10 Μαρτίου 2026

Ο πόλεμος, τα σχίσματα στη Δύση και το deal του Τραμπ με… τον θεό - Του Διονύση Ελευθεράτου

Ο πόλεμος, τα σχίσματα στη Δύση και το deal του Τραμπ με… τον θεό, του Διονύση Ελευθεράτου

Καθόλου δεν ικανοποιήθηκε για την επίθεση στο Ιράν το συντηρητικό περιοδικό American Conservative, που στηρίζει πολιτικά τον Ντόναλντ Τραμπ. Προβλέποντας «παρατεταμένη σύγκρουση», το περιοδικό διερωτήθηκε: «Αξίζει να θυσιαστούν ζωές Αμερικανών στρατιωτών, για να μπορεί το Ισραήλ να επεκταθεί ανεξέλεγκτα στη Μέση Ανατολή;».

Ας συγκρατήσουμε τη διατύπωση: Το αμερικανικό περιοδικό αναφέρεται στον στόχο του Ισραήλ για «ανεξέλεγκτη επέκταση», όχι σε φληναφήματα τύπου «άμυνα» κλπ. Βλέπετε, ό,τι συμβαίνει συχνά με τους μεμονωμένους ανθρώπους ενίοτε γίνεται και στα μέσα ενημέρωσης: Αν δυσφορούν πολύ με κάτι, τότε λένε ή γράφουν αυτό που στ’ αλήθεια σκέφτονται, χωρίς «περικοκλάδες». Χωρίς μέριμνα για τήρηση κάποιου απατηλού «politically correct».

Ακόμη αιχμηρότερος ήταν ο – επίσης συντηρητικός- γνωστός σχολιαστής και πρώην παρουσιαστής του Fox News, Τάκερ Κάρλσον. Μιλώντας στο Tucker Carlson Network, αφενός εξέφρασε τη διαφωνία του για την επίθεση στο Ιράν και αφετέρου ζήτησε από την κυβέρνηση να «θέσει υπό έλεγχο» τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπ. Νετανιάχου.

Αναπτύσσοντας το  σκεπτικό του, ο Τ. Κάρλσον ανέφερε μεταξύ άλλων για τον Νετανιάχου: «Δεν πρόκειται για αντισημιτισμό. Πρόκειται για έναν ηγέτη κράτους, του οποίου οι αποφάσεις οδηγούν σε θανάτους Αμερικανών και επηρεάζουν την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά και το μέλλον των ΗΠΑ».

Κατά τον Τ. Κάρλσον, η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να δείξει με σαφήνεια ότι «δεν είναι το Ισραήλ επικεφαλής». Το εκ διαμέτρου αντίθετο, όμως, μήνυμα εξέπεμψαν οι απίστευτες δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο (στο Καπιτώλιο, τη Δευτέρα 2 Μαρτίου): «Γνωρίζαμε τις προθέσεις του Ισραήλ και καταλάβαμε τι θα σήμαινε αυτό για εμάς, επομένως έπρεπε να δράσουμε»…

Με άλλα λόγια, ο υπουργός Εξωτερικών της «μοναδικής υπερδύναμης» είπε ότι το Ισραήλ ρυμούλκησε την Ουάσινγκτον στον πόλεμο. Αφού ούτως ή άλλως οι Ισραηλινοί θα κτυπούσαν και οι Ιρανοί στις απαντητικές τους ενέργειες θα συμπεριλάμβαναν αμερικανικούς στόχους, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν – κι ας διεξάγονταν διαπραγματεύσεις…

Δεν ξέρουμε αν μας απατά η μνήμη, αλλά αδυνατούμε να θυμηθούμε στέλεχος άλλης κυβέρνησης των ΗΠΑ, το οποίο να περιέγραψε δημοσίως κι επισήμως την Ουάσινγκτον ως  γιγάντιο ενεργούμενο του Τελ Αβίβ. Και αυτό, μάλιστα, το δηλώνει στέλεχος μιας αμερικανικής κυβέρνησης, ο επικεφαλής της οποίας αποπνέει μεγαλομανία σχεδόν σε κάθε ανάσα του…

Θα ήταν, φυσικά, μεγάλο λάθος να θεωρηθεί ότι ο Τραμπ έχει ως μοναδικό γνώμονα για τις αποφάσεις και τις κινήσεις του τα «χατίρια» προς το Ισραήλ. Ασφαλώς και επιθυμεί διακαώς το «στρίμωγμα» της Κίνας, με τη διακοπή των ροών του φθηνού ιρανικού πετρελαίου προς αυτήν και το «φράξιμο» των εμπορικών δρόμων της. Ασφαλώς και μπορεί να «πουλήσει» ο Αμερικανός πρόεδρος στο εσωτερικό της χώρας του και κάποια ειδικότερα άμεσα οφέλη, από τον πόλεμο:   Όπως έγραψαν οι Financial Times, μόλις η επίθεση στο Ιράν εκτόξευσε παγκοσμίως το ενεργειακό κόστος  οι εταιρείες Venture Global και Cheniere Energy, δύο μεγάλοι εξαγωγείς LNG των ΗΠΑ, έσπευσαν να αυξήσουν τον όγκο της παραγωγής στις  εγκαταστάσεις τους – στο Τέξας και τη Λουιζιάνα. Όμως, ό,τι και να «πουλήσει» στους συμπατριώτες του ο Τραμπ, όλα δείχνουν ένα σοβαρό σχίσμα στις τάξεις του κινήματος «MAGA» («Make America Great Again»).

Το ρήγμα στο «MAGA» και όσα δείχνουν οι δημοσκοπήσεις   

Τα προαναφερθέντα παραδείγματα του American Conservative και του Τάκερ Κάρλσον είναι μόνον η κορυφή του παγόβουνου. Βουλευτές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και  «τραμπικοί» opinion makers εκφράζουν την απογοήτευσή τους για τη νέα πολεμική περιπέτεια των ΗΠΑ (ενδεικτικά, εδώ).

Θα ήταν εύκολο ν’ αναρωτηθεί κανείς: «Μα τι περίμεναν – δεν ήξεραν τι εστί Τραμπ;». Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι η κοινωνική και εκλογική βάση του «MAGA» βλέπει να ανατρέπεται η πιο νευραλγική (και πιθανότατα η πλέον ελκυστική) υπόσχεση, εξ όσων είχε δώσει ο νυν πρόεδρος: Η Αμερική θα «ξαναγινόταν μεγάλη» χάρη στα deals και στη δύναμη της οικονομικής επιβολής, χωρίς να αναλώνεται, να «σπαταλά τρισεκατομμύρια δολάρια» – και συχνά να ματώνει –  σε αχρείαστους πολέμους.

Ας θυμηθούμε τι είχαν ακούσει ή διαβάσει ως τώρα από τον Τραμπ, οι Αμερικανοί. Το 2016 δήλωνε ότι η εισβολή στο Ιράκ ήταν «ένα μεγάλο, χοντρό λάθος». Το 2019, όταν αποφάσιζε την απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία, έγραφε στο Twitter: «Η είσοδος στη Μέση Ανατολή ήταν η χειρότερη απόφαση που ελήφθη στην ιστορία της χώρας μας». Το 2020 διεκήρυττε το τέλος της εποχής των «ατέρμονων πολέμων» και την πεποίθησή του ότι ο ρόλος των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ δεν είναι να επιλύουν «πανάρχαιες διαφορές, σε μακρινές χώρες». Το 2023, καθώς ετοιμαζόταν να διεκδικήσει πάλι την προεδρία, υποσχόταν να διαλύσει το «βαθύ κράτος της Ουάσινγκτον», το οποίο, κυριαρχούμενο από «πολεμοκάπηλους της παγκοσμιοποίησης», ωθούσε τις ΗΠΑ σε ανώφελες πολεμικές εμπλοκές. Και ίσως το πιο ιλαροτραγικό: Κατά καιρούς ο Τραμπ χαρακτήριζε υποκριτική την επίκληση της «δημοκρατίας» και της «ελευθερίας», για την αιτιολόγηση αμερικανικών πολεμικών εξορμήσεων.

Παρατηρούμε  λοιπόν δυο παράλληλα, «συγγενικά» σχίσματα. Το ένα, στο «MAGA». Το άλλο αφορά το «διαζύγιο» που, όπως φανερώνουν οι δημοσκοπήσεις, παίρνει η κοινή γνώμη των ΗΠΑ από μια «πατροπαράδοτη» βασική αρχή. Εκείνη την αρχή που συνοψίστηκε σε μια φράση, η πατρότητα της οποίας αποδίδεται στον αξιωματικό του αμερικανικού Ναυτικού, Στίβεν Ντεκατούρ (1779 – 1820): «Σωστό ή λάθος, είναι η πατρίδα μου»…  Με άλλα λόγια: Αν η χώρα μου αρχίσει πόλεμο, δεν θα κάτσω να σκεφτώ το δίκαιο ή το άδικο, το ενδεδειγμένο ή το εσφαλμένο του πράγματος.

Σχεδόν ευλαβικά το τηρούσαν αυτό οι Αμερικανοί, στη μεγάλη πλειονότητά τους – τουλάχιστον κατά τις απαρχές των πολέμων «τους». Τώρα όμως οι γνώμες τους κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση. Μέχρι στιγμής, στις δημοσκοπήσεις η επιδοκιμασία της πολεμικής επιδρομής εναντίον του Ιράν κυμαίνεται από 21% (έρευνα του Critical Issues Poll) ως το 27%  (σφυγμομέτρηση Reuters/Ipsos). Ανεξήγητο; Κάθε άλλο.

Προφανώς επιδρούν και οι σωρευμένες εμπειρίες από παρελθόντες πολέμους. Ομοίως και τα συμπεράσματα, για το πόσο τελικά εκείνοι ήταν ή δεν ήταν αναγκαίοι, τι έδειξε το «ζύγι» ζημιών – οφέλους, κλπ. Και το κυριότερο: Επιδρά η απουσία κάποιου σοβαρού, ευρύτατα αποδεκτού λόγου, για τον οποίο οι ΗΠΑ θα «όφειλαν» να ανοίξουν τώρα το «κουτί της Πανδώρας», με μια επίθεση εναντίον του Ιράν.

Οι διαφορές από το παρελθόν, ένα «σχέδιο δολοφονίας» και ο… Αρμαγεδδών

Αξίζει να ανιχνεύσουμε διαφορές, σε σχέση με άλλους «αμερικανικούς» πολέμους του 21ου αιώνα – ας μην «ταξιδέψουμε» βαθύτερα στο χρόνο. H επίθεση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το 2001, έγινε λίγες εβδομάδες έπειτα από το χτύπημα της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους. Διέθετε δε ως βασικό πολιτικό και ηθικό «νομιμοποιητικό στοιχείο» το άσυλο που είχαν δώσει οι Ταλιμπάν στον Μπιν Λάντεν, δηλαδή τον άνθρωπο- εγκέφαλο εκείνου του κτυπήματος, το οποίο κόστισε τις ζωές σχεδόν τριών χιλιάδων ανθρώπων.

Το  2003, η αιτιολόγηση της εισβολής στο Ιράκ και της κατοπινής κατοχής της χώρας βασίστηκε σε ένα αναίσχυντο, αδίστακτο μύθευμα – τα υποτιθέμενα «όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ Χουσεϊν». Όμως το ψέμα αποκαλύφθηκε αργότερα – ή τουλάχιστον αργότερα κάμφθηκε η ευπιστία των Αμερικανών.

Τώρα, όμως, η αμερικανική κοινή γνώμη παρακολουθεί έναν πόλεμο, του οποίου οι υποτιθέμενες αιτίες κινήθηκαν –  κατάχλωμες και αδύναμες – από τον έναν ισχυρισμό στον άλλον και από αντίφαση σε αντίφαση (θα τα δούμε όλα αυτά σε ξεχωριστό σημείωμα, για όλους τους φερόμενους ως λόγους της επίθεσης). Μέχρι που «στρατεύθηκε» και η τερατολογία  ότι η ιρανική ηγεσία σχεδίαζε να… δολοφονήσει τον Τραμπ.

«Τον σκότωσα προτού με σκοτώσει αυτός», είπε για τον Αλί Χαμενεϊ ο Αμερικανός πρόεδρος στον δημοσιογράφο του ABC News, Tζόναθαν Καρλ. Να λοιπόν και μια διάσταση «μονομαχίας στο Φαρ Ουέστ», με το «πιο γρήγορο πιστόλι» να επικρατεί…

Και μόνο το γεγονός ότι επιστρατεύθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός, που από όποια οπτική γωνία κι αν εξεταστεί θα κερδίσει ασυζητητί τον προσδιορισμό «για ψεκασμένους», δείχνει ότι στην Ουάσινγκτον αντιλαμβάνονται πόσο ισχνά είναι τα «λογικά επιχειρήματα» υπέρ του πολέμου. Το υπενθυμίζουν άλλωστε και οι δημοσκοπήσεις.

Ειρήσθω εν παρόδω: Η… εφεδρεία αυτή (περί σχεδίου δολοφονίας του Τραμπ) θυμίζει αρκετά τις αναρτήσεις που έκανε από το 2017 και μετά σε διάφορες πλατφόρμες του διαδικτύου ο ακροδεξιός λογαριασμός «Q». Ένας υποτιθέμενος αξιωματούχος, με  πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες, έγραφε μεταξύ άλλων ότι συνωμοτούσε  εναντίον του Τραμπ μια συμμορία σατανιστών, παιδεραστών και κανιβάλων (ναι, όλα αυτά μαζί).

Ο θεός έσωσε, λοιπόν, τον Τραμπ από τους Ιρανούς… Αλλά φαίνεται πως και ο θεός έχει εθιστεί στα deals και στη λογική του «δούναι και λαβείν». Έτσι, ζήτησε από τον Αμερικανό πρόεδρο ένα αντάλλαγμα (κατά μία εκδοχή το ζήτησε ο Ιησούς, αλλά δεν θα τα χαλάσουμε σ’ αυτό): Να παραδώσει τη Μέση Ανατολή στις φλόγες του πολέμου, ώστε να ξεπηδήσει ο Αρμαγεδδώνας. Αυτά λένε Αμερικανοί αξιωματικοί, σύμφωνα με ρεπορτάζ που καταγράφουν καταγγελίες στρατευμένων  (βλ. εδώ).

Υποθέτουμε πως όσοι θεωρούν δικαιολογημένη, ή έστω ανεκτή, την επίθεση στο Ιράν επειδή εκεί υφίσταται θεοκρατικό καθεστώς, θα έχουν τώρα κάποιες «απορίες» παραπάνω. Πέραν της θεμελιώδους «απορίας» (αλήθεια, την είχαν;) , δηλαδή γιατί τα χειρότερα καθεστώτα του ισλαμικού φονταμενταλισμού (ο εβραϊκός είναι εξ ορισμού «ΟΚ») κατά καιρούς αντιμετωπίζονταν ή μονίμως αντιμετωπίζονται – σαν να λέμε Ταλιμπάν κάποτε, Σαουδική Αραβία πάντα – ως… εξαίρετα, από τις ΗΠΑ και τη «συλλογική Δύση».

Η αλήθεια είναι ότι και στο παρελθόν στις ΗΠΑ (και αλλού) ακουγόταν –  ενίοτε από χείλη προέδρων – το «ο θεός είναι μαζί μας » στις παραμονές στρατιωτικών επεμβάσεων ή κατά την εξέλιξή τους. Δείχνει όμως ευδιάκριτη η διαφορά ανάμεσα, αφενός στο να βαυκαλίζεσαι πως κάποιος θεός είναι μαζί σου διότι κρίνει δίκαιους τους «γήινους» σκοπούς σου και, αφετέρου, να θεωρείς πως ένας πόλεμος πρέπει να γίνει για να εκπληρωθούν θρησκευτικές προφητείες. Τούτη η διαφορά ίσως αντιπροσωπεύει, με τον τρόπο της, τη σημερινή Αμερική ή τουλάχιστον την Αμερική που «οραματίζεται» ο Τραμπ (καλή αφορμή για να ασχοληθεί κανείς και με το ισχυρότατο φάσμα  του «χριστιανο- σιωνισμού» που κατοικοεδρεύει στις τάξεις των λευκών Ευαγγελιστών των ΗΠΑ).

Η Ευρώπη που χειροκροτούσε τη συμφωνία με το Ιράν…

Υφίστανται  λοιπόν στις ΗΠΑ δυο «ομογάλακτα» σχίσματα, το βάθος και τις συνέπειες των οποίων θα καθορίσουν τελικά οι πολεμικές εξελίξεις. Η διάρκεια της σύρραξης, το αν θα επιτευχθεί ή όχι «γρήγορη νίκη», το πόσοι Αμερικανοί στρατιώτες θα σκοτωθούν, κλπ. Τα σχίσματα όμως είναι υπαρκτά. Μπορούμε να θεωρήσουμε ως τρίτο «σχίσμα», με σημείο αναφοράς το χρόνο και την παρέλευσή του, αυτό ανάμεσα στον επίμονα «αντιπολεμικό» Τραμπ του χθες και στον Τραμπ του σήμερα. Ανάλογο… σχιζοειδές κρούσμα, όμως, οφείλουμε να διαγνώσουμε και στην Ευρώπη.

Εξηγούμαστε: Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε χαιρετίσει ως θετικότατη, ευεργετική εξέλιξη τη συμφωνία Ουάσινγκτον – Τεχεράνης για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επί προεδρίας Ομπάμα στις ΗΠΑ. Εάν η κατοπινή προεδρία Τραμπ δεν ακύρωνε τη συμφωνία εκείνη,  ικανοποιώντας τον διακαή πόθο του Ισραήλ, σήμερα δεν θα υπήρχε το πρόσχημα της «ιρανικής πυρηνικής απειλής» να «αιτιολογεί» τον πόλεμο. Από προσχήματα βεβαίως… άλλο τίποτα, αυτό όμως ήταν ανέκαθεν το πιο «σοβαρό» και «δραματικό».

Το ευρωπαϊκό διευθυντήριο που τότε επιδοκίμασε – και λογικότατα – τη συμφωνία εκείνη, τώρα θεωρεί… κατά βάση δικαιολογημένη την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Επικαλούμενο τι; Κυρίως την ανάγκη αποτροπής του «πυρηνικού κινδύνου». Ο οποίος φυσικά θα ήταν και τυπικά ανύπαρκτος, εάν δεν είχε ακυρώσει τη συμφωνία ο Τραμπ, που τώρα… ενεργεί σωστά.

Όλα τα κατάφεραν, λοιπόν, οι φωστήρες που ορίζουν τις τύχες των ευρωπαϊκών κοινωνιών: Και η συμφωνία για τα πυρηνικά ήταν μια χαρά και ο Τραμπ που τη σμπαράλιασε είχε… τα δίκια του. Ένδειξη ενός ασύλληπτου καταντήματος, τις εκφάνσεις του οποίου δεν προλαβαίνει κανείς να μετρά.

Εδώ όμως προκύπτουν και σε παρόντα χρόνο ρωγμές, τις οποίες σχηματικά θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως απτό σχίσμα. Διότι, ναι μεν το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής γραμμής ευνοεί και «χαϊδεύει» ξεκάθαρα τους επιτιθέμενους (Ισραήλ, ΗΠΑ), αλλά οι αποκλίσεις και οι διαφορές μόνον αμελητέες δεν είναι. Αρκεί να αντιδιαστείλουμε την αξιοπρεπέστατη στάση της Ισπανίας προς εκείνη πχ της Γερμανίας και κυρίως προς τη   γλοιώδη τοποθέτηση του εσαεί αυτο- εξευτελιζόμενου  γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Του ανθρώπου που σε κάνει να πιστεύεις πως, εάν κάποτε ο Τραμπ πει στους απανταχού «γλειψιματίες» και κόλακες να πηδήξουν από ύψος ενάμιση μέτρου ως ένδειξη αφοσίωσης, εκείνος (ο Ρούτε) θα κάνει άλμα από τον τρίτο όροφο…

Τα υπόλοιπα, είναι μάλλον γνωστά… Η καλή μας η «θεσμική Ευρώπη» (τουλάχιστον το διευθυντήριό της) θα ξαναθυμηθεί το διεθνές δίκαιο, εάν και όταν αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον του Τραμπ για τη Γροιλανδία. Θα συνεχίσει να αναμασά τον παιδαριώδη ισχυρισμό ότι «δεν συμμετέχει» σε έναν πόλεμο, στον οποίο χρησιμοποιούνται στρατιωτικές βάσεις που βρίσκονται στα εδάφη της. Θα συνεχίσει να στηλιτεύει την έλλειψη «αυτοσυγκράτησης », εκ μέρους  εκείνων που δέχονται τέτοια επίθεση. Και «φυσικά», εάν η πολεμική φρίκη φέρει νέα ανθρώπινα, προσφυγικά κύματα, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες θα αρχίσουν να διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για το κακό που κατέφθασε… απρόσκλητο.

Ζητείται ένα «σχίσμα», βαθύ και μόνιμο, ανάμεσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τέτοιες πολιτικές ελίτ. Ζητείται ως όρος επιβίωσης- των πρώτων.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου