26 Μαρτίου 2026

Συνέπειες του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν: Οξεία πείνα για 45 εκ. ανθρώπους, νέα παγκόσμια επισιτιστική κρίση και κλιματική καταστροφή

Οξεία πείνα για 45 εκ. ανθρώπους φέρνει ο πόλεμος

Ένας από τους μεγαλύτερους διεθνείς οργανισμούς που βρίσκονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και επισημαίνει ότι ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί με οξεία πείνα εκατομμύρια πολιτών λόγω της αναμενόμενης εκρηκτικής αύξησης στις τιμές των τροφίμων.

Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα (WFP) υπογραμμίζει ότι ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί ισχυρές ανοδικές πιέσεις στις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων με αποτέλεσμα να απειλούνται με οξεία πείνα 45 εκατομμύρια άνθρωποι.

Δραματική έκκληση

Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος, σχεδόν, 45 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σε οξεία πείνα εάν συνεχιστεί η σύρραξη στη Μέση Ανατολή.

«Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει την παγκόσμια πείνα σε επίπεδα-ρεκόρ, προσθέτοντας πίεση σε έναν ήδη επιβαρυμένο ανθρωπιστικό μηχανισμό», αναφέρει χαρακτηριστικά το WFP.

Σύμφωνα με τον διεθνή οργανισμό τέσσερα είναι τα στοιχεία που οδηγούν σε δυστοπικές προβλέψεις για εκατομμύρια ανθρώπους και συγκεκριμένα:

1] Η σύγκρουση διαταράσσει βασικές εμπορικές διαδρομές και ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, επηρεάζοντας τη μεταφορά τροφίμων και αυξάνοντας σημαντικά το κόστος των logistics.

2] Οι επιπτώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές και στις ενεργειακές αγορές έχουν άμεσο αντίκτυπο στις τιμές των τροφίμων, καθώς οι αγορές ενέργειας και τροφίμων είναι στενά συνδεδεμένες.

3] Η αύξηση των τιμών καυσίμων και των ναύλων οδηγεί σε υψηλότερο κόστος μεταφοράς, το οποίο μετακυλίεται στις τιμές των βασικών αγαθών.

4] Για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων, ιδιαίτερα σε περιοχές της Αφρικής και της Ασίας, αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση σε τρόφιμα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη για τα φτωχότερα νοικοκυριά.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι το γεγονός ότι η σύρραξη στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα το κόστος του επισιτιστικού προγράμματος του WFP που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι οι διαταραχές στις εμπορικές διαδρομές αναγκάζουν τον διεθνή οργανισμό να χρησιμοποιεί πιο μακρές και δαπανηρές οδούς μεταφοράς για την παράδοση βοήθειας.

Αξιωματούχοι του WFP προειδοποιούν ότι η κρίση αυτή μπορεί να προκαλέσει ένα παγκόσμιο «σοκ», πλήττοντας δυσανάλογα τις πιο ευάλωτες χώρες και κοινότητες.

Τα φτωχά νοικοκυριά, που ήδη δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τρόφιμα, θα βρεθούν αντιμέτωπα με ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες.

Το WFP καλεί τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει άμεση δράση για την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, τη διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής ανθρωπιστικής βοήθειας και την ενίσχυση της χρηματοδότησης των προγραμμάτων επισιτιστικής στήριξης, προκειμένου να αποτραπεί μια περαιτέρω επιδείνωση της παγκόσμιας πείνας.

Οι αυξήσεις στα λιπάσματα απειλούν αγρότες και καταναλωτές

Από τα Στενά του Ορμούζ διακινείται το 25% της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου και το 20% του παγκόσμιου εμπορίου LNG.

Όμως, άκρως κρίσιμο είναι και το γεγονός ότι μέσω της ίδιας θαλάσσιας διαδρομής διακινείται και πάνω από το 33% του παγκόσμιου εμπορίου λιπασμάτων, καθώς κάθε μήνα εξάγονται μέσω του Ορμούζ περίπου 1,33 εκατομμύρια τόνοι λιπασμάτων.

Το πέρασμα αυτό θεωρείται κρίσιμο για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, καθώς οι χώρες του Περσικού Κόλπου αποτελούν βασικούς παραγωγούς αζωτούχων λιπασμάτων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ήδη, οι τιμές των λιπασμάτων έχουν σημειώσει αύξηση της τάξης του 20-30% παγκοσμίως.

Το πόσο θα αυξηθούν οι τιμές των τροφίμων είναι ένα μεγάλο και κρίσιμο ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί άμεσα, καθώς η επίδραση του πολέμου στις τιμές των τροφίμων δεν είναι άμεση αλλά εξελίσσεται σε κύματα.

Το πρώτο κύμα ξεκινά με την αύξηση των τιμών της ενέργειας, το δεύτερο κύμα είναι η αύξηση των ναύλων και το τρίτο κύμα θα είναι η αύξηση των τιμών στα λιπάσματα.

Οι πραγματικές αυξήσεις στο κόστος παραγωγής θα χρειαστούν μήνες για να φτάσουν στο ράφι.

Και μέσα σε όλα αυτά θα πρέπει να υπολογίσουμε τους κερδοσκόπους που με την πρώτη επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, άρχισαν να αισχροκερδούν τόσο με τις τιμές της ενέργειας όσο και των τροφίμων.

ΠΗΓΗ 

*** 

agrotes - trakter

Ο πόλεμος φέρνει κρίση λιπασμάτων και τροφίμων


Ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός τρέφεται με προϊόντα που καλλιεργούνται με συνθετικά αζωτούχα λιπάσματα, σημαντικό μέρος των οποίων διακινείται μέσω των Στενών του Ορμούζ ● Η σύρραξη μειώνει δραστικά την προσφορά, αυξάνει τα ναύλα μεταφοράς και φέρνει συνακόλουθα έκρηξη των τιμών που προκαλεί νέα επισιτιστική κρίση.

Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου μια σταθερή ροή πλοίων με προορισμούς σε όλο τον κόσμο περνούσε καθημερινά από τα Στενά του Ορμούζ. Ως ένα στενό κανάλι που εκτείνεται μεταξύ Ομάν και Ιράν η πλωτή οδός χρησιμεύει ως η μόνη φυσική θαλάσσια σύνδεση μεταξύ του Περσικού Κόλπου και της παγκόσμιας οικονομίας.

Ολα αυτά άλλαξαν στις 2 Μαρτίου, όταν μετά από μέρες στρατιωτικών επιθέσεων με επικεφαλής τις ΗΠΑ και το Ισραήλ το Ιράν έκλεισε τα Στενά και προειδοποίησε ότι οποιοδήποτε πλοίο που διέρχεται θα δεχόταν πυρά. Εκτοτε τα πλοία που κινούνται μέσω των Στενών έχουν δεχτεί επιθέσεις και έχουν πυρποληθεί και εκατοντάδες δεξαμενόπλοια παραμένουν ακινητοποιημένα.

Η σπορά

Ο Περσικός Κόλπος είναι ένας βασικός κρίκος της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου του πλανήτη. Κανονικά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου ρέει μέσω των Στενών. Πλέον οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχουν εκτοξευτεί και πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι είναι επικείμενη μια ενεργειακή κρίση.

Ομως μια άλλη παγκόσμια κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν μπορεί επίσης να βρίσκεται στο προσκήνιο. Αυτό συμβαίνει επειδή η παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου της περιοχής την έχει καταστήσει ως έναν από τους κορυφαίους εξαγωγείς αζωτούχων λιπασμάτων στον κόσμο, τα οποία είναι απαραίτητα για το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων.

Για την παραγωγή των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια μεγάλου μέρους των καλλιεργειών του πλανήτη το φυσικό αέριο διασπάται για την εξαγωγή υδρογόνου, το οποίο συνδυάζεται με άζωτο για την παραγωγή αμμωνίας και στη συνέχεια αναμιγνύεται με διοξείδιο του άνθρακα για την παραγωγή ουρίας.

Συνολικά σχεδόν το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου αζωτούχων λιπασμάτων περνάει από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου θείου, απαραίτητου για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, ταξιδεύει επίσης μέσω αυτού του διαδρόμου.

Η πλωτή οδός αποτελεί επίσης σανίδα σωτηρίας για τα τρόφιμα. Οι εξαγωγές φοινικέλαιου που προέρχονται από τη Νοτιοανατολική Ασία αντιμετωπίζουν πιθανές σημαντικές διαταραχές. Οι αποστολές σιτηρών με προορισμό τις χώρες του Κόλπου, που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ρυζιού και σιταριού, έχουν σταματήσει.

Ο χρόνος, λέει στον ιστότοπο Grist η Τζίνι Μπέιτς, επιστήμονας δεδομένων που μελετά την επισιτιστική ανασφάλεια στο Εργαστήριο Better Planet του Πανεπιστημίου του Κολοράντο, δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερος, καθώς πλησιάζει η ανοιξιάτικη σπορά στο βόρειο ημισφαίριο – η μεγαλύτερη εποχή των καλλιεργητών. «Οπότε ουσιαστικά τα πλοία που έφευγαν από τη Μέση Ανατολή σήμερα θα έφταναν στα μέσα Απριλίου. Τώρα το γεγονός ότι προφανώς δεν φεύγει τίποτα σημαίνει ότι θα υπάρξει ένα μεγάλο κενό στην αγορά λιπασμάτων» επισημαίνει.

Ο αντίκτυπος

Εάν ο πόλεμος συνεχιστεί, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μείωση της προσφοράς και η αύξηση των ασφαλίστρων φορτίου και των ναύλων μεταφοράς θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές για όλους κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, δεν υπάρχει ουσιαστικό στρατηγικό απόθεμα για λιπάσματα με βάση το άζωτο, επομένως δεν υπάρχει ισοδύναμο απόθεμα για να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των κρίσεων.

Ενώ οι ΗΠΑ παράγουν μέρος των δικών τους λιπασμάτων, οι εγχώριοι παραγωγοί της χώρας δεν μπορούν να αντικαταστήσουν γρήγορα εκατομμύρια τόνους προμηθειών λιπασμάτων. Αλλες χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τις εισαγωγές λιπασμάτων από τη Μέση Ανατολή, όπως η Ινδία, θα πληγούν σκληρά από τη διακοπή της κυκλοφορίας στα Στενά.

Η Κίνα, η Ινδονησία, το Μαρόκο και πολλά έθνη της υποσαχάριας Αφρικής αναμένεται επίσης να επηρεαστούν από το παγκόσμιο αδιέξοδο των εξαγωγών θείου που προέρχονται από τον Κόλπο. Επιπλέον οποιαδήποτε παρατεταμένη αύξηση του κόστους αποστολής και αποθεμάτων θα γίνει αισθητή από τον καταναλωτή.

Για ορισμένους ο αντίκτυπος είναι ήδη εδώ. Οι τιμές για βασικά προϊόντα λιπασμάτων έχουν αυξηθεί λόγω του πολέμου και αναμένεται να συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους των καλλιεργητών – κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει τους αγρότες σε περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων μειώνοντας τις αποδόσεις ή ακόμη και στη μετατόπιση από τη φύτευση καλλιεργειών που απαιτούν εντατικές εισροές.

Η υπουργός Γεωργίας των ΗΠΑ, Μπρουκ Ρόλινς, δήλωσε προ ημερών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ότι η κυβέρνηση Τραμπ «εξετάζει κάθε πιθανή επιλογή» για να αντιμετωπίσει την «εκρηκτική» αύξηση του κόστους των λιπασμάτων για τους Αμερικανούς αγρότες «με βάση τις ενέργειες στην άλλη άκρη του κόσμου».

Τρομερές επιπτώσεις

Περίπου τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη τρώνε τρόφιμα που καλλιεργούνται με συνθετικά αζωτούχα λιπάσματα. Δηλαδή περίπου το μισό του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν λόγω αυτών των χημικών ουσιών που μετατρέπονται σε θρεπτικά συστατικά για τα φυτά, ανέφερε στον ιστότοπο Grist ο Λορέντζο Ρόζα, ο οποίος ερευνά βιώσιμα συστήματα ενέργειας, νερού και τροφίμων στο Ινστιτούτο Επιστημών Κάρνεγκι στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.

Το γεγονός ότι το φυσικό αέριο είναι το κλειδί για τη μαζική παραγωγή συνθετικών λιπασμάτων έχει τις δικές του τρομερές κλιματικές επιπτώσεις. Μαζί η κατασκευή και η εφαρμογή συνθετικών λιπασμάτων σε χωράφια και αγροκτήματα ευθύνεται για πάνω από το 2% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου – σχεδόν ίσες με τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από την παγκόσμια αεροπορία.

Βέβαια αν είχαν υποστηριχτεί η βιώσιμη γεωργία και οι τοπικοί μικροί παραγωγοί, αντί των αγροτοβιομηχανικών μονοκαλλιεργειών, ο πλανήτης δεν θα ερχόταν αντιμέτωπος με τέτοιες αδιέξοδες καταστάσεις. Αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια...

Tehran_1020
AP Photo

Guardian: Ο πόλεμος στο Ιράν είναι και μια κλιματική καταστροφή

Περίπου 5 εκατ. τόνοι διοξειδίου του άνθρακα εκλύθηκαν σε μόλις 14 ημέρες, σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύει αποκλειστικά ο Guardian.

Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν αποτελεί καταστροφή για το κλίμα, σύμφωνα με ανάλυση που δείχνει ότι ισοδυναμεί με τις εκπομπές διοξειδίου άνθρακα 84 χωρών μαζί, μεταδίδει ο Guardian.

Καθώς πολεμικά αεροσκάφη, drones και πύραυλοι σκοτώνουν χιλιάδες ανθρώπους, ισοπεδώνουν υποδομές και μετατρέπουν τη Μέση Ανατολή σε μια τεράστια «ζώνη περιβαλλοντικής θυσίας», η πρώτη ανάλυση για το κλιματικό κόστος διαπιστώνει ότι η σύγκρουση οδήγησε σε 5 εκατομμύρια τόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέσα στις πρώτες 14 ημέρες.

Η ανάλυση, που κοινοποιήθηκε αποκλειστικά στον Guardian, προσθέτει μια ακόμη διάσταση στα ρεπορτάζ για τις καταστροφικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλούνται από επιθέσεις σε υποδομές ορυκτών καυσίμων, στρατιωτικές βάσεις, αστικές περιοχές και πλοία στη θάλασσα.

«Κάθε πυραυλική επίθεση είναι μια ακόμη προκαταβολή για έναν πιο θερμό και πιο ασταθή πλανήτη, και τίποτα από αυτά δεν κάνει κανέναν πιο ασφαλή», δήλωσε ο Patrick Bigger, διευθυντής ερευνών στο Climate and Community Institute και συν-συγγραφέας της ανάλυσης.

«Κάθε πυρκαγιά σε διυλιστήριο και κάθε πλήγμα σε δεξαμενόπλοιο μας υπενθυμίζει ότι η γεωπολιτική που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα είναι ασύμβατη με έναν βιώσιμο πλανήτη. Αυτός ο πόλεμος δείχνει, για ακόμη μία φορά, ότι ο ταχύτερος τρόπος να επιταχυνθεί η κλιματική κρίση είναι να αφήσουμε τα συμφέροντα των ορυκτών καυσίμων να υπαγορεύουν την εξωτερική πολιτική».

Ο άξονας ΗΠΑ–Ισραήλ ισχυρίζεται ότι έχει βομβαρδίσει χιλιάδες στόχους εντός του Ιράν, ενώ το Ισραήλ έχει πλήξει εκατοντάδες ακόμη στόχους στον Λίβανο. Αναφορές από το εσωτερικό και των δύο χωρών καταδεικνύουν εκτεταμένες καταστροφές υποδομών.

Τα κατεστραμμένα κτίρια αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του εκτιμώμενου ανθρακικού κόστους. Με βάση στοιχεία της Ιρανικής Ερυθράς Ημισελήνου ότι περίπου 20.000 πολιτικά κτίρια έχουν υποστεί ζημιές, η ανάλυση εκτιμά ότι οι εκπομπές από αυτόν τον τομέα ανέρχονται σε 2,4 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO₂ (tCO2e).

Τα καύσιμα αποτελούν τον δεύτερο μεγαλύτερο παράγοντα, καθώς βαριά βομβαρδιστικά των ΗΠΑ απογειώνονται ακόμη και από τη δυτική Αγγλία για να πραγματοποιήσουν επιδρομές πάνω από το Ιράν. Η ανάλυση εκτιμά ότι μεταξύ 150 και 270 εκατομμυρίων λίτρων καυσίμου καταναλώθηκαν από αεροσκάφη, πλοία υποστήριξης και οχήματα μέσα στις πρώτες 14 ημέρες, παράγοντας συνολικά 529.000 τόνους CO₂.

Μία από τις πιο σοκαριστικές εικόνες του πολέμου ήταν τα σκοτεινά σύννεφα και η «μαύρη βροχή» που έπεσαν πάνω από την Τεχεράνη, μετά τον βομβαρδισμό από το Ισραήλ τεσσάρων μεγάλων εγκαταστάσεων αποθήκευσης καυσίμων γύρω από την πόλη, που προκάλεσε την καύση εκατομμυρίων λίτρων καυσίμου. Η ανάλυση εκτιμά ότι μεταξύ 2,5 και 5,9 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου κάηκαν σε αυτή και σε παρόμοιες επιθέσεις – συμπεριλαμβανομένων ιρανικών αντιποίνων σε γειτονικές χώρες του Κόλπου – εκπέμποντας περίπου 1,88 εκατομμύρια τόνους CO₂.

Στις πρώτες 14 ημέρες, οι ΗΠΑ έχασαν τέσσερα αεροσκάφη, ενώ το Ιράν έχασε 28 αεροσκάφη, 21 ναυτικά σκάφη και περίπου 300 εκτοξευτές πυραύλων. Ο κατεστραμμένος αυτός στρατιωτικός εξοπλισμός εκτιμάται ότι αντιστοιχεί σε «ενσωματωμένες» εκπομπές άνθρακα ύψους 172.000 τόνων CO₂.

Υπάρχουν επίσης οι ίδιες οι βόμβες, οι πύραυλοι και τα drones, η χρήση των οποίων ήταν εκτεταμένη και από τις δύο πλευρές. Με βάση ισχυρισμούς ότι μέσα στις πρώτες 14 ημέρες οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδισαν περισσότερους από 6.000 στόχους στο Ιράν, ενώ το Ιράν απάντησε με περίπου 1.000 πυραύλους και 2.000 drones, καθώς και περίπου 1.900 αναχαιτιστικά που εκτοξεύθηκαν για άμυνα, η ανάλυση εκτιμά ότι τα πυρομαχικά συνέβαλαν με περίπου 55.000 τόνους CO₂.

Συνολικά, οι πρώτες δύο εβδομάδες της σύγκρουσης οδήγησαν σε εκπομπές 5.055.016 τόνων CO₂, που ισοδυναμούν με 131.430.416 τόνους CO₂ σε ετήσια βάση – περίπου όσο μια μεσαίου μεγέθους οικονομία εξαρτημένη από ορυκτά καύσιμα, όπως το Κουβέιτ. Είναι επίσης ισοδύναμο με τις εκπομπές των 84 χωρών με τις χαμηλότερες εκπομπές μαζί.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Fred Otu-Larbi από το Πανεπιστήμιο Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Γκάνας, δήλωσε: «Αναμένουμε ότι οι εκπομπές θα αυξηθούν ραγδαία όσο συνεχίζεται η σύγκρουση, κυρίως λόγω της ταχύτητας με την οποία στοχοποιούνται οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις».

Πρόσθεσε: «Όλοι θα πρέπει να ζήσουμε με τις κλιματικές συνέπειες. Το πραγματικό κόστος κανείς δεν το γνωρίζει πλήρως — γι’ αυτό τέτοιες μελέτες είναι τόσο σημαντικές. Το να “καίμε” τις ετήσιες εκπομπές της Ισλανδία μέσα σε δύο εβδομάδες είναι κάτι που πραγματικά δεν μπορούμε να αντέξουμε».

Μέχρι τον Ιούνιο του περασμένου έτους, οι επιστήμονες του κλίματος εκτιμούσαν ότι η ανθρωπότητα μπορεί να εκπέμψει ακόμη περίπου 130 δισεκατομμύρια τόνους CO₂ για να έχει 50% πιθανότητα να περιορίσει την υπερθέρμανση στον 1,5°C. Με τον τρέχοντα ρυθμό των 40 δισ. τόνων ετησίως, αυτός ο προϋπολογισμός θα εξαντληθεί έως το 2028.

Ο Bigger δήλωσε ότι η διαταραχή στην προμήθεια ορυκτών καυσίμων λόγω του πολέμου πιθανότατα θα οδηγήσει σε περισσότερες εξορύξεις. «Ιστορικά, κάθε ενεργειακό σοκ που προέρχεται από τις ΗΠΑ ακολουθείται από αύξηση νέων γεωτρήσεων, νέων τερματικών LNG και νέων υποδομών ορυκτών καυσίμων. Αυτός ο πόλεμος κινδυνεύει να “κλειδώσει” άλλη μία γενιά εξάρτησης από τον άνθρακα».

«Δεν είναι πόλεμος για την ασφάλεια. Είναι πόλεμος για την πολιτική οικονομία των ορυκτών καυσίμων — και το τίμημα το πληρώνουν οι Ιρανοί πολίτες και οι εργαζόμενες τάξεις σε όλο τον κόσμο».

ΠΗΓΗ: efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου