
Η Ελλάδα απομακρύνεται από τον στόχο της βιώσιμης διαχείρισης του νερού
Πρωταρχική προϋπόθεση για να είναι βιώσιμη η διαχείριση του νερού είναι να αντιμετωπίζεται ως δημόσιο αγαθό. Αφού η αντιμετώπιση του νερού ως εμπορικού αγαθού είναι απολύτως ασύμβατη με τον χαρακτήρα του ως περιορισμένα ανανεώσιμου φυσικού πόρου που βρίσκεται σε ανεπάρκεια. Αν το νερό αντιμετωπιστεί σαν εμπορικό αγαθό, η κερδοσκοπική εκμετάλλευση ολοένα και περισσότερων αποθεμάτων, προκειμένου να αυξηθεί ο κύκλος των εργασιών και άρα και η κερδοφορία της επιχείρησης, περιορίζεται εξ αντικειμένου, από το πεπερασμένο της διαθεσιμότητάς του.
Γι’ αυτό και εκεί όπου το νερό ιδιωτικοποιήθηκε, αυξήθηκε κατακόρυφα η τιμή του, ενώ οι υπηρεσίες ύδρευσης και η συντήρηση των δικτύων επιδεινώθηκαν. Στη χώρα μας, ο βασικός δείκτης αντιμετώπισης του νερού -όχι σαν δημόσιου αλλά σαν εμπορικού αγαθού- είναι η θεσμοθέτηση από τη σημερινή κυβέρνηση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων. Μιας Αρχής που έχει ως βασική της αποστολή τη ρύθμιση της αγοράς υπηρεσιών ύδατος. Τη ρύθμιση, δηλαδή, της αγοράς των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης.
Πώς μπορεί να υπάρχει, όμως, αγορά για τις υπηρεσίες ενός αγαθού που υποτίθεται ότι είναι δημόσιο; Και πόσο δημόσιο, τελικά, είναι ένα αγαθό, οι υπηρεσίες του οποίου εισέρχονται στη διαδικασία της αγοράς; Πρώτος λόγος, συνεπώς, για τον οποίο η χώρα μας απομακρύνεται από τον στόχο της βιώσιμης διαχείρισης του Νερού είναι γιατί δεν το αντιμετωπίζει σαν δημόσιο αγαθό αλλά σαν αγοραίο, παρά τις περί του αντιθέτου επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Κι ακόμη, αν το νερό αντιμετωπίζεται, πράγματι, σαν δημόσιο αγαθό, όπως η κυβέρνηση ισχυρίζεται, πώς συμβαίνει και η διαχείρισή του στην πλημμυροπαθή Θεσσαλία να μην ασκείται από το κράτος ή από την αυτοδιοίκηση, αλλά να έχει ανατεθεί σε ξένες ιδιωτικές εταιρείες; Πώς γίνεται, δηλαδή, και η διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού, με σκοπό την αποκατάσταση από τις πλημμυρικές καταστροφές και συγχρόνως και την αντιπλημμυρική προστασία μιας περιφέρειας σε εποχή κλιματικής αλλαγής, να ανατίθεται σε ιδιώτες; Εφόσον, επομένως, το νερό δεν αντιμετωπίζεται σαν δημόσιο αγαθό, όπως εκ του αποτελέσματος προκύπτει στη χώρα μας, τότε και η διαχείρισή του δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν βιώσιμη.
Μία δεύτερη αιτία, για την οποία η διαχείριση του νερού δεν είναι βιώσιμη, είναι τα φαινόμενα λειψυδρίας που αντιμετωπίζουν εκτεταμένες αστικές, αγροτικές και τουριστικές περιοχές της χώρας. Με τη λογική ότι η λειψυδρία μαρτυρά αρνητικά ισοζύγια στις συγκεκριμένες λεκάνες απορροής, η διαχείριση του νερού, εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ως μη βιώσιμη, αφού βασικός δείκτης της βιωσιμότητας της διαχείρισης του νερού είναι η αξιοποίηση μόνο των ανανεώσιμων αποθεμάτων, έτσι ώστε τα ισοζύγια να προκύπτουν θετικά.
Ενας ακόμη δείκτης μη βιώσιμης διαχείρισης του νερού είναι η περιβαλλοντικά και οικονομικά αδιέξοδη πολιτική της διαχείρισης της φυσικής προσφοράς του για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Αντί της διαχείρισης της ζήτησης του νερού, που είναι βασικός δείκτης βιωσιμότητας, αντί, δηλαδή, της εφαρμογής πολιτικών και του σχεδιασμού έργων για την εξοικονόμηση του νερού μέσω του ελέγχου των διαρροών και του περιορισμού των απωλειών και της σπατάλης, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα η πολιτική της κατασκευής νέων έργων για την αξιοποίηση διαρκώς νέων υδατικών αποθεμάτων.
Αυτό συμβαίνει σήμερα με τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στην Αττική, όπου τα αρνητικά ισοζύγια αποδόθηκαν ατεκμηρίωτα στις κλιματικές συνθήκες, οι οποίες, όμως, τον τελευταίο τουλάχιστον χρόνο ήταν ευνοϊκές για την αναστροφή του φαινομένου. Η σκοπιμότητα να αποδοθεί η λειψυδρία στις καιρικές συνθήκες και όχι στην απουσία πολιτικών και έργων εξοικονόμησης νερού είναι προφανής. Οφείλεται στις κερδοσκοπικές πιέσεις της εργολαβικής αγοράς για νέα τεχνικά έργα. Πιέσεις που, όμως, είναι αδιέξοδες για τα υδατικά αποθέματα που ήδη βρίσκονται σε ανεπάρκεια.
Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η διαχείριση του νερού στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι βιώσιμη. Και είναι η απουσία ολοκληρωμένης διαχείρισης του νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Το γεγονός, άλλωστε, ότι δεν αναθεωρήσαμε τα διαχειριστικά σχέδια του νερού στις λεκάνες απορροής είναι η αιτία για την οποία η Ελλάδα έχει παραπεμφθεί στα ευρωπαϊκά δικαστήρια.
Πουθενά ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός δεν υλοποιείται κατά τρόπο ολοκληρωμένο, λαμβάνοντας, δηλαδή, υπόψη τη συνολική δυναμική των έργων σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης. Παντού εκτελούνται αποσπασματικά έργα και παρεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα. Γι’ αυτό και ο αντιπλημμυρικός σχεδιασμός, όπως αποδείχθηκε στη Θεσσαλία και όπως αποδεικνύεται καθημερινά εκεί όπου συμβαίνουν ακραία πλημμυρικά φαινόμενα, είναι απολύτως αναποτελεσματικός.
Η έλλειψη, όμως, ολοκληρωμένης διαχείρισης του νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής έχει και ακόμη μια παράπλευρη απώλεια. Πρόκειται για την αδυναμία εμπλουτισμού των υπόγειων υδροφορέων, που είναι ακόμη μια αιτία λειψυδρίας. Οταν δεν υπάρχουν έργα ορεινής υδρονομίας ικανά να ανασχέσουν και να καθυστερήσουν τη γρήγορη απορροή των πλημμυρικών απορροών, οι υδροφορείς αδυνατούν να αναπληρωθούν, με αποτέλεσμα το νερό να χάνεται.
Στην Ελλάδα, τέλος, απουσιάζει και μια ακόμη σημαντική προϋπόθεση βιωσιμότητας. Πρόκειται για τον σχεδιασμό έργων διαχείρισης νερού που αντιγράφουν τη φύση, τις γνωστές ως Nature Based Solutions, που δεν είναι ελκυστικές και δεν εφαρμόζονται στη χώρα μας, γιατί δεν ευνοούν την άμεση εργολαβική κερδοσκοπία. Αλλά, βέβαια, όταν ανατίθεται σε ιδιώτες η διαχείριση ενός δημόσιου αγαθού σε ανεπάρκεια, λείπουν οι δράσεις και τα έργα που βελτιώνουν τη φύση και συμβάλλουν στο κοινό καλό. Αφού οι ιδιώτες στους οποίους ανατίθεται η διαχείριση του νερού δεν έχουν άλλον σκοπό από το να υπηρετήσουν τη δική τους κερδοφορία.
* Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ, επικεφαλής παράταξης «Αλλαγή στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου