21 Σεπτεμβρίου 2022

Για τη γαλανόλευκη και τον Φίρερ


Οι πεσόντες εθνικόφρονες του Μελιγαλά, μέσα από τα δικά τους λόγια

Πρόκειται για τη γνωστότερη -και συνάμα αποκαλυπτική- από τις ετήσιες αντικομμουνιστικές «γιορτές μίσους» που μέχρι το 1982 διοργανώνονταν από το επίσημο κράτος, για να περάσουν κατόπιν στην πρωτοβουλία και αρμοδιότητα της εγχώριας Ακροδεξιάς. Αν στον Γράμμο και το Βίτσι οι εθνικόφρονες γιορτάζουν απλώς τη στρατιωτική νίκη του κράτους τους πάνω στον εσωτερικό εχθρό, στον Μελιγαλά η επιμνημόσυνη τελετή αποτίει φόρο τιμής σε μια πολύ διαφορετική (και σαφώς λιγότερο παρουσιάσιμη) πτυχή της δεκαετίας του 1940: τη διακριτική ενσωμάτωση του ένοπλου δωσιλογισμού της Κατοχής στο μεταπολεμικό κράτος της μάχιμης εθνικοφροσύνης.

Υπενθυμίζουμε πως, από την άνοιξη μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944, ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ταγματασφαλιτών της Μεσσηνίας («ΙΙΙ Τάγμα Εθελοντών Χωροφυλακής Μελιγαλά - Καλαμών», σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της μονάδας στον τοπικό Τύπο). Οπως και τα υπόλοιπα Τάγματα Ασφαλείας της Κατοχής, έτσι κι αυτό υπήρξε βοηθητικός σχηματισμός της Βέρμαχτ, υπαγόμενος στον Αρχηγό των Ες Ες στην Ελλάδα, με αποκλειστική αποστολή την καταπολέμηση της ΕΑΜικής αντίστασης. Την αιματηρή δε συντριβή του από τον ΕΛΑΣ, μετά την άρνησή του να καταθέσει τα όπλα την επαύριο της γερμανικής αποχώρησης, ακολούθησε ένα αιματηρό λουτρό αντεκδικήσεων για όσα είχαν προηγηθεί στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον κατακτητή.

❝ «Είμεθα υπερήφανοι διότι ηκολουθήσαμεν τον Αρχηγόν Συν/ρχην κ. Παπαδόγκωνα Διονύσιον, πρωτοπόρον του σημερινού αγώνος κατά της μαφίας της Μόσχας, του Σλαβισμού και των Εβραίων» | Λοχαγός Αντώνιος Χριστοδούλου, ομιλία στον Μελιγαλά (30.6.1944)

Σύμφωνα με μια λεπτομερή ονομαστική καταγραφή, στη διάρκεια της Κατοχής η Μεσσηνία είχε θρηνήσει τουλάχιστον 924 εκτελεσμένους από Γερμανοϊταλούς και ταγματασφαλίτες, στους οποίους πρέπει να προστεθούν και 59 όμηροι που βρήκαν τον θάνατο σε γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη», Καλαμάτα 2000). Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, στον οχυρωμένο Μελιγαλά κατέφυγαν οι περισσότεροι ταγματασφαλίτες του νομού μαζί με τους πολιτικούς προϊσταμένους, τους στενούς συνεργάτες και –σε κάποιες περιπτώσεις– τις οικογένειές τους. Μπαίνοντας στην κωμόπολη ύστερα από τριήμερη πολύνεκρη μάχη, ο ΕΛΑΣ ισοφάρισε τον κατοχικό λογαριασμό, εκτελώντας μεταξύ 15 και 20 Σεπτεμβρίου εκατοντάδες άτομα – τα περισσότερα ύστερα από μια συνοπτική δικαστική διαδικασία, βασισμένη στα στοιχεία που είχαν συγκεντρώσει και κατέθεσαν οι οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής των γύρω χωριών.

Οι 35 μαρμάρινες πλάκες που στήθηκαν στον χώρο του τοπικού μνημείου επί χούντας περιέχουν συνολικά 777 ονόματα ανδρών μάχιμης ηλικίας και 10 γυναικών από 54 πόλεις και χωριά της Μεσσηνίας κι επτά άλλων νομών (οι 107 –ανάμεσά τους 7 γυναίκες– από τον ίδιο τον Μελιγαλά). Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται όχι μόνο εκτελεσμένοι, αλλά και επώνυμα θύματα της σκληρής μάχης που προηγήθηκε (όπως ο ταγματάρχης Παναγιώτης Γρουσουζάκος ή ο ανθυπολοχαγός Παναγιώτης Μπένος)· εντοπίσαμε, επίσης, τουλάχιστον 8 ταγματασφαλίτες που είχαν σκοτωθεί δυο μήνες νωρίτερα στο Ρούτσι της Μεγαλόπολης, κατά την ανατίναξη μιας γερμανικής αμαξοστοιχίας από τον ΕΛΑΣ (22-23/7/1944).

Ο σχετικός κατάλογος του τοπικού «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» παραθέτει πάλι 1.144 ονόματα (κατά 98% άντρες μάχιμης ηλικίας), 108 από τους οποίους ήταν κάτοικοι του Μελιγαλά. Εκτός από εκτελεσμένους ή πεσόντες στη μάχη που προηγήθηκε, περιλαμβάνει ωστόσο ακόμη και ταγματασφαλίτες σκοτωμένους στο πλευρό της Βέρμαχτ στη διάρκεια της Κατοχής.


Παρεξηγημένοι φιλελεύθεροι;

Η κατοχική συστράτευση των περισσότερων απ’ αυτά τα θύματα στο πλευρό του κατακτητή αποσιωπήθηκε διακριτικά στα μεταπολεμικά χρόνια, ακόμη κατά τις επιμνημόσυνες τελετές που τελούνταν επίσημα κάθε χρόνο τη δεύτερη Κυριακή του Σεπτεμβρίου (βλ. αναλυτικά στο βιβλίο μου «Η αυτολογοκριμένη μνήμη», Αθήνα 2005, σ. 94-97). Η πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης που υιοθετήθηκε απ’ όλο το κοινοβουλευτικό φάσμα τη δεκαετία του 1980 επέτεινε αυτή την αποσιώπηση· το «μεταναθεωρητικό» πάλι ρεύμα της δεκαετίας του 2000 προσπάθησε ν’ αποκαταστήσει πολιτικοϊδεολογικά τους ταγματασφαλίτες σαν φιλελεύθερους κατά βάθος μαχητές, που έδωσαν μια παρεξηγημένη, άνιση μάχη ενάντια στον ερυθρό ολοκληρωτισμό.

Τη χαρακτηριστικότερη ίσως εκδοχή αυτής της συγκάλυψης, στο μεταίχμιο των δύο εποχών, την οφείλουμε στον γνωστό Μεσσήνιο πολιτικό Γιάννη Μπούτο (1925-2004) – νεαρό ταγματασφαλίτη που επέζησε της σφαγής σύμφωνα με τον τοπικό «Σύλλογο Θυμάτων» (Ηλίας Θεοδωρόπουλος, «Η πηγάδα του Μελιγαλά», Αθήνα 2001, σ. 130), γιο του πολιτικού καθοδηγητή του Τάγματος που λιντσαρίστηκε από το πλήθος κατά τη μεταγωγή του στην Καλαμάτα (17/9/1944), βουλευτή μεταπολεμικά των Φιλελευθέρων (1950-1951 και 1956-1958), της ΕΡΕ (1961-1967), της Ν.Δ. (1974-1984) και του ΠΑΣΟΚ (1989-1993), ευρωβουλευτή (1984-1989), κάμποσες φορές υπουργό (1974-1980) και διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος (1993-1994). Ταγματασφαλίτες κι αντάρτες του ΕΛΑΣ, υποστήριξε το 2002 σε συνέντευξή του στην κεντροδεξιά «Ελευθερία» της Καλαμάτας, «κατά βάθος και οι δυο πολεμούσανε για τα ίδια πράγματα. Οι μεν ήθελαν να διατηρήσουνε το σπίτι τους και το χωράφι τους και οι άλλοι να τ’ αποκτήσουν με άλλους τρόπους από εκείνους που ήταν ιστορικά και θεσμικά δεδομένοι. Και οι δυο πολεμούσανε για την πατρίδα» (παρατίθεται στο βιβλίο του Νίκου Ζερβή, «Καλαμάτα. Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση», τ. Στ’, Καλαμάτα 2007, σελ. 235). Διατύπωση που, παρά τη φαινομενική εθνοενωτική μετριοπάθειά της, εξισώνει ηθικά τον ναζισμό με την αντιφασιστική αντίσταση· για την ακρίβεια, τον τοποθετεί ένα σκαλάκι παραπάνω, σαν «αμυντικό» εγχείρημα ανάσχεσης μιας «εξωθεσμικής» επιβουλής.

Γιατί ο αγώνας των ταγματασφαλιτών «για την πατρίδα» είχε αυτή την ιδιαιτερότητα: η υπεράσπιση «του σπιτιού και του χωραφιού» τους περνούσε (όπως και των ίδιων των Γερμανών ναζί, άλλωστε) από την ενεργό –κι ενίοτε ενθουσιώδη– στράτευσή τους στις γραμμές της χιτλερικής Νέας Τάξης. Αψευδείς μάρτυρες, όχι μόνο τα αιματηρά έργα τους στο πλευρό της Βέρμαχτ αλλά και οι δημόσιες διακηρύξεις τους που δημοσιεύονταν τακτικά στην καλαματιανή εφημερίδα «Τα Νέα - Σημαία - Θάρρος», κοινή έκδοση των τοπικών φύλλων όσο το Τάγμα ήλεγχε την πόλη (από τις 14/2/1944 μέχρι το τέλος της Κατοχής).

Η ιδεολογία και η στοχοθεσία των ταγματασφαλιτών, που αποτυπώνονται εκεί, δεν διαφέρουν στο παραμικρό από τον πρωτότυπο ναζισμό: ένα χαρμάνι αντισημιτισμού, σλαβοφαγίας και διακηρυκτικής προάσπισης των «πατρογονικών» συντηρητικών αξιών, πλήρως ευθυγραμμισμένο με την κεντρική συνταγή που λανσάρισε Γκέμπελς το 1943 σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη· χαρμάνι, επιπλέον, διανθισμένο με μια γκροτέσκο λατρεία «του Αρχηγού» (γερμανιστί: Φίρερ) των Ταγμάτων της Πελοποννήσου, συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα. Ας ακούσουμε, λοιπόν, αυτούς τους παρεξηγημένους φιλελεύθερους νοικοκυραίους από κοντά.

Ο Αρχηγός και η εβραϊκή μαφία

Το πρώτο ντοκουμέντο που αναπαράγουμε είναι η δημόσια ομιλία ενός λοχαγού του Τάγματος στους κατοίκους του Μελιγαλά (30/6/1944), όπως δημοσιεύτηκε πρωτοσέλιδα στο φύλλο της 3/7/1944. Το ρεπορτάζ φέρει ψευδώνυμη υπογραφή («ΜΙΚ-ΑΡΙΣ»), η οποία στάθηκε αδύνατο να ταυτοποιηθεί. Κεντρική θέση στην ομιλία κατέχει «ο Αρχηγός» (Παπαδόγκωνας), ως «πρωτοπόρος του σημερινού αγώνος κατά της μαφίας της Μόσχας, του Σλαβισμού και των Εβραίων» και της εξόρμησης «διά την οριστικήν εξόντωσιν των ληστών Ελληνοφώνων Σλάβων», ο δε εθνικόφρων πληθυσμός καλείται να συνδράμει με κάθε μέσο «τον τίμιον αγώνα του», στο πλευρό «των Αρχών Κατοχής». Η τελευταία ζητωκραυγή αφιερώνεται πάλι εμμέσως και παρεμπιπτόντως στον τοπικό διοικητή, ταγματάρχη Παναγιώτη Στούπα, που λίγες μέρες αργότερα θ’ αναχωρούσε από τον Μελιγαλά για να στήσει το γειτονικό Τάγμα Ασφαλείας των Γαργαλιάνων.

Το πλήρες κείμενο του δημοσιεύματος έχει ως εξής:

«ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΩΜΟΠΟΛΙΝ ΜΕΛΙΓΑΛΑ
ΜΕΛΙΓΑΛΑ (Ταχυδρομικώς).
Κατά την εορτήν Πέτρου και Παύλου, Αποστόλων, ωμίλησεν εν τη κωμοπόλει Μελιγαλά, εκ του εξώστου του Διοικητηρίου, ο Λοχαγός Πεζικού κ. Χριστοδούλου Αντώνιος. Από ενωρίς το πλήθος ήρχισε να συγκεντρώνεται εις την προ του Διοικητηρίου πλατείαν. Περί ώραν 10 π.μ. εξήλθεν εις τον εξώστην ο ομιλητής γενόμενος ενθουσιωδώς δεκτός. Χειροκροτήματα και ουρανομήκεις ζητωκραυγαί υπέρ του Τάγματος Ασφαλείας, του Αρχηγού κ. Δ. Παπαδόγκωνα και του Διοικητού κ. Στούπα εδόνουν τον αέρα επ’ αρκετήν ώραν.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Κυρίαι και Κύριοι
Εις εμέ έλαχεν ο κλήρος να εμφανισθώ ενώπιον του Λαού της Ανω Μεσσήνης, με σκοπόν επικοινωνίας προς αυτόν, σήμερα ακριβώς που δυναμικότεροι ημείς από τον Κομμουνισμόν συνεχίζομεν τον αγώνα της εκκαθαρίσεως τούτου, και να τονίσω ότι τόσον εγώ όσον και οι Συνάδελφοί μου, Μόνιμοι και Εφεδροι, ότι είμεθα υπερήφανοι διότι ηκολουθήσαμεν, άλλοι μεν από της πρώτης στιγμής, άλλοι δε κατά την διάρκειαν του αγώνος, τον Αρχηγόν Συν/ρχην κ. Παπαδόγκωνα Διονύσιον, πρωτοπόρον του σημερινού αγώνος κατά της μαφίας της Μόσχας, του Σλαβισμού και των Εβραίων.

Αι καταβληθείσαι παρά του Αρχηγού και ημών προσπάθειαι τείνουσαι εξ ολοκλήρου εις την εξόντωσιν των ληστρικών συμμοριών του ΕΑΜ εστέφθησαν εξ αρχής υπό επιτυχίας, παρ’ ότι τα διατεθέντα μέσα ήσαν πενιχρά.

Σκοπούμεν και έχομεν ειλημμένην και κατηγορηματικήν απόφασιν να κτυπήσωμεν καιρίως τας εγκληματικάς οργανώσεις ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπισθεν των οποίων κρύπτεται το Κομμουνιστικόν Κόμμα, και να προφυλάξωμεν τον αθώον πληθυσμόν της ευάνδρου Μεσσηνίας από την μήνιν των εγκληματιών αυτών, σώζοντες ούτως αθώους πολίτας από τας δολοφονικάς των σφαίρας και εξησφαλίζοντες την νέαν μας γενεάν από το μίασμα του Κομμουνισμού και του Αθεϊσμού.

Ο Συνταγματάρχης κ. Παπαδόγκωνας, ούτινος είναι γνωστή η στρατιωτική ιστορία, προ των τελευταίων αιμοχαρών εγκλημάτων των δολοφόνων της Μόσχας ηναγκάσθη να μεταβή εις Αθήνας ίνα επικοινωνών με τας Αρχάς Κατοχής και την Ελληνικήν Κυβέρνησιν εξασφαλίσει τα μέσα διά την οριστικήν εξόντωσιν των ληστών Ελληνοφώνων Σλάβων.

Ευρισκόμενος εις Αθήνας τω εδόθη η ευκαιρία να επικοινωνήση με τους εις Αθήνας διαμένοντας Ελληνας, ομιλήσας εις αυτούς διά μικροφώνου προ του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου, παρισταμένου του κ. Πρωθυπουργού, του Υπουργικού Συμβουλίου και των λοιπών Αρχών ως και πλήθους κόσμου, ειπών τα εξής: (Απηγγέλθη ο λόγος του Αρχηγού Συν/χου κ. Παπαδόγκωνα).

Οι λόγοι του Αρχηγού αυτοί καθ’ εαυτοί πατριωτικοί και πλήρεις εννοίας μάς πείθουν ότι ο άνθρωπος αυτός και τας τελευταίας ημέρας της ζωής του διαθέτει διά το καλόν της αιμασσούσης Ελληνικής Πατρίδος και μας προσκαλεί όπως όλοι ημείς, άνδρες και γυναίκες, γέροντες και νέοι τον ακολουθήσωμεν εις τον τίμιον αγώνα του καταβάλλοντες πάσαν δυνατήν προσπάθειαν είτε διά λόγων είτε δι’ έργων επ’ αγαθώ της δεινοπαθούσης Πατρίδος μας και προς εξασφάλισιν εις την νέαν μας γενεάν μιας καλυτέρας αύριον.

Τας τελευταίας λέξεις του κ. Χριστοδούλου τας εκάλυψαν ουρανομήκεις ζητωκραυγαί.

Το πλήθος εν εξάλλω ενθουσιασμώ ενεφώνει:
Κάτω οι δολοφόνοι.
Κάτω οι λησταί.
Κάτω ο Μπολσεβικισμός.
Ζήτω η Ελλάς.
Ζήτω ο Συν/χης Παπαδόγκωνας.
Ζήτω το Τάγμα Στούπα».


Ο δεσπότης κι ο Εβραίος

Ο λοχαγός Χριστοδούλου δεν ήταν ο μόνος που ανακάλυψε τον «αιώνιο Εβραίο» πίσω από το αντιφασιστικό αντάρτικο του ΕΛΑΣ. Τους προηγούμενους μήνες, αμέσως μετά τη συγκρότηση του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών (18/2/1944), παρόμοιο σκεπτικό είχε αναπτύξει σε σειρά αντι-ΕΑΜικών άρθρων του στην ίδια εφημερίδα και ο επιχώριος μητροπολίτης Μεσσηνίας Πολύκαρπος Συνοδινός.

Κάτω από τον τίτλο «Ο κομμουνισμός εχθρός της ευημερίας των εθνών» (8/3/1944), ο ιεράρχης προειδοποίησε το ποίμνιό του πως «ο Κομμουνισμός, όστις ανεπτύχθη υπό του Εβραίου Μαρξ, είναι εχθρός φοβερός παντός ατόμου, οικογενείας και Εθνους. Αποβάλλει την θρησκείαν, την οποίαν θεωρεί “το όπιον διά τον λαόν”, διδάσκων ότι αι πνευματικαί του ανθρώπου δυνάμεις, ολόκληρος η πνευματική αυτού ζωή, είναι απατηλή ανάπλασις της οικονομικής ζωής, ήτις είναι και η μόνη γνησία πραγματικότης».

Τον εντοπισμό αυτό της ρίζας του συμπλήρωνε η συνολική αποδόμηση του Κακού, με καταγγελία όλων ανεξαίρετα των παραλλαγών του· όχι μόνο του αμιγούς μπολσεβικισμού της ρωσικής επανάστασης αλλά και της ισπανικής αντίστασης της προηγούμενης δεκαετίας στους φαλαγγίτες του Φράνκο, ακόμη και της μεξικάνικης επανάστασης των αρχών του εικοστού αιώνα: «Οπιον διά τον λαόν δεν είναι η θρησκεία αλλ’ η αθρησκεία και αθεΐα. Ως η χρήσις των ναρκωτικών φέρει εις τον εκφυλισμόν και την καταστροφήν, ούτω και η αθεΐα προυξένησε την παρεκτροπήν πολλών εθνών και ηφάνισεν ακμαίους πολιτισμούς. Η αθρησκεία συνετέλεσεν εις την αναστολήν της προόδου και την παρακμήν των ανθρωπίνων κοινωνιών. […] Την καταστροφήν και την αθλιότητα βλέπομεν όπου, επί τινα χρόνον, επεκράτησεν ο κομμουνισμός. Εν Ισπανία π.χ. κατεστράφησαν έργα τέχνης υπέροχα, εφονεύθησαν εκατοντάδες ιερέων και 500.000 ανθρώπων υπό της αθρήσκου λαίλαπος του Κομμουνισμού. Τούτο εγένετο και εν Ρωσσία και Μεξικώ.

Διά τούτο πρέπει ν’ αποβάλουν τον Κομμουνισμόν όσοι τυχόν παρεσύρθησαν υπ’ αυτού· να επιστρέψωμεν δε όλοι εις την Χριστιανικήν θρησκείαν, ήτις μόνη θα σώση την ανθρωπότητα, ως ομολογούν και σπουδαίοι και επιφανείς κοινωνιολόγοι και επιστήμονες».

Η αντισημιτική αποστροφή του άρθρου δεν ήταν, επίσης, καθόλου συμπτωματική. Ενα μήνα μετά, στο επόμενο έντυπο αντι-ΕΑΜικό κήρυγμά του, ο μητροπολίτης θα ξεκινήσει ξανά με την υπενθύμιση πως «ο Κάρολος Μαρξ ήτο Εβραίος, ιδρυτής του επιστημονικού λεγομένου σοσιαλισμού» («Ο Κάρολος Μαρξ και αι κομμουνιστικαί θεωρίαι», «Τα Νέα - Σημαία - Θάρρος», 2/4/1944, σ. 1).

Ο Πολύκαρπος Συνοδινός δεν ήταν άλλωστε κάποιο τυχαίο πρόσωπο αλλά παλιά γερμανόφιλη καραβάνα του ελληνικού εθνικισμού, που από τις αρχές ήδη του εικοστού αιώνα διαφήμιζε το στρατοκρατικό Ράιχ του Κάιζερ σαν πρότυπο εθνικής «ανορθώσεως», σε αντιδιαστολή προς την εθνοφθόρα προσήλωση του ημετέρου «όχλου» στους δημοκρατικούς θεσμούς και «την άστατον πολιτικήν της ημέρας» («Η κατάστασις του Ελληνισμού και τα μέσα της ανορθώσεως», περ. «Ελληνισμός», 10/1900, σ. 473-80).

Με τους Γερμανούς κατά της «ξενικής προπαγάνδας»

Τρίτη και καλύτερη, στη σειρά των τεκμηρίων μας, έρχεται η «διάλεξις» ενός άλλου αξιωματικού του Τάγματος, του επίλαρχου Ιωάννη Χριστοφίλου, στο κινηματοθέατρο «Τριανόν» της Καλαμάτας (24.6.1944). Εκφωνήθηκε στο πλαίσιο μιας μικτής ελληνογερμανικής συναυλίας «υπέρ των θυμάτων πολέμου» (δηλαδή των οικογενειών των πεσόντων ταγματασφαλιτών, όπως προκύπτει από μεταγενέστερα δημοσιεύματα). Το κείμενό της δημοσιεύτηκε κατόπιν σε συνέχειες στην εφημερίδα (26/6-2/7/1944), με τίτλο «Το καθήκον των πολιτών έναντι του αντικομμουνιστικού αγώνος».

Ο επίλαρχος ξεκινά με μια σύντομη αναδρομή της πρόσφατης ιστορίας: όταν «ο διεθνής κομμουνισμός έδωκε την πρώτην του μάχην εις την Ισπανίαν και ηττήθη», ως «τόπον διεξαγωγής» της επόμενης εξόρμησής του «εξέλεξεν την Πατρίδα μας την Ελλάδα». Κάποια στιγμή, βέβαια, αυτή η τελευταία σχεδόν συμπτωματικά «ευρέθη μεταξύ των εμπολέμων», αντιμέτωπη του Αξονα· «μετά εξάμηνον περιφανή αγώνα υπέγραψε μίαν έντιμον συνθηκολόγησιν και χάρις εις την ανθρωπιστικήν χειρονομίαν του Φύρερ της Γερμανίας εξακόσιαι και πλέον χιλιάδες Ελλήνων επανήλθον εις τας εστίας των και ησχολήθησαν με τα ειρηνικά των έργα. Η χώρα ως γνωστόν παρέμεινε διά λόγους Στρατιωτικούς υπό κατοχήν» (26/6). Δυστυχώς, όμως, «η κακοποιός οργάνωσις του ΕΑΜ δι’ απατηλών υποσχέσεων» παρέσυρε «τον αψήκορον και εύκολον εις ενθουσιασμούς Ρωμηόν», μέχρις ότου «ο χρόνος ν’ αποκαλύψη τους σκοτίους σκοπούς της» (28/6).

Ακολουθεί η αναμενόμενη δόση αντικομμουνιστικής πτωματολογίας κι ο ομιλητής θα φτάσει στην κορύφωση με το παρακάτω, εξαιρετικά εύγλωττο απόσπασμα (1/7):

«Επωφελήθησαν οι άνθρωποι αυτοί [το ΕΑΜ] της προσωρινής δυναμικής απουσίας του Κράτους και επίστευε το συνοθήλευμα [sic] αυτό των σλαυοδούλων Ελλήνων ότι ήτο δυνατόν να το ανατρέψουν και δημιουργήσουν το Κράτος της αρεσκείας των. […]

Οπως ακούσατε μας αποκαλούν Ταγματαλήτας, μας υβρίζουν Εθνοπροδότας. Ναι! δεχόμεθα ευχαρίστως την βαρείαν αυτήν ύβριν, διότι η προδοσία μας συνίσταται εις την προστασίαν του Λαού από το μαχαίρι της Ξενικής προπαγάνδας και εις το να περισώσωμεν ό,τι είναι δυνατόν από τον οδοστρωτήρα του Μπολσεβικισμού, πρόγραμμα του οποίου είναι να ισοπεδώση και εξαφανίση ό,τι έχει να παρουσιάση εις πρόοδον και πολιτισμόν η πατρίδα μας μέχρι σήμερον.

Θα απετέλει άμετρον αγνωμοσύνην εάν επ’ ευκαιρία δεν έκαμνον ιδιαιτέραν μνείαν ότι η προσπάθειά μας αύτη οφείλεται εις δευτέραν, και πάλιν Πατριωτικήν, χειρονομίαν του Φύρερ της Γερμανίας, υπό την ηγεσίαν του οποίου ο Γενναίος Γερμανικός Λαός διεξάγει σήμερον τον μεγαλείτερον αγώνα της ανθρωπίνης ιστορίας κατά του Μπολσεβικισμού ίνα σώση τον Πολιτισμόν της Ευρώπης. Δεν ήτο λέγω δυνατόν ο Λαός αυτός να παραμείνη αδιάφορος μέχρι τέλους προ της τραγωδίας του μικρού αλλά υπερόχου Ελληνικού Λαού. Και η Δευτέρα αυτή χειρονομία εγένετο διά της χορηγήσεως όπλων και παντός ό,τι χρειάζεται διά τον διεξαγόμενον σήμερον αγώνα μας».

Οπως μας πληροφορεί σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας (26/6/1944), «την συναυλίαν ετίμησαν διά της παρουσίας των ο Φρούραρχος Συνταγματάρχης κ. Χάουτβιλντ μετά του επιτελείου του, ο Διοικητής της Βάσεως πλοίαρχος κ. Τσέρλαχ μετά του επιτελείου του και ο Διοικητής του Ασυρμάτου λοχαγός κ. Τσέβελ, ο Δήμαρχος κ. Καρατζάς μετά της Κας Καρατζά και άπασαι αι Στρατιωτικαί και Πολιτικαί αρχαί της πόλεως. […] Εν κατακλείδι της συναυλίας εψάλησαν ο Ελληνικός Εθνικός ύμνος υπό της χορωδίας του Αγίου Νικολάου και ο Γερμανικός Εθνικός ύμνος υπό Γερμανών στρατιωτικών καλλιτεχνών».

Ο επίλαρχος Χριστοφίλου σκιαγραφείται σαν «ο διοργανώσας την εορτήν», τα δε «όργανα του Τάγματος Ασφαλείας» αποσπούν εύσημα για την «καλήν εμφάνισίν» τους εκεί.


Ενας είναι ο εχθρός

Την εικόνα συμπληρώνει μια ανοιχτή «επιστολή του Τάγματος Καλαμών-Μελιγαλά», με υπογραφή ταυτόσημη σχεδόν εκείνης της πρώτης ανταπόκρισης (ΜΙΜ.ΑΡΙΣ), δημοσιευμένη πρωτοσέλιδα στη μεσημβρινή έκδοση της εφημερίδας (23/8/1944) κι απευθυνόμενη προς τον λαό της Μεσσηνίας και τα μέλη του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Μισό μήνα πριν από την αποχώρηση της Βέρμαχτ, κι έξι ολόκληρες δεκαετίες πριν από την εμφάνιση του «νέου κύματος» των Καλύβα-Μαραντζίδη, η αντίσταση στον κατακτητή καταγγέλλεται εκεί από τους ταγματασφαλίτες σαν «εμφύλιος ιδεολογικός πόλεμος»· ακόμη και τα πολύνεκρα γερμανικά αντίποινα δικαιολογούνται δε πλήρως, σαν απλή επανάληψη αντίστοιχων πρακτικών του ελληνικού στρατού για την καταστολή των ντόπιων αλλοεθνών ανταρτών «εις μικράν Ασίαν και Αλβανίαν»:

«Η αποστολή του Τάγματος ημών –Μελιγαλά-Καλαμών– είναι να επιβάλη την διασαλευθείσαν τάξιν, ευνομίαν και το έννομον καθεστώς εις τον δεινώς χειμαζόμενον Νομόν μας, ον κατεσυκοφάντησαν εντέχνως οι ξένοι προπαγανδισταί και καλοθεληταί της Μόσχας, ότι δήθεν η Μεσσηνία αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθον του Κομμουνισμού, ενώ ημείς πιστεύομεν ακραδάντως ότι πρώτοι οι Μεσσήνιοι θα αποτινάξουν τον ζυγόν τούτον, όστις επεκάθισεν εις τον τράχηλόν των διά δολοπλοκιών και άλλων απατηλών υποσχέσεων, ότι δήθεν διά της αλλαγής του κοινωνικού συστήματος θα εύρισκεν ο λαός την γην της επαγγελίας, τον παράδεισον των αγαθών κ.λπ.

Λαέ της Μεσσηνίας μην παρασύρεσαι από τοιούτου είδους υποσχέσεις και μείνε πιστός στην αρχικήν σου κατάστασιν, ήτις τόσον ευχάριστος ήτο δι’ όλους μας· μείνε προσκεκολημμένος εις τον θεσμόν της οικογενείας, θρησκείας, ήτις είνε ζωντανή δι’ όλους τους Λαούς, και την Πατρίδα, ήτις εμόχθησε να μας φέρη εις το ευχάριστον σημείον του 1940. […]

Προς Θεού μη κτυπάτε τους Ελληνας αλλ’ ούτε και τους Γερμανούς Στρατιώτας, οίτινες αγωνίζονται και αυτοί διά την ιδέαν της Πατρίδος των, διεξάγουν ένα αγώνα σκληρόν διά την Εθνικήν ιδέαν και οίτινες τέλος δεν ήλθον ως Στρατός Κατοχής, ούτε και πρόκειται να παραμείνουν εις την Ελλάδα, ως εδήλωσεν ο Αρχηγός τους επισήμως. […]

Οι Γερμανοί διεξάγουν πόλεμον υπέρ των όλων και δεν θα διστάσουν ευρισκόμενοι πάντοτε εν δικαίω να μας κάψουν τα σπίτια μας, όταν ημείς σκοτώνωμεν τους στρατιώτας των.

Αναλογισθείτε ότι και ημείς εις μικράν Ασίαν και Αλβανίαν εκάναμε το ίδιον εις παρομοίας περιπτώσεις.

Τόσον ημείς όσον και οι Γερμανοί έναν μόνον έχομεν εχθρόν, τον Κομμουνισμόν – κοινός είναι κίνδυνος για όλους μας.

Ελάτε στα χωριά σας, στην οικογένειάν σας, στα σπίτια σας, κανείς δεν θα σας θίξη, αφίσατε τους κακούς αρχηγούς σας, τους πεπλανημένους, τους μωρούς και φιλόδοξους, συλλάβατέ τους, φύγετε και γίνετε πάλιν Ελληνες. […]

Ελάτε παιδιά διά να σταματήση ο εμφύλιος ιδεολογικός πόλεμος· ελάτε μαζί μας για να σωθή η Ελλάδα μας».

Το στόρι ενός αδικοχαμένου


Το όνομα του ανθυπολοχαγού Ιωάννη Φωτόπουλου από το Κοπανάκι της Τριφυλίας περιλαμβάνεται στον κατάλογο των 1.144 πεσόντων («Πάνθεον Ηρώων») που δημοσίευσε το 1979 ο Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας (Ηλίας Θεοδωρόπουλος, «Η Πηγάδα του Μελιγαλά», Αθήνα 2001, σ. 266). Στην πραγματικότητα, όμως, ο εν λόγω αξιωματικός ούτε εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά ούτε σκοτώθηκε στη μάχη που προηγήθηκε.

Την τύχη του την πληροφορούμαστε από μια πηγή υπεράνω πάσης υποψίας για φιλοΕΑΜική μεροληψία: το πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της κατοχικής εφημερίδας της πόλης, με τίτλο «Η πάνδημος κηδεία του ανθ/γού Φωτόπουλου», δημοσιευμένο έξι ολόκληρους μήνες πριν από τα επίμαχα γεγονότα («Τα Νέα - Σημαία - Θάρρος», 23/3/1944). Χρονική απόσταση και δημοσιότητα που δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο για παρεξηγήσεις:

«Εν μέσω γενικής θλίψεως», διαβάζουμε, «εκηδεύθη χθες το απόγευμα ο ανθυπολοχαγός του Τάγματος Ασφαλείας Φωτόπουλος Ιωάννης, πεσών εις τον αγώνα εναντίον του εσωτερικού εχθρού της Πατρίδος. Την νεκρώσιμον ακολουθίαν […] παρηκολούθησαν ο Νομάρχης Μεσσηνίας κ. Δ. Περρωτής, αντιπροσωπεία του Γερμανικού Φρουραρχείου, ο Δήμαρχος κ. Ηλ. Καρατζάς, ο στρατιωτικός Διοικητής Μεσσηνίας κ. Κάτσαρης, ο Φρούραρχος Καλαμών κ. Γεωργανάς, ο Διοικητής Χωροφυλακής κ. Φραγκουδάκης, ο Διοικητής του Τάγματος κ. Δ. Αλεξόπουλος, πολλοί ανώτεροι και κατώτεροι αξιωματικοί και αντιπρόσωποι των οργανώσεων της πόλεως μετά χιλιάδων λαού. […] Επί της σορού του Φωτοπούλου κατετέθησαν στέφανοι εκ μέρους του κ. Νομάρχου, του Γερμανικού Φρουραρχείου, του Δήμου, της Στρατιωτικής Διοικήσεως, της Χωροφυλακής κ.λπ. Εις τον νεκρόν απεδόθησαν εν τω Νεκροταφείω αι κεκανονισμέναι τιμαί».

Φαίνεται, ωστόσο, πως ακόμη και η απόδοση του θανάτου του στον ΕΛΑΣ υπήρξε στην πραγματικότητα ένα ψέμα. Σύμφωνα μ’ έναν άκρως εθνικόφρονα τοπικό ιστορικό, που έζησε τα γεγονότα ως έφηβος, «ο άτυχος Φωτόπουλος δεν έπεσε “εναντίον των εσωτερικών εχθρών της πατρίδος” αλλά φονεύθηκε από “φίλια πυρά”. Εκτελούσε νυκτερινή περιπολία, εντός της Καλαμάτας, και συναντήθηκε με άλλη περίπολο του Τάγματος Ασφαλείας. Λόγω συγχύσεως που επακολούθησε, αντηλλάγησαν πυρά εκατέρωθεν, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί» (Νίκος Ζερβής, «Καλαμάτα. Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση», τ. Ε’, Καλαμάτα 2005, σ. 410).

Οπως και να ’χε το πράγμα, στο ηρώο της γενέτειράς του ο ίδιος ανθυπολοχαγός φιγουράρει πάντως περήφανα, αν και με τον ταπεινότερο βαθμό του ανθυπασπιστή, σαν ένας ακόμη «μαρτυρικώς δολοφονηθείς υπό των κομμουνιστών» επί Κατοχής («1942-1944»)…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου