![]() |
| EUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ |
Κουτόχορτο: το εθνικό μας αγροτικό προϊόν
Τις τελευταίες εβδομάδες βλέπουμε να εξελίσσεται μια πολύ μεγάλων γεωγραφικών διαστάσεων κινητοποίηση του αγροτικού κόσμου, η χρονική διάρκεια της οποίας λογικά θα πάρει και αυτή εξίσου μεγάλες διαστάσεις. Το αφήγημα της κυβέρνησης και οι πρακτικές της συνάδουν με τη διαχρονική της αντίληψη ότι απευθύνεται σε κοινό με περιορισμένη νοημοσύνη και συνεπώς θα είναι εύκολο να τους μεταπείσει.
Ετσι διοχετεύεται η άποψη ότι, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί 20 από τα 27 αιτήματα των αγροτών, οι αγρότες έχουν πρωταρχικό στόχο να περάσουν τις διακοπές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στις εθνικές οδούς και στα τρακτέρ τους, ικανοποιώντας παράλληλα και τα σαδιστικά συναισθήματά τους να ταλαιπωρήσουν τους εκδρομείς των εορτών. Οι οποίοι κατά την κυβέρνηση αποτελούν και έμπρακτη απόδειξη του πόσο απογειωμένη είναι η οικονομία της χώρας.
Προφανώς τα πράγματα και η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετικά βεβαίως και σίγουρα πιέζουν την κυβέρνηση από πολλές πλευρές.
Από τη μια, έχουμε μία από τις πιο κρίσιμες παραγωγικές τάξεις της χώρας η οποία αποτελεί κυριολεκτικά τον στυλοβάτη τους πρωτογενούς τομέα. Η τάξη αυτή δεν νιώθει απλώς ότι σφίγγει ο κλοιός γύρω της, αλλά η μέγκενη των εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών αγροτικής «ανάπτυξης» τους έχει ήδη στραγγαλίσει. Και δεν πρόκειται για μια χούφτα άτομα, όπως προσπαθούν να παρουσιάσουν, αλλά μιλάμε για πληθυσμό που αντιπροσωπεύει το 12% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας.
Ας δούμε ενδεικτικά ποια κατάσταση επικρατεί στον γεωργικό τομέα, κάτι που θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το πρόβλημα γενικότερα για όλο το αγροτικό τρέχον ζήτημα.
Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευθεί εξαιτίας μιας σειράς κρίσιμων παραμέτρων που μπορούμε να απαριθμήσουμε τηλεγραφικά. Από τη μια τα κόστη πρώτων υλών (π.χ. λιπάσματα, φυτοφάρμακα κ.ά.) έχουν πολλαπλασιαστεί, ειδικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης όταν συνειδητά ιδιωτικοποιήθηκε και η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων. Οι τιμές λιπασμάτων και εδαφοβελτιωτικών στην Ευρωπαϊκή Ενωση μειώθηκαν κατά μέσο όρο σχεδόν 25% την τελευταία τριετία. Η Ελλάδα αποτελεί μία εκ των μοναδικών τριών χωρών όπου καταγράφονται αυξήσεις στα αντίστοιχα προϊόντα.
Από την άλλη το ενεργειακό κόστος δεν απέχει καθόλου σε σχέση με αυτό που βιώνουμε σε επίπεδο νοικοκυριών. Το κόστος κιλοβατώρας σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία βρίσκεται κάπου μεταξύ 200-250%. Και αυτό σε μια χώρα όπου τα υπάρχοντα χρέη των ΤΟΕΒ (Τοπικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων: ανεξάρτητοι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί -ΝΠΙΔ- για τη διαχείριση των αρδευτικών έργων υπό την εποπτεία των περιφερειών) αφορούν τους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος. Ακριβώς η ίδια κατάσταση επικρατεί και στον τομέα των καυσίμων, τον οποίο μπορούμε επίσης να αντιληφθούμε μέσα από βιωματικές συνθήκες.
Και βέβαια υπάρχουν και οι εθνικές πολιτικές που προμηνύουν δυσοίωνες συνθήκες στον τομέα της άρδευσης μέσω της ιδιωτικοποίησης του αρδευτικού νερού. Σε εξέλιξη βρίσκεται το μεγάλο πρότζεκτ που αφορά την εφαρμογή πλαισίων ΣΔΙΤ (συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα) στα έργα διαχείρισης αρδευτικού νερού. Τεράστιας στρατηγικής σημασίας αγροτικές υποδομές αρδευτικού νερού (φράγματα/ταμιευτήρες, αρδευτικά δίκτυα κ.ά.) περνάνε στα χέρια μεγάλων ιδιωτικών ομίλων με αποτελέσματα που δεν θα απέχουν από αυτό που βιώνουμε με τα διόδια, όπου έχουμε εξαιρετικό δίκτυο αυτοκινητόδρομων το οποίο δεν αντέχουμε οικονομικά να διασχίσουμε.
Σε παράλληλη τροχιά (αν όχι σε παράλληλο σύμπαν) κινείται και η Ευρωπαϊκή Ενωση στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης. Από τη μια βλέπουμε τη νέα ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) να θέτει πιο αυστηρούς πράσινους στόχους για τα αγροτικά προϊόντα και τις αγροτικές πρακτικές, το οποίο, παρ' όλο που σε πρώτο επίπεδο είναι σωστό, ουσιαστικά μετακυλίει στους αγρότες το οικονομικό κόστος της εφαρμογής αυτής της πολιτικής.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται και η κυριολεκτική ταφόπλακα του αγροτικού κόσμου η οποία φέρει το όνομα Mercosur (συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών -χωρίς δασμούς- μεταξύ της Ε.Ε. και του μπλοκ Mercosur της Νότιας Αμερικής - Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη και Ουρουγουάη). Η οποία δήθεν στοχεύει στο να μας απαλλάξει από την κινεζική εξάρτησή μας σε συγκεκριμένες πρώτες ύλες, ενώ ουσιαστικά έχει στόχο την ενίσχυση της γερμανικής βιομηχανίας (για ακόμα μία φορά) μέσω της ενιαίας πρακτικά αγοράς με τη Βραζιλία. Ο,τι έκαναν δηλαδή και με τα μεσογειακά κράτη-μέλη της ευρωζώνης πριν από 25 χρόνια, με τη διαφορά ότι οι Λατινοαμερικανοί δεν είναι τόσο θύματα, μια και μέσω της Mercosur φαίνεται να εξασφαλίζουν εξαγωγές αγροτικών προϊόντων προς την Ε.Ε. Πάλι όμως φαίνεται η Ε.Ε. να έχει μοναδικό μέλημα να εξασφαλίζονται οι εξαγωγές της Γερμανίας. Το τραγελαφικό της υπόθεσης είναι ότι η Ε.Ε. συνειδητά διαλύει τον πρωτογενή τομέα και ειδικά αυτόν που σχετίζεται με τον επισιτιστικό κλάδο, την ίδια στιγμή που μας προετοιμάζει για πόλεμο με τη Ρωσία.
Για όλα τα παραπάνω η κυβέρνηση μάταια προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι πρόκειται για φυσικά φαινόμενα ή για εισαγόμενες πληθωριστικές τάσεις από το υπερπέραν. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ο αγροτικός πληθυσμός έχει αλλάξει ποιοτικά χαρακτηριστικά τις τελευταίες δεκαετίες. Νέοι άνθρωποι, τεχνικά καταρτισμένοι που μπορούν να στέκονται άνετα στα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά πάνελ απέναντι σε Μαυρογιαλούρους πολιτικάντηδες του περασμένου αιώνα που νομίζουν ότι διαχειρίζονται ακόμα το Σχέδιο Μάρσαλ. Δεν αντιλαμβάνεται ότι η κοινωνία πλέον δεν θα συνεχίσει να στηρίζει την εγχώρια κατανάλωση κουτόχορτου ως εθνικού αγροτικού προϊόντος.
*Καθηγητής ΕΜΠ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου