
Τι κρύβεται πίσω από την ελληνική δυσανεξία στη μακεδονική γλώσσα
Το NEWS 24/7 επικοινώνησε με τον Δημήτρη Χριστόπουλο για να γίνει μία προσπάθεια να αποσαφηνιστεί γιατί υπάρχει αυτή η… δυσανεξία όσον αφορά τη μακεδονική γλώσσα.
- εθνοτικά Μακεδόνες που μιλάνε μακεδονικά,
- ένα κομμάτι ανθρώπων που νιώθουν Έλληνες αλλά θέλουν να μιλάνε τη γλώσσα τους, και “αυτό με βάση τη δική μου έρευνα και εμπειρία είναι με απόσταση το μεγαλύτερο”, λέει ο καθηγητής
- και ένα ακόμα κομμάτι που είναι Μακεδόνες εθνικιστές και δεν μιλάνε τη γλώσσα αλλά τους έχει ενοχλήσει τόσο πολύ η καταστολή που έχουν δεχτεί.
Τα πανηγύρια ως φορέας του πολιτισμού
Από το 2000 και ύστερα αρχίζουν τα πανηγύρια στην περιοχή να είναι ο φορέας του πολιτισμού, ο χώρος μέσα στον οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά με μαζικό τρόπο η γλώσσα. “Όταν αναφερόμαστε στα χάλκινα εννοούμε τη μουσική χωρίς λόγια γιατί η γλώσσα ήταν απαγορευμένη. Άρα πήγαινες στα πανηγύρια της Φλώρινας και των χωριών και έβλεπες τον κόσμο να χορεύει και να μην έχουν λόγια τα τραγούδια“, μας λέει ο καθηγητής.
Τα δημοτικά, άλλωστε, είναι τραγούδια στίχων πρωτίστως και δευτερευόντως μουσικής.
Αυτό που γινόταν εκεί ήταν πως οι ντόπιοι ρυθμοί έγιναν τελικά το ίδιον μίας διαφορετικής ταυτότητας. Εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον τα πανηγύρια έχουν ανέβει ξανά. Εκεί πηγαίνουν οι νέοι, τραγουδούν και χορεύουν και έτσι έχουν γίνει ο χώρος στον οποίο ασκείται ελεύθερα η αυτοδιάθεση του ανήκειν, χωρίς να έχει εθνικά χαρακτηριστικά.
“Υπάρχουν και κάποια τραγούδια τα οποία έχουν αλυτρωτικό περιεχόμενο αλλά είναι λίγα. Ακόμα και αυτά τραγουδιούνται, όπου τραγουδιούνται, και χορεύονται, ως απάντηση όλων αυτών των απαγορεύσεων και της καταστολής που βίωσαν“, σημειώνει ο ίδιος.
Στα τραγούδια περισσότερο σημασία έχει η γλώσσα παρά το αν είναι αλυτρωτικό ή όχι το περιεχόμενο.
“Ντόπια”, “εντόπικα” και αυτολογοκρισία – Πού ομιλούνται
Κατά τον κ. Χριστόπουλο, ακόμα και ο όρος ντόπια ή εντόπικα είναι προϊόν μίας αυτολογοκρισίας. “Η αυτολογοκρισία είναι ίδιον των ανθρώπων που έχουν λογοκριθεί. Οι γιαγιάδες και παππούδες, όταν βλέπουν τα εγγόνια να βγαίνουν και να χορεύουν, νιώθουν ανασφάλεια τις περισσότερες φορές. Οι καινούργιες γενιές έχουν ζήσει σε μία δημοκρατική χώρα και τους φαίνεται αδιανόητο να μην τους αφήνουν να τραγουδάνε στη γλώσσα τους”, σχολιάζει ο κ. Χριστόπουλος.
Τα μακεδόνικα είναι μία γλώσσα που κανονικοποιήθηκε το 1944 και είναι μία νοτιοσλαβική γλώσσα. Στην Ελλάδα ομιλούνταν και ομιλούνται από τα όρια των χωριών του Γράμμου, στον νομό Καστοριάς, κυρίως στους νομούς Φλώρινας και Πέλλας, αρκετά στα Γιαννιτσά και φτάνουν μέχρι και την περιοχή της Γουμένισσας, πάνω από το Κιλκίς.
Το τραγούδι “Σόφκα”, που τραγουδήθηκε και από τους Banda Entopica είναι τραγούδι της περιοχής της Γουμέννισας.
Πάντως, όπως λέει και ίδιος, το να λέμε “σλαβική γλώσσα” είναι σαν να λέμε αντί για γαλλικά ή ισπανικά ή πορτογαλέζικα “λατινική γλώσσα” διότι στη λατινική οικογένεια ανήκουν αυτές οι γλώσσες. Ακόμη περισσότερο: το να κάνουμε λόγο για “σλαβική διάλεκτο” και όχι γλώσσα είναι διπλά προβληματικό διότι απαξιώνει σε τέτοιο βαθμό την γλώσσα μη θεωρώντας την καν τέτοια αλλά “διάλεκτο”. “Αλήθεια, “διάλεκτο” ποιας γλώσσας; Με τον ίδιο τρόπο παλιότερα στην περιοχή κάνανε λόγο για “ιδίωμα” υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την γλώσσα των ανθρώπων αυτών”, προσθέτει.
“Με τους Βούγλαρους δεν υπάρχει ζήτημα μειονότητας διότι η Ελλάδα είχε ανταλλάξει με τη Βουλγαρία τους μειονοτικούς της πληθυσμούς το 1919 και υπάρχει μία εκατέρωθεν αναγνώριση ότι δεν υπάρχουν μειονότητες. Αυτό, όμως, δεν συνέβη με το μακεδονικό. Είναι ένα μειονοτικό ζήτημα που η Ελλάδα προσπάθησε να το περιορίσει και το κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να το περιορίσει με την καταστολή της γλώσσας και αυτό που έχει μείνει ενοχλεί πολύ”, σχολιάζει.
Ο κ. Χριστόπουλος επισημαίνει πως πρόκειται για ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα με βαθιές αλλά και ζωντανές μαζί ρίζες. Η επίγνωση – και όχι η συσκότιση αυτής της ιστορικότητας είναι απαραίτητη για την διαύγαση του αλλά και την υπέρβαση του κρατικού αυταρχισμού.
*Καθηγητής Πολιτειολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και Κοσμήτορα της Σχολής Πολιτικών Επιστημών
- ΔΙΑΒΑΣΤΕ επίσης:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου