
Η κυβέρνηση Τραμπ δεσμεύεται να διαλύσει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
πηγή: Al Jazeera, Στέιτ Ντιπάρτμεντ
Η κυβέρνηση Τραμπ κλιμακώνει την εκστρατεία της κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να ανακοινώνει «συντονισμένη κυβερνητική απάντηση» με στόχο τη διακοπή της λειτουργίας του δικαστηρίου. Η ανακοίνωση έγινε τη Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026 μέσω δελτίου Τύπου, βιντεοσκοπημένης δήλωσης του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και άρθρου γνώμης στη Wall Street Journal.
Η τελευταία αυτή κίνηση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυρώσεων που έχει ήδη επιβάλει η αμερικανική κυβέρνηση εναντίον αξιωματούχων του ΔΠΔ, καθώς και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έχουν παράσχει αποδεικτικά στοιχεία κατά των ΗΠΑ στο δικαστήριο. Παράλληλα, υπάρχουν απειλές για κυρώσεις σε κάθε οντότητα που βοηθά σε έρευνες εις βάρος των ΗΠΑ ή των συμμάχων τους, με ιδιαίτερη αναφορά στο Ισραήλ.
Στη βιντεοσκοπημένη δήλωσή του, ο Ρούμπιο υιοθέτησε έντονα επιθετική ρητορική, κατηγορώντας το δικαστήριο ότι «εξαπολύει πόλεμο εναντίον της χώρας μας – όχι με σφαίρες ή πυραύλους, αλλά με καταστατικά, χάρτες, συμφωνίες και τη δήθεν επιβολή του διεθνούς δικαίου». Πρόσθεσε ότι το ΔΠΔ «σήμερα απειλεί κάθε πτυχή του πολιτικού και νομικού μας συστήματος» και κατέληξε με μια σαφή προειδοποίηση: «Αν πιστεύουν ότι μπορούν να μας στερήσουν την κυριαρχία μας, εμείς θα τους διδάξουμε το πραγματικό νόημα της αμερικανικής αποφασιστικότητας».
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρουσίασε μια σειρά «υπό εξέταση δράσεων», οι οποίες περιλαμβάνουν:
- Έκκληση προς τις χώρες που συνεργάζονται με τον αμερικανικό στρατό και τις διωκτικές αρχές να «απορρίψουν την υποτιθέμενη δικαιοδοσία του ΔΠΔ να διώκει Αμερικανούς αξιωματούχους και στρατιωτικούς».
- «Αυξημένη εποπτεία των κρατών που, ενώ βασίζονται στην αμερικανική βοήθεια, αρνούνται να απορρίψουν την ανύπαρκτη δικαιοδοσία του ΔΠΔ».
- Ενίσχυση των κυρώσεων και ταξιδιωτικές απαγορεύσεις για το προσωπικό του ΔΠΔ και συναφείς οργανώσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος του Καταστατικού της Ρώμης, που ίδρυσε το ΔΠΔ το 2002, και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται στη δικαιοδοσία του. Ωστόσο, αξιωματούχοι του Δικαστηρίου έχουν διευκρινίσει ότι Αμερικανοί πολίτες μπορούν να ερευνώνται και ενδεχομένως να διώκονται στο πλαίσιο ερευνών για παραβιάσεις σε χώρες-μέλη του καταστατικού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η έρευνα του ΔΠΔ από το 2020 για εγκλήματα πολέμου στο Αφγανιστάν, όπου περιλαμβάνονται καταγγελίες εναντίον Αμερικανών στρατιωτικών και στελεχών μυστικών υπηρεσιών – χωρίς ωστόσο να έχει ασκηθεί μέχρι στιγμής δίωξη σε βάρος Αμερικανού πολίτη.
Διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν υποστηρίξει ότι το ΔΠΔ δεν δικαιούται να διώκει Αμερικανούς, θέση που επανέλαβε πρόσφατα το Υπουργείο Δικαιοσύνης με επιστολή του στα τέλη Ιουνίου προς την πρόεδρο του ΔΠΔ, Τομόκο Ακάνε. Ο Τραμπ, στην πρώτη του θητεία, είχε επιβάλει το 2020 κυρώσεις κατά αξιωματούχων του ΔΠΔ ως απάντηση στην έρευνα για το Αφγανιστάν. Ο διάδοχός του, Τζο Μπάιντεν, ήρε τις κυρώσεις αυτές, διατήρησε ωστόσο την επίσημη αντίθεση των ΗΠΑ στην έρευνα.
Παρά τη χρόνια εχθρική στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Δικαστήριο, ο Γουίλιαμ Σάμπας, καθηγητής διεθνούς δικαίου στο Πανεπιστήμιο Μίντλσεξ του Λονδίνου, χαρακτήρισε «προβληματική» (ή «αινιγματική») τη χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης, καθώς το ΔΠΔ δεν έχει προβεί σε καμία ενέργεια εναντίον των ΗΠΑ ή των συμμάχων τους από την ανάληψη της προεδρίας από τον Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025. Υποστήριξε όμως, ότι η κυβέρνηση πιθανόν να κάνει υποθέσεις για το πού θα μπορούσαν να στραφούν μελλοντικές έρευνες, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ έχουν προβεί σε ενέργειες –όπως ο πόλεμος με το Ιράν, τα πλήγματα σε σκάφη στην Καραϊβική και η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο– που, σύμφωνα με ειδικούς, θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας.
Ο Σάμπας σημείωσε ακόμα ότι η κλιμακούμενη ρητορική υπερβαίνει τις πραγματικές δυνατότητες των ΗΠΑ για ουσιαστικά μέτρα, πέραν της επιβολής περισσότερων κυρώσεων και της συσπείρωσης συμμάχων. Εκτίμησε πάντως, ότι η κυβέρνηση βλέπει το ΔΠΔ σε αποδυναμωμένη θέση λόγω των εσωτερικών σκανδάλων που αφορούν τον επικεφαλής εισαγγελέα Καρίμ Χαν, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά: «Ίσως απλώς αισθάνονται ότι θα το χτυπήσουν λίγο περισσότερο και θα πετύχουν έτσι το αποφασιστικό πλήγμα».
O Ράεντζ Τζαράρ, διευθυντής υπεράσπισης της οργάνωσης DAWN με έδρα την Ουάσινγκτον, δήλωσε ότι η κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ «στέλνει το μήνυμα ότι οι ισχυροί βρίσκονται πάνω από τον νόμο». Προσέθεσε: «Δεν είναι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που ο Ρούμπιο αποδομεί τούβλο τούβλο, αλλά η διεθνής τάξη που αναδύθηκε από τις στάχτες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου