23 Μαρτίου 2026

Να επανακτήσουμε το ίντερνετ - Του Σωτήρη Μερμίγκη

προπαγάνδα και παραπληροφόρηση στο Ιντερνετ του Αρη Χατζηστεφάνου
Να επανακτήσουμε το ίντερνετ

Του Σωτήρη Μερμίγκη

Το κείμενο που ακολουθεί βασίζεται στην παρουσίαση του βιβλίου «Προπαγάνδα και παραπληροφόρηση στο ίντερνετ» που έγινε στο Αγρίνιο στη διάρκεια δημόσιας εκδήλωσης.

Το βιβλίο του Άρη Χατζηστεφάνου «Προπαγάνδα & παραπληροφόρηση στο ίντερνετ»  αποτελεί ένα πραγματικό «Κέρας της αμάλθειας» για την κατανόηση του σύγχρονου ψηφιακού κόσμου. Δεν προσφέρει μόνο μια σφαιρική εικόνα της παραπληροφόρησης, αλλά λειτουργεί και ως ένας πολύτιμος πρακτικός οδηγός για τον εντοπισμό φαινομένων όπως τα deepfakes, τα fake news και τα μποτ στο Twitter/X και αλλού.

Επειδή ο συγγραφέας διαθέτει τη γνωστή εμπεριστατωμένη και παραστατική γραφή που χαρακτηρίζει το έργο του στο Infowar, ως podcast στο Κόκκινο, ως ντοκιμαντέρ στο Moviementa Productions και στο Attica και ως ανεξάρτητη δημοσιογραφική ιστοσελίδα, θα αφήσω σε εκείνον την αναλυτική παρουσίαση του περιεχομένου του βιβλίου. Από τη δική μου πλευρά, θα προσπαθήσω να εστιάσω στο θεωρητικό υπόβαθρο, αναλύοντας την πορεία της τεχνολογίας και τη σχέση της με την ιδεολογία, φτάνοντας έτσι στην προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση.

Αντιλαμβανόμενοι την ιδεολογία με μαρξιστικούς όρους, ως «ψευδή συνείδηση» και επιτέλεση που αποπροσανατολίζει από την ταξική πάλη, θα εξετάσουμε πώς η τεχνολογία επιστρατεύεται από την άρχουσα τάξη. Μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, η τεχνολογία διαμορφώνει συνειδήσεις και αποτελεί την ίδια την έκφραση των οικονομικών αναγκών και της μεροληψίας της επιστήμης στην εποχή μας.

Η τεχνολογία αποποιείται τον μανδύα της ουδέτερης ή αυτόνομης δύναμης που εξελίσσεται ερήμην του ανθρώπινου παράγοντα και αποκαλύπτεται ως ένα φαινόμενο βαθιά ριζωμένο σε συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες και κοινωνικές επιταγές. Ως οργανικό παράγωγο των οικονομικών σχέσεων, η τεχνολογική ανάπτυξη πέρα από απλή συσσώρευση εργαλείων, εκφράζει την υλική αποκρυστάλλωση της γνώσης που επιστρατεύει μια κοινωνία για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή της. Για παράδειγμα, η ανάδυση του παγκόσμιου εμπορίου και της καπιταλιστικής ναυσιπλοΐας δεν υπήρξε το τυχαίο αποτέλεσμα μιας στιγμής ευρηματικότητας, αλλά η απάντηση στην επιτακτική ανάγκη για γεωγραφική επέκταση και συσσώρευση κεφαλαίου. Υπό αυτό το πρίσμα, η τεχνολογία μεταστοιχειώνεται σε κυρίαρχο μέσο παραγωγής υπεραξίας και όργανο γεωπολιτικής ισχύος, καθιστώντας την τεχνική πρόοδο αξεδιάλυτη από τη βούληση για κυριαρχία.

Αυτή η αιτιώδης συνάφεια φωτίζει τον ιστορικό χαρακτήρα της επιστήμης, καθώς οι μορφές γνώσης που προκρίνονται σε κάθε εποχή δεν είναι προϊόντα μιας αφηρημένης περιέργειας, αλλά συντονίζονται με τις υλικές απαιτήσεις της κοινωνικής οργάνωσης. Η επικράτηση της μηχανικής κατά τη νεωτερικότητα, εκτός από επιστημονική τομή, αποτελεί την οντολογική απάντηση μιας κοινωνίας που αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως μια απέραντη μηχανή και οργάνωνε την ύπαρξή της γύρω από μετρήσιμες, τεχνικές διαδικασίες. Η επιστημονική σκέψη, επομένως, δραπετεύει από τα στενά όρια του εργαστηρίου και συγκροτεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο μιας ολόκληρης εποχής, επιβάλλοντας μια μηχανιστική αντίληψη για την αιτιότητα και την ίδια την υφή της πραγματικότητας.

Στην ουσία της, η τεχνολογία αποτελεί μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και την εργασία. Δεν περιορίζεται στην κατασκευή αντικειμένων, διότι συνιστά ένα σύνθετο σύστημα τεχνικών διανοήσεων και πρακτικών που επιτρέπουν τη συνεχή ροή της κοινωνικής ζωής. Η προσέγγιση αυτή συνομιλεί άμεσα με τη μαρξιστική ανάλυση των παραγωγικών δυνάμεων, όπου τα τεχνικά μέσα αποτελούν τη βάση του κοινωνικού οικοδομήματος, χωρίς όμως να απομονώνονται από το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων εντός του οποίου αποκτούν νόημα. Η εξέλιξή τους διαμορφώνεται από τις εγγενείς ιστορικές αντιφάσεις και τις μεταβαλλόμενες ανάγκες για πειθαρχία και έλεγχο.

Στη σύγχρονη εποχή, η τεχνολογία αναβαθμίζεται σε έναν ολοκληρωμένο μηχανισμό επιτήρησης της εργασίας, επιβάλλοντας ταυτόχρονα έναν συγκεκριμένο τρόπο νοηματοδότησης του κόσμου. Η μετάβαση στα μηχανιστικά μοντέλα παραγωγής εδραίωσε μια ιδεολογία όπου τόσο η φύση όσο και η κοινωνία αντιμετωπίζονται ως προβλέψιμα, διευθετήσιμα συστήματα δυνάμεων. Η τεχνολογία, λοιπόν, αναδύεται ως το σημείο τομής όπου η υλική παραγωγή συναντά τη γνώση και την ιδεολογία, καθορίζοντας εν τέλει την ταυτότητα του πολιτισμού μας όχι ως σύνολο μηχανών, αλλά ως σύνολο σχέσεων εξουσίας διαμεσολαβημένων από την τεχνική.

Η τεχνολογική ορθολογικότητα της νεωτερικότητας τροφοδοτεί συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης που καθορίζουν τον κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό. Η ιδεολογία, όπως υποστήριξε ο Αλτουσέρ, λειτουργεί ως ένα σύστημα υλικών πρακτικών και θεσμών που συγκροτούν την υποκειμενικότητα του ατόμου. Η τεχνολογία συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη διαδικασία, καθώς ενσωματώνεται στις εργασιακές δομές και τις καθημερινές τελετουργίες, επιβάλλοντας μια σιωπηλή πειθαρχία στο σώμα και αναδιαμορφώνοντας την αντίληψή μας για τον χρόνο και την αποδοτικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία καθίσταται ένας από τους ισχυρότερους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του Κράτους, διασφαλίζοντας την αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών ιεραρχιών μέσα από την ίδια την αρχιτεκτονική της καθημερινής μας δράσης.

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αποτελεί τον κατεξοχήν κόμβο όπου η υλική παραγωγή συναντά την ιδεολογική αναπαράσταση. Παρά την περιρρέουσα ρητορική, η επίδειξη δήθεν έξυπνης συμπεριφοράς από τις μηχανές δεν συνεπάγεται πραγματική κατανόηση ή συνείδηση. Τα συστήματα αυτά λειτουργούν ως πανίσχυρα στατιστικά μοντέλα αναγνώρισης μοτίβων σε τεράστιους όγκους δεδομένων, καθιστώντας τον όρο νοημοσύνη εν μέρει παραπλανητικό. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν εξανθρωπισμό μιας στατιστικής μηχανής, η οποία, αντί να σκέφτεται, επεξεργάζεται τα ψηφιακά ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως η εφεύρεση της κάμερας προσέφερε νέες οπτικές γωνίες πέρα από τον σταθερό παρατηρητή, έτσι και η Τεχνητή Νοημοσύνη επιτρέπει μια νέα θέαση και ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι μέσα από τον ψηφιακό του αντικατοπτρισμό.

Η πρόσφατη έκρηξη αυτών των τεχνολογιών υπήρξε το αποτέλεσμα της σύγκλισης τριών παραγόντων: της εκθετικής αύξησης της υπολογιστικής ισχύος, της μαζικής παραγωγής δεδομένων μέσω των smartphones και της εξέλιξης αλγορίθμων μηχανικής μάθησης. Το έδαφος πάνω στο οποίο εκπαιδεύονται αυτά τα μοντέλα είναι η ίδια η συλλογική δραστηριότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων στο διαδίκτυο. Ενώ όμως η παραγωγή της πληροφορίας είναι συλλογική, η ιδιοποίηση και ο έλεγχος των υποδομών παραμένουν στα χέρια περιορισμένων εταιρικών κολοσσών.

Αυτή η διαδικασία περιβάλλεται από μια έντονη ιδεολογική διάσταση που συχνά αποσιωπάται. Ενώ το AI παρουσιάζεται ως μια μαγική και αυτόνομη οντότητα, η λειτουργία του βασίζεται σε τεράστιες ποσότητες ανθρώπινης εργασίας. Από τους χρήστες που τροφοδοτούν αδιάκοπα το σύστημα με περιεχόμενο, μέχρι τους χιλιάδες υποαμειβόμενους εργαζόμενους σε αναπτυσσόμενες χώρες που επισημαίνουν δεδομένα και επιμελούνται την πληροφορία, η ανθρώπινη παρουσία παραμένει ο αναντικατάστατος κινητήρας της μηχανής. Η απουσία διαρκούς εισροής νέων ανθρωπογενών δεδομένων οδηγεί τα υπολογιστικά μοντέλα σε στατιστική απομείωση. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει ότι η τεχνολογία, παρά την επίφαση αυτονομίας της, παραμένει μια ιστορικά προσδιορισμένη κοινωνική πρακτική, οργανικά εξαρτημένη από την ανθρώπινη εργασία και τις υφιστάμενες κοινωνικές δομές.

Υπό αυτό το πρίσμα, η τεχνολογία απογυμνώνεται από τον χαρακτήρα του ουδέτερου εργαλείου παραγωγής και αναδεικνύεται σε έναν εκλεπτυσμένο μηχανισμό πολιτικής κυριαρχίας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη και η διαχείριση των Μεγάλων Δεδομένων (Big Data) υπερβαίνουν πλέον τη βελτιστοποίηση των εργασιακών διαδικασιών, εισβάλλοντας σε στρατηγικά πεδία όπως τα οπλικά συστήματα, η μαζική επιτήρηση και η κρατική διοίκηση. Σε αυτό το αναδυόμενο τοπίο, εταιρείες όπως η Palantir Technologies και η Oracle δεν λειτουργούν ως απλοί πάροχοι υπηρεσιών, αλλά ως οργανικά σκέλη του κρατικού μηχανισμού. Η δραστηριότητά τους σηματοδοτεί μια βαθιά συγχώνευση της τεχνολογικής υποδομής με την πολιτική εξουσία και την οικονομική ελίτ.

Η Palantir εξειδικεύεται στην ομογενοποίηση ετερογενών δεδομένων, συγκροτώντας συστήματα που καταλύουν τον παραδοσιακό κατακερματισμό της πληροφορίας. Ενώ μέχρι τώρα τα δεδομένα των πολιτών —φορολογικά, υγειονομικά, ποινικά— διατηρούνταν σκόπιμα σε στεγανοποιημένες υπηρεσίες για τη διαφύλαξη της ιδιωτικότητας και την αποτροπή του ολοκληρωτισμού, η σύγχρονη τεχνολογία επιτρέπει την ενοποίησή τους σε ολιστικά συστήματα πρόβλεψης και λήψης αποφάσεων. Αυτή η αλγοριθμική αποτίμηση μεταστοιχειώνει την κοινωνική πληροφορία σε όπλο επιβολής. Επιτρέπει στο κράτος να εφαρμόζει πρακτικές όπως η προληπτική αστυνόμευση (predictive policing) ή η κεντρική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, προκαθορίζοντας με μαθηματική ψυχρότητα ποιος λογίζεται ως επικίνδυνος ή ύποπτος.

Αυτή η συμβιωτική σχέση αποκτά σαφές πολιτικό πρόσημο μέσα από προσωπικότητες όπως ο Peter Thiel, ο οποίος λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της Σίλικον Βάλεϊ και των κέντρων λήψης αποφάσεων. Μέσω στρατηγικών συμμαχιών, διαμορφώνεται ένα συμπαγές μέτωπο όπου το τεχνολογικό κεφάλαιο και ο κρατικός μηχανισμός ασφαλείας ταυτίζονται πλήρως. Σε αυτό το σχήμα, η Oracle εξασφαλίζει την υλική υποδομή, τα υπολογιστικά νέφη και τις βάσεις δεδομένων, ενώ η Palantir προσφέρει το αναλυτικό βάθος των αλγορίθμων. Η κυβέρνηση, με τη σειρά της, εργαλειοποιεί αυτό το σύμπλεγμα για να ασκήσει διοίκηση και στρατιωτική ισχύ με πρωτοφανή χειρουργική ακρίβεια.

Η πεμπτουσία αυτής της μετάλλαξης δεν έγκειται στο ύψος των κρατικών συμβάσεων, αλλά στην ανάδειξη της πληροφορίας ως του απόλυτου μέσου καταναγκασμού στον 21ο αιώνα. Η προνομιακή πρόσβαση στα κοινωνικά δεδομένα συνεπάγεται τη δυνατότητα πρόβλεψης και, κατ’ επέκταση, τη διαμόρφωση του μέλλοντος. Η αναδυόμενη ψηφιακή κυριαρχία δεν εδράζεται πλέον αποκλειστικά στον νόμο ή τη φυσική βία, αλλά στην αλγοριθμική πρόγνωση: οι πολίτες παύουν να λογίζονται ως αυτόνομα υποκείμενα και μετατρέπονται σε ροές δεδομένων που επιτρέπουν στο σύστημα να προλαμβάνει τη συμπεριφορά τους πριν καν αυτή εκδηλωθεί. Η πραγματική εξουσία των καιρών μας εντοπίζεται ακριβώς σε αυτή την αδιάρρηκτη σύζευξη κράτους και τεχνολογικών κολοσσών γύρω από το πολυτιμότερο αγαθό της εποχής: την πληροφορία.

Η λειτουργία της Palantir ως συνδετικού κρίκου μεταξύ δεδομένων και κρατικής ισχύος βρίσκει την πιο αποτρόπαια υλοποίησή της στο πεδίο της Γάζας.

Η αντίσταση στη γενοκτονία των Παλαιστινίων δεν αποτελεί πλέον μόνο μια επιτακτική ηθική στάση απέναντι στην απώλεια της ζωής, αλλά μια πράξη συλλογικής αυτοπροστασίας απέναντι σε ένα ζοφερό παγκόσμιο μέλλον. Υπό το καθεστώς της ισραηλινής αποικιοκρατίας, η Παλαιστίνη λειτουργεί σήμερα ως ένα ζωντανό εργαστήριο για τις πιο επικίνδυνες τεχνολογίες καταστολής στον κόσμο. Εκεί δοκιμάζεται η οριακή απάντηση στο ερώτημα πώς ένας ολόκληρος πληθυσμός μπορεί να τεθεί υπό απόλυτη καθυπόταξη μέσω της ψηφιακής παντοψίας.

Αυτή η διαδικασία μετατρέπει την Palantir από αναλυτικό εργαλείο σε επιχειρησιακό εγκέφαλο, καθώς οι αλγόριθμοί της τροφοδοτούνται με δεδομένα από το πεδίο για να παράξουν λίστες στοχοποίησης. Αυτό που βιώνουν σήμερα οι Παλαιστίνιοι, τη μαζική παρακολούθηση επικοινωνιών, τον αλγοριθμικό έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τις συλλήψεις βάσει προ-εγκλήματος (pre-crime), δεν περιορίζεται στα γεωγραφικά σύνορα της Μέσης Ανατολής. Εξάγεται στη διεθνή αγορά ως ένα προϊόν δοκιμασμένο στο πεδίο της μάχης (battle-tested), έτοιμο να στραφεί εναντίον οποιασδήποτε φωνής αμφισβήτησης ανά την υφήλιο.

Η τάση αυτή περιγράφεται εύστοχα από τον όρο «αυτοκρατορικό μπούμερανγκ», μια έννοια που εισηγήθηκε ο Αιμέ Σεζαίρ και ανέπτυξε ο Μισέλ Φουκώ: οι μέθοδοι βίας και ολοκληρωτικού ελέγχου που εφαρμόζονται στους αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς επιστρέφουν νομοτελειακά στις μητροπόλεις της εξουσίας. Το μπούμερανγκ αυτό έχει ήδη πλήξει την Ευρώπη και την Ελλάδα, όπως αποδείχθηκε περίτρανα με το σκάνδαλο των υποκλοπών. Η χρήση ισραηλινών λογισμικών κατασκοπείας, όπως το διαβόητο Pegasus της NSO και το Predator, κατέδειξε ότι οι τεχνολογίες που αναπτύχθηκαν για την καταστολή των Παλαιστινίων αποτελούν πλέον το εργαλείο επιλογής για την παρακολούθηση και φίμωση δημοσιογράφων, πολιτικών και ακτιβιστών εντός των δυτικών δημοκρατιών. Η Ελλάδα μετατράπηκε σε ένα εσωτερικό πεδίο δοκιμών αυτών των ψηφιακών όπλων, αποδεικνύοντας ότι η απόσταση μεταξύ της Γάζας και της Αθήνας εκμηδενίζεται μέσα από τα δίκτυα της αλγοριθμικής καταστολής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας και η χρήση AI συστημάτων όπως το Lavender για τη μαζική στοχοποίηση ανθρώπων, αποτελούν την τελική φάση ενός κύκλου όπου ο πολίτης παύει να λογίζεται ως υποκείμενο δικαιωμάτων. Αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα βιολογικό δεδομένο προς διαχείριση ή εξουδετέρωση. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άρρηκτα με τη μετάβαση στον καπιταλισμό της επιτήρησης. Όπως υποστηρίζει η Σοσάνα Ζούμποφ, το νέο καθεστώς δεν βασίζεται στην παραγωγή αγαθών, αλλά στην εξαγωγή αξίας από την ίδια την ανθρώπινη συμπεριφορά. Κάθε ψηφιακό μας ίχνος μετατρέπεται σε πρώτη ύλη και η πρόβλεψη της μελλοντικής μας δράσης γίνεται το νέο κυρίαρχο εμπόρευμα.

Σε αυτό το περιβάλλον, η προπαγάνδα μεταλλάσσεται ριζικά. Δεν επιδιώκει πλέον τον πειθαρχικό έλεγχο μέσω των παραδοσιακών μέσων, αλλά την αλγοριθμική υπερφόρτωση. Η λεγόμενη slopaganda και η χρηματοδότηση influencers με σκοτεινό χρήμα (dark money) δεν στοχεύουν στην πειθώ, αλλά στην κατάκλυση του πληροφοριακού χώρου με τέτοιο όγκο θορύβου, ώστε η αλήθεια να καθίσταται πρακτικά μη ανιχνεύσιμη. Μέσω των αλγορίθμων μικροστοχοποίησης, η εξουσία κατασκευάζει εξατομικευμένες πραγματικότητες, μετατρέποντας τα κοινωνικά δίκτυα στους πιο αποτελεσματικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους για τον 21ο αιώνα.

Τελικά, η πραγματική εξουσία σήμερα εδράζεται στη συγχώνευση κυβερνήσεων και τεχνολογικών κολοσσών γύρω από τον έλεγχο των υποδομών της πληροφορίας. Όποιος κατέχει τα δίκτυα συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων, αποκτά τη δυνατότητα να προδιαγράφει το πεδίο των δυνατοτήτων μέσα στο οποίο οι άνθρωποι λαμβάνουν αποφάσεις. Η ψηφιακή κυριαρχία υπερβαίνει τη βία· εγκαθιδρύεται μέσω μιας αόρατης αλγοριθμικής πρόβλεψης που μετατρέπει την κοινωνία σε ένα διαρκές, ελεγχόμενο πεδίο δοκιμών, με τη Γάζα να αποτελεί το μακάριο «σημείο μηδέν» αυτής της παγκόσμιας δυστοπίας.

Η αντίσταση στην ψηφιακή αυτή ασφυξία απαιτεί μια θεμελιώδη μετατόπιση από τον ρόλο του παθητικού καταναλωτή σε εκείνον του ενεργού διαχειριστή της δικής του πληροφορίας. Η Google και τα παρεμφερή μονοπώλια έχουν οικοδομήσει αυτό που κάποιοι ονομάζουν περιφραγμένους κήπους, όπου η ευκολία χρήσης ανταλλάσσεται με την απώλεια του ελέγχου. Για να σπάσει αυτός ο κύκλος, πρέπει αρχικά να αποδομήσουμε την ψευδαίσθηση ότι οι υπηρεσίες αυτές είναι ουδέτερες υποδομές. Η τάση της κατάργησης των υπερσυνδέσμων και η αντικατάστασή τους από «έτοιμες απαντήσεις» της τεχνητής νοημοσύνης στοχεύει ακριβώς στον εγκλωβισμό του χρήστη μέσα στην πλατφόρμα, εμποδίζοντάς τον να δει την πηγή και να ασκήσει κριτική.

Η πραγματική απάντηση απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία, την προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση του εξυγιασμένου διαδικτύου ξεκινά από την καλλιέργεια μιας ψηφιακής αυτονομίας. Αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε συνειδητά να βγούμε από το οικοσύστημα των ιδιόκτητων αλγορίθμων. Η χρήση λογισμικού ανοικτού κώδικα δεν είναι απλώς μια τεχνική επιλογή, αλλά μια πολιτική στάση. Είναι η απαίτηση για διαφάνεια στον κώδικα που τρέχει στις συσκευές μας. Όταν χρησιμοποιούμε εργαλεία που ανήκουν στην κοινότητα, αφαιρούμε από τις εταιρείες τη δυνατότητα να υπαγορεύουν τι θα βλέπουμε και πώς θα επικοινωνούμε. Για να σταματήσουμε να εξαρτιόμαστε από κλειστά συστήματα, πρέπει να αποδεχτούμε μια μικρή αύξηση στην πολυπλοκότητα της καθημερινότητάς μας, αντικαθιστώντας τη μαγεία του ενός κλικ με εργαλεία που μας επιτρέπουν να ελέγχουμε εμείς τα δεδομένα μας, όπως για παράδειγμα η μετάβαση σε λειτουργικά συστήματα που δεν περιλαμβάνουν ιχνηλάτες ή η χρήση αποκεντρωμένων πρωτοκόλλων επικοινωνίας, κοινώς χρήση εφαρμογών ανοιχτού κώδικα.

Σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της δημόσιας κυριότητας των δεδομένων, η λύση υπερβαίνει τον απλό ανταγωνισμό των εταιρειών. Χρειαζόμαστε μια επανάκτηση του διαδικτύου ως δημόσιου χώρου, αγώνα παρόμοιου με τους δρόμους ή τις πλατείες. Αυτό σημαίνει ότι τα δεδομένα που παράγονται από την κοινωνική δραστηριότητα δεν πρέπει να αποτελούν ιδιοκτησία κανενός μετόχου, αλλά να αντιμετωπίζονται ως κοινά (commons). Η διαφάνεια μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν οι υποδομές, από τους σέρβερ μέχρι τα δίκτυα οπτικών ινών, τεθούν υπό κοινωνικό έλεγχο ή αν αναπτυχθούν δίκτυα ομότιμης σύνδεσης (peer-to-peer) που παρακάμπτουν τους κεντρικούς κόμβους των μονοπωλίων. Μόνο όταν η πληροφορία ρέει μέσα από διαφανή, κοινοτικά κανάλια, μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα διαδίκτυο που δεν θα είναι εργαλείο προπαγάνδας, αλλά χώρος πραγματικής γνώσης και αυτομόρφωσης.

Η απομάκρυνση από την παραπληροφόρηση απαιτεί επίσης να ανακτήσουμε την ικανότητα της αργής ανάγνωσης. Οι πλατφόρμες μας έχουν εκπαιδεύσει να καταναλώνουμε γρήγορα αποσπάσματα πληροφορίας που επιβεβαιώνουν τις προκαταλήψεις μας. Η αντίσταση σημαίνει την αναζήτηση της πρωτογενούς πηγής, την άρνηση των έτοιμων περιλήψεων και την υποστήριξη ανεξάρτητων δικτύων που δεν βασίζονται σε διαφημιστικά έσοδα.

Η επανάκτηση του ίντερνετ περνάει μέσα από την αποξένωση από την ευκολία που μας προσφέρουν τα μονοπώλια, επιλέγοντας τον δύσκολο αλλά ελεύθερο δρόμο της αυτοφιλοξενίας (self-hosting) και της συλλογικής ψηφιακής άμυνας.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου