και τον είδε ξανά πριν κάποια χρόνια. Οι Έλληνες μας λέει, ήταν διπλά μας στην Επανάσταση.
Φεύγουμε, ψάχνοντας να δούμε την ιστορία εκείνου του γιατρού, που προέκυψε από την ιστορία της ουλής του Μ.Α.
– Λίγα λόγια για το πιο μεγάλο κάμπ: Bourj el-Barajneh-
Μετά από κάποιες συναντήσεις στη πόλη, κατευθυνόμαστε στο Bourj el-Barajneh. Στην καρδιά των νοτίων προαστίων της Βηρυτού (όχι μακριά από την Ντάχιε) βρίσκεται ο καταυλισμός Μπουρτζ αλ-Μπαρατζνέ, ο μεγαλύτερος και πιο πυκνοκατοικημένος καταυλισμός στην περιοχή της Βηρυτού και αυτός που έχει υποφέρει περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια. Το καμπ βρίσκεται περίπου 2 χιλιόμετρα από το Αεροδρόμιο της Βηρυτού.
Ο καταυλισμός ιδρύθηκε το 1948 από την Ένωση Ερυθρών Σταυρών για να στεγάσει τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις και τα χωριά τους στη Γαλιλαία, στη βόρεια Παλαιστίνη. Η UNRWA ανέλαβε τη διαχείριση του καταυλισμού το 1950. Πριν από το 1948 υπήρχαν ισχυρές εμπορικές σχέσεις μεταξύ των εμπόρων της περιοχής Μπουρτζ αλ-Μπαρατζνέ και των εμπόρων του χωριού Τάρσιχα στη Γαλιλαία. Λίγο πριν από την πτώση της Τάρσιχα, ο Σαλίμ Μουσταφά, ένας εξέχων χωρικός, είχε καταφύγει στην περιοχή Αλέι του Λιβάνου, προβλέποντας ότι σύντομα θα ξεσπούσε πόλεμος.
Επικοινώνησε με τους φίλους και τους γνωστούς του, και κυρίως με τον μουχτάρ του Μπουρτζ αλ-Μπαρατζνέ, Χασάν αλ-Σάμπα, ο οποίος προσφέρθηκε να φιλοξενήσει τους Παλαιστινίους που είχαν διαφύγει από την Τάρσιχα. Ο αλ-Σάμπα ζήτησε από όλους τους κατοίκους του Μπουρτζ αλ-Μπαράτζνε να φιλοξενήσουν μια οικογένεια προσφύγων σε ένα δωμάτιο του σπιτιού τους, αν μπορούσαν, και λίγους μήνες αργότερα ο Σέιχ Μοχάμεντ Μνεϊμνέ πρόσφερε στον μουχτάρ το οικόπεδο που αργότερα έγινε γνωστό ως Τζαουράτ αλ-Ταράσα («ο λάκκος των ανθρώπων από την Ταρσίχα»). Η πρώτη σκηνή που στήθηκε στο νέο στρατόπεδο ήταν αυτή του Χασάν αλ-Χαλίλι, την οποία ακολούθησαν λίγους μήνες αργότερα περίπου τριάντα σκηνές.
Τα πρώτα χρόνια οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο ήταν φρικτές. Πολλές οικογένειες έπρεπε να μοιράζονται σκηνές σχεδιασμένες για μία μόνο οικογένεια και οι σκηνές υπέστησαν γρήγορα ζημιές από τις έντονες βροχές. Οι τουαλέτες ήταν κοινόχρηστες και οι άνθρωποι έπρεπε να περπατούν μεγάλες αποστάσεις για να βρουν νερό, το οποίο μετέφεραν στο σπίτι σε δοχεία. Οι συνθήκες βελτιώθηκαν σταδιακά. Σε κάθε οικογένεια δόθηκε η δική της σκηνή και με την πάροδο του χρόνου, οι οικογένειες άρχισαν να χτίζουν σπίτια από λαμαρίνα και στη συνέχεια κανονικά σπίτια.
Η δημογραφική και κοινωνική σύνθεση του καταυλισμού
Οι πρώτοι κάτοικοι του καταυλισμού ήταν οικογένειες από χωριά της Γαλιλαίας, ειδικά από τα Σέιχ Νταούντ, Κουβαϊκάτ, Τάρσιχα, αλ-Κάμπρι, Σαμπ, αλ-Γκαμπισίγια, Σάσα, Φάρα και Σουχμάτα. Όπως και σε άλλα παλαιστινιακά προσφυγικά στρατόπεδα, οι άνθρωποι από το ίδιο χωριό συχνά έφταναν μαζί και συγκεντρώνονταν στο ίδιο τμήμα του στρατοπέδου, έτσι ώστε το στρατόπεδο να μοιάζει με μια συλλογή μικρών παλαιστινιακών χωριών. Τμήματα του στρατοπέδου πήραν τα ονόματα των χωριών που είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοι, όπως το Τζαουράτ αλ-Ταράσα (για τους ανθρώπους από την Ταρσίχα) και το Σαχάτ Αχάλι αλ-Γκαμπισίγια (για τους ανθρώπους από την αλ-Γκαμπισίγια).
Οι πιο γνωστές γειτονιές στο στρατόπεδο Μπουρτζ αλ-Μπαρατζνέ είναι η αλ-Αμελίγια, το Νοσοκομείο Χάιφα, το Τζάις αλ-Ταχρίρ (Στρατός Απελευθέρωσης), το Τζαουράτ αλ-Ταράσα, η αλ-Κίφα αλ-Μουσάλα (Ένοπλος Αγώνας), το αλ-Χάιντος, το αλ-Σαΐκα, το αλ-Βάζαν και το Κουβαϊκάτ.
Στους κατοίκους του καταυλισμού ανατέθηκαν θέσεις εντός του καταυλισμού ανάλογα με την ώρα άφιξής τους. Οι κάτοικοι της Τάρσιχα, που ήρθαν πρώτοι, εγκαταστάθηκαν σε μια γραμμή που εκτείνεται από το βορρά προς το νότο του καταυλισμού, παράλληλα με τον κεντρικό δρόμο που χώριζε τον καταυλισμό από την περιοχή Μπουρτζ αλ-Μπαρατζνέ. Ακολούθησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα οι κάτοικοι της αλ-Κάμπρι, της Κουβαϊκάτ, του Σέιχ Νταούντ και άλλων χωριών. Η κοινωνική συνοχή δεν περιοριζόταν στα πρότυπα στέγασης: ήταν επίσης εμφανής στις κοινωνικές σχέσεις και σε όλες τις πτυχές της ζωής που οι πρόσφυγες έφεραν στο στρατόπεδο από την Παλαιστίνη, όπως έθιμα και παραδόσεις, πολιτικές διαιρέσεις, κομματικές συγκρούσεις και κοινωνικές αντιθέσεις.
Ο Χατζ Σαλίμ Αλί αλ-Χουσεΐν από το αλ-Κάμπρι θυμάται με χαρά πώς οι δεσμοί οικειότητας και αγάπης ένωναν τους ανθρώπους στο στρατόπεδο: «Δουλεύαμε ως αγρότες και οικοδόμοι, αλλά το βράδυ καθόμασταν και τρώγαμε μαζί. Μπροστά σου έβρισκες πιάτα κάθε είδους. Ήταν έθιμο ο καθένας να στέλνει ένα πιάτο στα σπίτια των γειτόνων του. Έτσι, κάθε hara [γειτονιά] κατέληγε να έχει το ίδιο φαγητό για δείπνο. Εννοώ, οι άνθρωποι ήταν πραγματικά ευγενικοί μεταξύ τους εκείνη την εποχή.»
Δημογραφικά, το στρατόπεδο έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές από την ίδρυσή του. Πολλοί κάτοικοι του στρατοπέδου έχουν φύγει, είτε λόγω περιστατικών ασφαλείας είτε για να μεταναστεύσουν ή να ζήσουν έξω από το στρατόπεδο. Όμως, η πιο σημαντική εξέλιξη ήρθε όταν ξέσπασε η συριακή κρίση το 2011. Το στρατόπεδο είδε μια μεγάλη εισροή παλαιστινιακών οικογενειών από το στρατόπεδο Γιαρμούκ και συριακών οικογενειών που αναζητούσαν καταφύγιο. Αυτό οδήγησε σε τεράστια αύξηση του πληθυσμού.
Το 2017, η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία του Λιβάνου και η Κεντρική Στατιστική Υπηρεσία της Παλαιστίνης διεξήγαγαν έρευνα σχετικά με τους Παλαιστίνιους κατοίκους, τα νοικοκυριά του καταυλισμού και τις συγκεντρώσεις Παλαιστινίων στο Λίβανο, υπό την εποπτεία της Επιτροπής Διαλόγου Λιβάνου-Παλαιστίνης. Σύμφωνα με την έρευνα, τον Δεκέμβριο του 2017 διέμεναν στο στρατόπεδο 18.351 άτομα, συμπεριλαμβανομένων 8.219 Παλαιστινίων προσφύγων από τον Λίβανο (44,8% του συνόλου), 687 Παλαιστινίων προσφύγων από τη Συρία (3,7%), 528 Λιβανέζων (2,9%), 8.790 Σύρων προσφύγων (47%) και 126 ατόμων άλλων εθνικοτήτων (0,7%). Πηγές της λαϊκής επιτροπής του καταυλισμού έχουν απορρίψει αυτά τα στατιστικά στοιχεία· ισχυρίζονται ότι πάνω από 50.000 άτομα ζουν σήμερα στον καταυλισμό, τα περισσότερα από τα οποία είναι Σύροι. Λένε ότι αρκεί μια μόνο επίσκεψη για να διαπιστώσει κανείς πόσο υπερπλήρης είναι ο καταυλισμός.
– Whiiz, Boom, Shake: Relax-
Έχουμε φτάσει στο Bourj για να συναντήσουμε την Χ, μία γυναίκα που εδώ και εικοσιπέντε χρόνια δουλεύει ως μεταφράστρια και ως ερευνήτρια για οργανισμούς εντός του κάμπ. Μία βαθιά λαϊκή γυναίκα, μια γυναίκα που έμαθε μόνη της αγγλικά και τα μιλάει με μεγάλη σιγουριά και ένα πλατύ χαμόγελο.
Μας βλέπει σχετικά ανήσυχους γιατί υπήρχαν ενημερώσεις για πιθανές επιθέσεις του Ισραήλ στις νότιες γειτονιές της Βηρυτού και μας λέει γελώντας: Whiiz (ο ήχος του drone), Boom (ο κρότος της βόμβας), Shake (η πιο καθολική επίπτωση της βόμβας). Whiiz, Boom, Shake. Relax, μας λέει. Εάν το ακούτε, δεν έρχεται σε εσάς.
Μας πηγαίνει στο σπίτι της, λέγοντας διαρκώς αστεία και χαμογελώντας. Όταν φτάνουμε στο σπίτι μας λέει: πρέπει να γελάς και στον πόλεμο. Μας δείχνει κάτι μεταξωτά που έχει φτιάξει και μας λέει: θα σας φανταζόσασταν να φτιάχνετε τέτοια σε ένα πόλεμο; Εγώ αυτό κάνω και θα τα στείλω σε φίλους μου στο εξωτερικό. Δεν χρειάζεται να την ρωτήσουμε πολλά (αν και την ρωτήσαμε για πολλές ώρες) για να μας μιλήσει ανοιχτά και με αυτό το διαρκές χαμόγελο.
Μας διηγείται τη ζωή της, που είναι όμως μια ζωή μέσα και μαζί με το Bourj. Γεννιέται στα τέλη της δεκαετίες του 60 και δυστυχώς, όπως λέει, δεν ήταν στη κατάλληλη ηλικία για να λάβει στρατιωτική εκπαίδευση πριν το 1982. Θα ήθελε πολύ να είχε μάθει, της λέμε ότι είδαμε πολλές γυναίκες μαχήτριες στο μνημείο της Shatila, μας λέει ότι τότε πολεμούσαν όλοι/ες και ότι ήταν πολύ δύσκολα χρόνια. Αλλά επίσης μας λέει: μην πιστεύετε ότι οι Αράβισσες γυναίκες είναι ή ήταν αδύναμες. Ποτέ δεν ήταν. Μας μιλά για μια έρευνα που έκανε παλιά σε μεγαλύτερες της και μας λέει ότι οι γυναίκες έπαιρναν τις δύσκολες και σημαντικές αποφάσεις στις οικογένειες. Στην Παλαιστινιακή Επανάσταση, λέει, υπήρχαν πολλές γυναίκες. Μέχρι που έκανε αυτήν την έρευνα θεωρούσε και η ίδια ότι οι Παλαιστίνιες είχαν έναν παρασκηνιακό ρόλο την επανάσταση. Μας μιλά για την Dalal Mograbi που 20 χρονών το 1982 ηγήθηκε μιας επίθεσης ενάντια σε Ισραηλινούς, τόσο συμβολικούς που όταν τη σκότωσαν κράτησαν το πτώμα της ως λάφυρο για δεκαετίες. Λέγεται ότι η Χεζμπολάχ κατάφερε να πάρει την σορό της πίσω σε μια συμφωνία ανταλλαγής ομήρων με το Ισραήλ.
Τα πιο δύσκολα χρόνια που θυμάται ήταν το 1985-1988 μια πολιορκία χρόνων με τον εχθρό να μην έρχεται από τον ουρανό αλλά να είναι διαρκώς στα περίχωρα σου. Το 1988 λέει ότι οι άνθρωποι έφτασαν στο σημείο να φάνε τα κατοικίδια τους, αλλά αυτή είναι cat person. Προτίμησε να φάει το γρασίδι που φύτρωνε στις ρωγμές του μπετού της ταράτσας της με αλάτι που μπορούσες να βρεις άφθονο.
Μοιραζόμαστε αυτή την ιστορία όχι για την σπανιότητα της – φανταζόμαστε ότι τέτοιες επιλογές υπήρξαν σε όλες τις πολιορκίες- αλλά κυρίως γιατί αποδίδουν το πως η Χ και η κοινότητα του Βourj φτάνει με γέλιο στη ρητή διατύπωση : Whiiz, Bomb, Shake. Έχουμε ζήσει πολλά, μας λέει με γέλιο ξανά.
Η συζήτηση κρατά ώρες, μιλάμε για τη δομή στο καμπ, για το τι συμβαίνει, για το τι υπάρχει εκεί, για τον σιωνισμό και την επίθεση που πραγματοποιεί, για την ζωή της, για τα ευτράπελα με τη οικογένεια της, για το ότι είχε όνειρο να ταξιδέψει στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Και ότι τα πραγματοποίησε πρόσφατα.
Κλείνουμε αυτή την διήγηση με μία σύντομη ιστορία. Στο σπίτι της Χ υπάρχουν όσα βλέπει κάνεις σε ένα παραδοσιακό ελληνικό σπίτι της επαρχίας – με την εξαίρεση μιας τρύπας στο υπνοδωμάτιο: αυτό το σπίτι πέφτει μας λέει, αλλά τι να γίνει θα το φτιάξουμε. Υπάρχει και ένας μπουφές: ένα έπιπλο που κανείς δεν ξέρει την πλήρη χρησιμότητα του αλλά η εκάστοτε γιαγιά γεμίζει με φωτογραφίες της οικογένειας. Πέρα από αυτές υπάρχει μία φωτογραφία του Νασράλα.
Την ρωτάμε, γιατί την έχεις; Είναι Σουνίτισσα, Παλαιστίνια, έχει μια προσωπικότητα που δεν διστάζει να περάσει τους πάντες γενεές δεκατέσσερις. Νιώθει ότι έχει αυτό το δικαίωμα γιατί εκείνη ζει εκεί από πάντα. Δεν θα δεχθεί κανέναν που δεν έχει βιώσει την εμπειρία της παλαιστινιακής προσφυγιάς οδηγίες για το τι θα κάνει. Γιατί λοιπόν, έχει εκεί τον Νασράλα, γιατί δακρύζει όταν την ρωτάμε για αυτόν;
Μας απαντά, ότι είναι ο μόνος που έκανε όσα έλεγε.
– Φύγαμε με μία μεγάλη αδιαφορία για τις ειδοποιήσεις που μας είχαν ανησυχήσει αρχικά.
Τρία συμπεράσματα από την μέρα:
Να θυμόμαστε όσους και όσες αγωνίστηκαν.
Whiiz, Boom, Shake, relax
Να κρατάμε τον λόγο μας.
Οι πληροφορίες για τα καμπς προέρχονται από την Interactive Encyclopedia of the Palestine Question
Ανταπόκριση από τη Βηρυτό – 24 Μαρτίου 2026
Ο πόλεμος που ξεκίνησε μετά την επίθεση των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν έχει ξεπεράσει πλέον τις τρεις εβδομάδες και συνεχίζει να γεμίζει ανησυχία όσους/ες τον παρακολουθούμε. Είναι ένας πόλεμος πιο παράλογος, πιο άδικος και, δυστυχώς, με προοπτικές ευρύτερης εξάπλωσης συγκριτικά με όσους έχουμε γνωρίσει στη πρόσφατη ιστορία. Κατά την εκτίμηση μας είναι ένας πόλεμος που θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει εάν τα κινήματα στον κόσμο κατάφερναν να αντιληφθούν και να ενισχύσουν την παλαιστινιακή υπόθεση ως μία υπόθεση που μας αφορά όλους: ως μία υπόθεση για τη γη, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Όσο το κράτος του Ισραήλ, ένα κράτος που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ισραηλινού ιστορικού Σλόμο Σάντ “η Δύση ξέρασε πάνω στους Παλαιστίνιους”, συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν κριτής και δήμιος για τους λαούς της περιοχής, ο πόλεμος δεν θα σταματήσει.
Θα μπορούσαμε εδώ να σταθούμε σε όλη την ετερογένεια (ή παραλογισμό) της ρητορικής του Τράμπ και των ΗΠΑ για τους λόγους που ώθησαν σε αυτόν τον πόλεμο. Μία τα πυρηνικά, μία η αλλαγή καθεστώτος, μία η «υποανάπτυκτη» φύση των Ιρανών (ενός λαού με ιστορία και παραδόσεις χιλιάδων χρόνων), η αφήγηση του «βασιλιά» είναι γυμνή. Αντίστοιχα, γυμνή είναι και η ευρωπαϊκή υποκρισία, με τα «ήξεις αφήξεις» για την αναγκαιότητα του πολέμου, για το πόσο δίκαιο είναι ένα διεθνές δίκαιο που ισχύει μόνο για τους ανίσχυρους – τόσο γυμνή που είναι πλέον εξόφθαλμο το πόσο αδιάφορη μοιάζει η Ευρώπη. Σε αυτό το κείμενο, αλλά και στα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν, θα εστιάσουμε στην καθημερινότητα όσων βιώνουν αυτόν τον πόλεμο. Για αυτόν τον λόγο, βρισκόμαστε στη Βηρυτό και στον Λίβανο σήμερα 24 Μάρτη σε μία αποστολή δημοσιογραφικής κάλυψης.
Πριν διηγηθούμε τα όσα ζήσαμε αυτή την πρώτη μέρα, δύο σύντομες παραδοχές για τους λόγους που πήραμε αυτή την απόφαση. Με διάφορες αφορμές, έχουμε συναντήσει το σύνθημα το Ποτέ Ξανά είναι Τώρα- νιώθουμε ότι ισχύει και στη περίπτωση μας. Μία δεύτερη Νάκμπα είναι προ των πυλών αν δεν ηττηθεί η ισραηλινή επίθεση και εισβολή στον Νότιο Λίβανο. Σύμφωνα με τις λιβανέζικες αρχές πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες έχουν φτάσει στη Βηρυτό και τον βόρειο Λίβανο. Το Ισραήλ – μέσα στην ατιμωρησία του για το έγκλημα δεκαετίων στην Παλαιστίνη, την γενοκτονική επίθεση στη Γάζα, τους εποικισμούς σε όλη την ιστορική Παλαιστίνη- έχει κάνει ξεκάθαρο τον στόχο του: ένα “μεγάλο” Ισραήλ, μία επικράτεια που για να γίνει εφικτή πρέπει να διαλύσει (ή να υποτάξει) όλους τους “γείτονές” του. Με αφορμή την Χεζμπολάχ, θέλει να φτάσει μέχρι τον ποταμό Λιτάνι και να ελέγξει οριστικά τον Νότιο Λίβανο – μιλάει για στρατιωτική εισβολή και δεν διστάζει να βομβαρδίζει τη Βηρυτό επιδιώκοντας να φέρει την λιβανέζικη κοινωνία σε συνθήκες εμφύλιας σύγκρουσης.
Η τελική αναφορά, πριν τη περιγραφή της πρώτης μέρας, είναι ότι οι λαοί της περιοχής που μάχονται, μάχονται με την ελπίδα αυτός να είναι ο “τελευταίος πόλεμος που θα χρειαστεί να δώσουν”. Αν και αυτό μοιάζει αφελές αν δει κάποιος την ιστορία της περιοχής, ο αγώνας και η αυταπάρνηση που παρατηρείται δεν εκπορεύεται απαραίτητα από πειθήνιους στρατιώτες που πειθαρχούν σε ευφυείς ή λαοπλάνους ηγέτες. Εκπορεύεται από την ανάγκη να υπερασπιστούν, επιτέλους, το δικαίωμα τους να μην δέχονται ότι είναι βορά στα σαγόνια των ισχυρών. Ότι μπορούν και εκείνοι, οι απλοί άνθρωποι πίσω από τα όπλα και τις στολές, τα χρώματα και τις ιδεολογίες, να δράσουν και να επηρεάσουν με τη πάλη τους το ποτάμι της ιστορίας.
Μία συνηθισμένη πόλη που δεν συνηθίζει τον πόλεμο
Φτάσαμε στη Βηρυτό στις 12.50 το μεσημέρι με μία αγωνία για το πως θα μοιάζει η πόλη. Το προηγούμενο βράδυ οι ειδήσεις μιλούσαν για μία συστηματική επίθεση με drones και βομβαρδισμό της πόλης. Από το αεροπλάνο, υπήρχαν ορατά σημεία που είχαν πληγεί αλλά γενικότερα η πόλη έμοιαζε σαν τις περιγραφές. Απλωμένη, κοιτώντας την θάλασσα, μοιάζοντας σε δόμηση και έλλειψη πρασίνου στην Αθήνα.
Οι πρώτες εντυπώσεις ήταν οι εντυπώσεις των συνεπιβατών – μιλούσαν ως επί το πλείστον αραβικά και ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι γυρνούσαν στη χώρα τους με μία από τις λίγες πτήσεις που εξακολουθούν να φτάνουν στον Λίβανο. Στον έλεγχο διαβατηρίων, οι εκτιμήσεις μας επιβεβαιώθηκαν. Η ουρά για μη λιβανέζικα διαβατήρια ήταν άνθρωποι μετρημένοι στα δάχτυλα. Δώσαμε τα διαβατήρια, τις κάρτες μας και μετά από λίγη ώρα πήραμε τις σφαγίδες εισόδου. – Πρώτη φορά στον Λίβανο; – Πρώτη. – Καλή εποχή διαλέξατε.
Συνεχίσαμε προς την έξοδο του αεροδρομίου και ο κόσμος έμοιαζε ακόμη λιγότερος. Η πρώτη πρόβλεψη μας ήταν ακριβής: οι επισκέπτες είναι ελάχιστοι. Οι οδηγοί ταξί περισσότεροι από τους υποψήφιους πελάτες και ανήσυχοι. Οι τιμές σε διάφορα είδη είναι ανεβασμένες συγκριτικά με το παρελθόν. Η κίνηση στο δρόμο είναι τεράστια. Γιατί; Γιατί οι πρόσφυγες του Νότου έχουν έρθει στη πόλη με τα αμάξια τους. Τα σχολεία έχουν κλείσει. Γιατί; Γιατί οι πρόσφυγες του Νότου έχουν έρθει στη πόλη. Που μένουν οι πρόσφυγες του Νότου; Σε σχολεία, σε κάμπς, στην παραλία – αυτά θα τα μαθαίναμε στην συνέχεια. Η κύρια ερώτηση, όμως, η ερώτηση που θα επανέλθει διαρκώς είναι γιατί γίναν οι πρόσφυγες του Νότου, πρόσφυγες; Γιατί το Ισραήλ βομβαρδίζει τον Νότο, βομβαρδίζει την Ντάχιε, βομβαρδίζει τις τελευταίες μέρες τη πόλη στην οποία μόλις φτάσαμε.
Εκ πρώτης όψεως, μοιάζει με μια κανονική πόλη. Κι όμως, οι αντιφάσεις της είναι διάχυτες. Σε κάποιους δρόμους, συνεργεία του δήμου κλαδεύουν θάμνους ένω λίγα μέτρα πιο δίπλα το οδόστρωμα είναι γεμάτο τρύπες. Η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται, πολλές φορές διπλά σε γκρεμισμένα κτίρια του παρόντος και άλλες ως αποκατάσταση προηγούμενων, πρόσφατων πληγών. Καθώς πλησιάζει κανείς στο κέντρο της πόλης, η βουή των αυτοκινήτων υπερκαλύπτει κάθε άλλο ήχο – ακόμα και τον εκνευριστικό βόμβο των drones. Τα μόνα αβίαστα χαμόγελα σχηματιζονται σε παιδικά πρόσωπα που πιθανώς θεωρούν ότι ο πόλεμος είναι η κανονικότητα. Οι φωτογραφίες, οι σέλφι και τα βίντεο που είναι ο κανόνας στον δημόσιο χώρο σε όλο τον κόσμο εδώ είναι παράγοντας ανησυχίας και έντασης. Κάθε απόπειρα οπτικοακουστικής αποτύπωσης της κατάστασης αντιμετωπίζεται με καχυποψία, καθώς η πόλη είναι σε μόνιμη κατάσταση συναγερμού για σαμποτέρ ή πράκτορες του εχθρού.
Θα περάσουμε λίγες ώρες στο κέντρο της Βηρυτού και λίγες ώρες περπατώντας στην παραλία της πόλης, βλέποντας τους πρόσφυγες και τις σκηνές τους. Ελπίζουμε να μπορούμε να γράψουμε περισσότερα για αυτούς τις επόμενες μέρες, αφού και έφοσον μπορέσουμε να τους ακούσουμε.
Ανάμεσα σε καταυλισμούς, εκτιμήσεις και αντιστάσεις
Μετά από περπάτημα στο κέντρο και στη παραλία της Βηρυτού, φτάσαμε στο κάμπ του Mar Elias, ένα μικρό κάμπ χτισμένο πίσω από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία όπως μάθαμε αργότερα. Η εκκλησία γύρω από την οποία στήθηκαν οι πρώτοι καταυλισμοί για τους παλαιστίνιους πρόσφυγες του 1948 είναι ακόμα εκεί. Όπως και οι οικογένειες αυτών.
Τους ρωτήσαμε, τι συμβαίνει; «Ο Λίβανος είναι μια ωραία χώρα, αν δεν υπάρχει το Ισραήλ», είναι η φράση που ακούγεται. Στον Νότο, η εικόνα είναι σαφής: η Χεζμπολάχ, σύμφωνα με όσα μας μεταφέρουν, έχει αλλάξει τακτική. Ανέπτυξε επιχειρησιακά στεγανά, ανασυγκροτήθηκε υπό ακραία πίεση και σήμερα, όπως λένε, «πάει καλά». Ο Νότος είναι πλήρως υπέρ της Χεζμπολάχ. Όσο ανεβαίνει κανείς προς Βηρυτό και πιο βόρεια, το τοπίο γίνεται πιο σύνθετο.
Τι θα γίνει με τους πρόσφυγες του σήμερα; Στη Βηρυτό είναι ακόμη νωρίς. Ο πόλεμος τους επηρεάζει άμεσα: υπάρχει πίεση στους καταυλισμούς τους, με τους Ισραηλινούς να αναφέρουν ότι πρέπει να εκκενωθούν. Την ίδια στιγμή, η λιβανέζικη δεξιά κατηγορεί τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες ότι θέλουν να καταλάβουν τον Λίβανο. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι, αν η Χεζμπολάχ χάσει, θα βρεθούν υπό μεγάλη πίεση.
Όπως έχουμε δει και στην ελληνική περίπτωση, για τους πρόσφυγες υπάρχουν συνήθως δύο δρόμοι: το κράτος/ΜΚΟ και η αλληλεγγύη από τα κάτω. Όσον αφορά τον πρώτο, η ανθρωπιστική βοήθεια έχει βυθιστεί με γραφειοκρατικούς ρυθμούς. Οι ΜΚΟ, μας λένε, θέλουν κάνα μήνα ώστε να έχουν κάτι χειροπιαστό και έχουν και συγκεκριμένους περιορισμούς λόγω αμερικανικής και εν γένει δυτικής χρηματοδότησης.
Η αλληλεγγύη; Οι άνθρωποι που μιλάμε είναι ένα πολιτικό και αλληλέγγυο εγχείρημα. Η θέση τους είναι πολιτικά σαφής:
«Δεν θέλουμε να είμαστε ΜΚΟ, δεν μας ενδιαφέρει αυτού του είδους η πολιτική. Και επίσης δεν θέλουμε να μιμηθούμε μια λευκή ευρωπαϊκή προοπτική για το πώς πρέπει να γίνουν τα κινήματα. Αυτό δεν λειτουργεί για εμάς – και πιστεύουμε ότι αυτό δεν λειτουργεί σε αυτό το μέρος του κόσμου.»
Είναι, όπως τονίζουν, μια ένωση από τα κάτω, όχι από τα πάνω. Υπάρχουν και σε άλλες πόλεις, και σε άλλα καμπς. Περισσότερα για το ποιοι είναι αλλά και την ιστορία τους θα ειπωθούν με άλλο μέσο, σε άλλο χρόνο και με καλύτερο τρόπο.
Τι κάνουν όμως τώρα, σε αυτές τις ώρες; Σε ένα επίπεδο άμεσης δράσης, συγκεντρώνουν χρήματα για δύο σκοπούς: τη Γάζα και τους καταυλισμούς. Εδώ και μέρες λειτουργούν κοινωνική κουζίνα, μαγειρεύουν και μοιράζουν γεύματα. Δεν υπάρχουν διαχειριστικά έξοδα: Kάθε ευρώ πάει σε όσους το χρειάζονται, όχι σε μισθούς υπαλλήλων, ούτε μίζες προς το κεντρικό κράτος.
Στον ίδιο χώρο έρχονται άνθρωποι που κάνουν και μπάνιο. Τις τελευταίες μέρες αγόρασαν δεξαμενές νερού, πλυντήριο, στρώματα – τα πήραν από τα δικά τους αποθεματικά, χωρίς να τα μαζέψουν από έξω. Επιδιώκουν μια λειτουργία που στηρίζεται στην αυτοοργάνωση και όχι στην εξωτερική χρηματοδότηση.
Σε όλη μας την κουβέντα υπάρχει η Παλαιστίνη, υπάρχει ο Λίβανος και υπάρχει η μετανάστευση. Όχι όμως με τον απλό τρόπο που τον περιγράφουμε εμείς: η μετανάστευση του τότε ή η μετανάστευση του τώρα. Η μετανάστευση ως συνεχές, η μετανάστευση ως έλλειψη πατρίδας. Λίγο πριν φύγουμε, τους ρωτάμε πόσοι Παλαιστίνιοι ζουν στον Λίβανο και η απάντηση είναι χαρακτηριστική: «Λένε 200 με 250 χιλιάδες. Αλλά εδώ δεν ξέρουμε πόσους Λιβανέζους έχουμε στον Λίβανο». Μια φράση που αποτυπώνει όλη την αβεβαιότητα μιας χώρας όπου ούτε η ίδια η πολιτεία έχει πλήρη εικόνα των πολιτών της καθώς δεν έχει ακόμη αναμετρηθεί με το πως, γιατί, πότε και από ποιους δημιουργήθηκε αυτή η συνθήκη.
Μία χώρα που δεν ξέρει ποιος μετράει πρόσφυγες και ποιος μετανάστες.
Ρωτάμε τους ανθρώπους που γνωρίσαμε σήμερα, σε αυτή τη συνθήκη, κάτω από ποια κοινή αρχή λειτουργούν και μας απαντούν ότι αυτό που τους ενώνουν συνοψίζεται σε δύο προτάσεις
«Το Ισραήλ είναι ένα αποικιακό κράτος εποίκων. Η Παλαιστίνη είναι η Παλαιστίνη».
Χαιρετιόμαστε εγκάρδια και φεύγουμε από τον καταυλισμό μόλις νυχτώνει. Γυρνάμε προς το κέντρο με περισσότερες απαντήσεις από ότι θα μπορούσαμε να φανταστούμε.
Οι άνθρωποι που μας μίλησαν γνωρίζουν καλά τι σημαίνει να είσαι πρόσφυγας σε αυτή τη γη – όχι επειδή το διάβασαν, αλλά επειδή το κληρονόμησαν.
ΠΗΓΗ: jacobin.gr







Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου