Με
τη γνώριμη ρητορική της «επιστροφής στην κοινωνία», η Περιφέρεια
Αττικής επιχειρεί να ξεκινήσει άμεσα –μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026–
την πρώτη φάση του σχεδίου παρέμβασης στα Προσφυγικά της λεωφόρου
Αλεξάνδρας, προκηρύσσοντας διαγωνισμό για τις τέσσερις από τις οκτώ
ιστορικές πολυκατοικίες. Το έργο, ύψους 15 εκατ. ευρώ και ενταγμένο στο
Περιφερειακό ΕΣΠΑ 2021-2027, προβλέπει την ανακαίνιση και αποκατάσταση
των εξωτερικών όψεων των κτιρίων και 108 διαμερισμάτων έως το 2028.
Πίσω
από τις εξαγγελίες, ωστόσο, παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα, καθώς από τα
228 διαμερίσματα του συγκροτήματος, τα 177 έχουν ήδη μεταβιβαστεί στην
Περιφέρεια, 51 εξακολουθούν να ανήκουν σε ιδιώτες, ενώ δεν έχει
αποκλειστεί το ενδεχόμενο νέων απαλλοτριώσεων.
Οι δομές
Οι
οκτώ πολυκατοικίες, συνολικής επιφάνειας 17.215 τ.μ., έχουν
χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία με αποφάσεις του ΣτΕ το 2003 και το
2009, ως ελάχιστα σωζόμενα συγκροτήματα κοινωνικής κατοικίας της
μεσοπολεμικής περιόδου. Δεν πρόκειται, επομένως, για «ανενεργά ακίνητα»,
αλλά για ιστορικό και πολεοδομικό σύνολο με βαρύνουσα σημασία για την
πόλη.
Η Περιφέρεια δηλώνει ότι τα 108
διαμερίσματα θα αξιοποιηθούν για «κοινωνική κατοικία» και για τη
φιλοξενία συνοδών ασθενών του αντικαρκινικού νοσοκομείου «Αγιος Σάββας».
Η επίσημη αφήγηση μιλά για «ανάπλαση» και «προστασία της πολιτιστικής
κληρονομιάς». Ομως η πραγματικότητα στο εσωτερικό των κτιρίων διαψεύδει
την εικόνα της εγκατάλειψης που συστηματικά καλλιεργείται.
Τα
Προσφυγικά δεν είναι ετοιμόρροπα κτίρια, είναι κατασκευές που άντεξαν
τους μεγάλους σεισμούς της Αθήνας επί σχεδόν έναν αιώνα χάρη στην
ποιότητα της αρχικής δόμησης αλλά και στη συνεχή φροντίδα των ίδιων των
κατοίκων τους και φέρουν πάνω τους ιστορικά σημάδια από τις σφαίρες των
Δεκεμβριανών. Περισσότεροι από 400 άνθρωποι, από 27 εθνικότητες,
συγκροτούν έναν ζωντανό κοινωνικό ιστό στο κέντρο της πόλης. Για αυτούς,
το σχέδιο «αποκατάστασης» μεταφράζεται σε βίαιη εκκένωση και εκτοπισμό.
Η
στοχοποίηση της γειτονιάς ως «εστίας ανομίας» λειτουργεί ως ιδεολογικό
άλλοθι, αφού, στην πράξη, στα Προσφυγικά λειτουργούν συνελεύσεις, δομές
υγείας, φιλοξενίας, πολιτισμού και αλληλεγγύης. Η διακίνηση ναρκωτικών,
που συχνά χρησιμοποιείται ως φόβητρο από κυβερνητικά χείλη,
αντιμετωπίστηκε ήδη από το 2010 με συλλογικές αποφάσεις και σαφή
απαγόρευση στο εσωτερικό της κοινότητας. Αντίθετα, η μόνη συστηματική
επιθετικότητα που καταγγέλλεται είναι οι επανειλημμένες αστυνομικές
επιχειρήσεις με χημικά, δίπλα σε νοσοκομεία και κατοικίες με παιδιά και
ηλικιωμένους.
Το κράτος διακηρύσσει ότι
επιδιώκει τη δημιουργία κοινωνικής κατοικίας, παραβλέποντας ότι τα
Προσφυγικά λειτουργούν ήδη ως κοινωνική στέγη για ευάλωτους ανθρώπους,
όπως ηλικιωμένους, ασθενείς, άστεγους, πρόσφυγες, μονογονεϊκές
οικογένειες. Σήμερα, πίσω από τα 15 εκατομμύρια της «αποκατάστασης» που
εξαγγέλλει η κυβέρνηση, πολλοί διακρίνουν ακόμα μια διαδικασία
εξευγενισμού που θα εκτοξεύσει το κόστος ζωής στην περιοχή των
Αμπελοκήπων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημιουργία δομών για συνοδούς
ασθενών των γειτονικών νοσοκομείων, ωστόσο τέτοιες δομές λειτουργούν ήδη
με πρωτοβουλία των κατοίκων, την ώρα που δεκάδες δημόσια και
εκκλησιαστικά ακίνητα παραμένουν αναξιοποίητα, σε μια περίοδο
συστηματικής υποβάθμισης του ΕΣΥ.
Αναπαραγωγή ζωής
Στην
καρδιά της γειτονιάς λειτουργεί η Δομή Παιδικού Στεκιού και
Αυτομόρφωσης μαζί με τον Αυτοοργανωμένο Βρεφονηπιακό Σταθμό, με
καθημερινό εκπαιδευτικό πρόγραμμα και συνεργασίες με σχολεία και
συλλόγους γονέων. Το Κοινωνικό Κέντρο στεγάζει τη γενική συνέλευση και
πλήθος πολιτικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, ενώ η Δομή Βιβλιοθήκης, η
Ομάδα Αυτομόρφωσης και η Δομή Σινεμά συγκροτούν σταθερούς χώρους γνώσης
και πολιτισμού. Η Καλλιτεχνική Ομάδα οργανώνει θεατρικά και μουσικά
εγχειρήματα, δίνοντας δημόσιο βήμα στην έκφραση.
Στο
πεδίο της καθημερινής αναπαραγωγής της ζωής, λειτουργούν η Δομή
Λογιστικού Τροφίμων, η Δομή Ρούχων, η Δομή Αποθήκης (με έπιπλα και
οικοσκευή), καθώς και η Δομή Σκίπινγκ, που συλλέγει προϊόντα από λαϊκές
αγορές. Ο αυτοοργανωμένος φούρνος «Berkin Elvan» παράγει καθημερινά
ψωμί, ενώ η Δομή Συλλογικού Καφενείου αποτελεί σταθερό σημείο
συνάντησης. Παράλληλα, η Ομάδα Αλληλεγγύης Αστέγων αξιοποιεί τις
υποδομές της κοινότητας για τη σίτιση δεκάδων ανθρώπων στο κέντρο της
Αθήνας.
Στον τομέα της υγείας και της
κοινωνικής φροντίδας λειτουργεί η Δομή Υγείας και Κοινωνικού Φαρμακείου,
σε συνεργασία με κοινωνικά ιατρεία και σωματεία υγειονομικών. Η Δομή
Φιλοξενίας θεραπευόμενων και συνοδών του αντικαρκινικού νοσοκομείου «Ο
Αγιος Σάββας» καλύπτει ανάγκες που το κράτος αφήνει ακάλυπτες. Υπάρχει
επίσης Δομή Ζώων για τη φροντίδα των αδέσποτων της περιοχής.
Σημαντικό
ρόλο παίζουν οι δομές έμφυλης και κοινωνικής ενδυνάμωσης: η Γυναικεία
Δομή, που προσφέρει στήριξη και χώρο έκτακτης φιλοξενίας, και η Αντρική
Ομάδα Πολιτικής Εκπαίδευσης σε έμφυλα ζητήματα, που επιχειρεί να ανοίξει
δημόσια συζήτηση πάνω στις πατριαρχικές δομές. Η Δομή Νεολαίας ενισχύει
τη συμμετοχή των νεότερων μελών στους κοινωνικούς αγώνες.
Την
υλική και τεχνική υποδομή στηρίζουν η Δομή Ιντερνετ, η Δομή Τεχνικών
Εργασιών (που συντηρεί και ανακαινίζει τα κτίρια) και η Ομάδα Νομικών
Υποθέσεων, η οποία αναλαμβάνει ζητήματα εγγράφων και δικαιωμάτων.
Παράλληλα, η Δομή Διεθνιστικής Αλληλεγγύης, με δύο σπίτια φιλοξενίας,
καθώς και η Δομή Φιλοξενίας της συλλογικότητας «Borderless» στεγάζουν
πρόσφυγες, μετανάστες και αλληλέγγυους από άλλες χώρες. Η Ομάδα Πανό και
η Ομάδα Γυμναστικής ενισχύουν τη δημόσια παρουσία και τη συλλογική
συνοχή της κοινότητας.
Με ίδιους πόρους
Ολο
αυτό το δίκτυο λειτουργεί χωρίς κρατική χρηματοδότηση, στηριγμένο στην
αυτοοργάνωση και τη συλλογική ευθύνη. Οι ίδιοι οι κάτοικοι της
Κοινότητας των Κατειλημμένων Προσφυγικών δηλώνουν αποφασισμένοι να
υπερασπιστούν τον χώρο και πως δεν έχουν άλλη επιλογή, «Ή θα νικήσουμε ή
θα νικήσουμε», όπως λένε, την ώρα που ένα μέλος τους, ο Αριστοτέλης
Χαντζής, έχει προχωρήσει σε απεργία πείνας «μέχρι θανάτου για την
υπεράσπιση της ζωής».
Τα Προσφυγικά δεν
αποτελούν «πρόβλημα προς διαχείριση», αλλά ζωντανό παράδειγμα κοινωνικής
αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης, πόσο μάλλον τη στιγμή που η κοινωνική
κατοικία στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη. Ετσι, το ερώτημα που
προκύπτει δεν είναι αν τα Προσφυγικά θα «επιστρέψουν στην κοινωνία»,
όπως διατείνεται η κυβέρνηση, αλλά αν η πολιτεία είναι διατεθειμένη να
αναγνωρίσει την κοινωνία που ήδη υπάρχει μέσα τους.