12 Ιουλίου 2026

«Εξοικονόμησαν»14 ευρώ τον χρόνο για κάθε πολίτη και πανηγυρίζουν - Η πραγματικότητα γκρεμίζει το «success story» της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

«Εξοικονόμησαν»14 ευρώ τον χρόνο για κάθε πολίτη και πανηγυρίζουν

Η πραγματικότητα γκρεμίζει το «success story» της Επιτροπής Ανταγωνισμού.


 Τζώρτζης Ρούσσος

Η ελληνική κοινωνία σαρώνεται απ’ άκρου εις άκρον από την αισχροκέρδεια των καρτέλ. Τα νοικοκυριά γονατίζουν μπροστά στα ράφια των σουπερμάρκετ και κινδυνεύουν με εγκεφαλικό όταν ανοίγουν τους λογαριασμούς ρεύματος και πληρώνουν για τη βενζίνη στο όχημά τους. Οσο για τα μικρομάγαζα; Βουλιάζουν από τη φορομπηχτική πολιτική του τεκμαρτού φόρου του Κωστή Χατζηδάκη, τα τεράστια λειτουργικά κόστη και την κατακρήμνιση της αγοραστικής δύναμης που έχει καταστήσει την ελληνική κοινωνία τη φτωχότερη μαζί με τη βουλγαρική στην ΕΕ των 27. Οπως έχει παραδεχτεί η Τράπεζα της Ελλάδος, το εισόδημα φτάνει στα νοικοκυριά για τις 18-23 ημέρες του μήνα. Την ίδια ώρα το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι το 73% των νοικοκυριών έχει γονατίσει από την κρίση του κόστους ζωής.

Αυτή τη δυστοπική περίοδο για την ελληνική κοινωνία βρήκε η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού για να στρεβλώσει την πραγματικότητα και να δώσει «εξέδρα πανηγυριών» στα συστημικά ΜΜΕ. Κατ’ ουσίαν η Επιτροπή επέλεξε να εμφανιστεί ως δημόσιος απολογητής μιας υποτιθέμενης επιτυχίας, εκδίδοντας μια ανακοίνωση που προκαλεί το κοινό αίσθημα. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ως «παράσημο» ένα θεωρητικό, υπολογιστικό όφελος ύψους 714,27 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2021-25 δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια απέλπιδα πολιτική επιχείρηση στήριξης των αισχρών κυβερνητικών πεπραγμένων σε βάρος της κοινωνίας για να φουσκώσει φορομπηχτικά το ΑΕΠ. 

Εν μέσω προεκλογικής περιόδου και με την εκλογική δύναμη της ΝΔ να βουλιάζει, η επικοινωνιακή διαχείριση της ακρίβειας από το Μέγαρο Μαξίμου έχει περάσει πλέον σε άλλο επίπεδο: αυτό της κατασκευής εικονικών θριάμβων. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού, αντί να λειτουργεί ως ανεξάρτητος, αδέκαστος φρουρός της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και να σπάει τα τραστ, μετατρέπεται σε βραχίονα παραγωγής στατιστικών ψευδαισθήσεων. Το περίφημο αυτό «success story» καταρρέει αμέσως μόλις τα νούμερα τεθούν υπό το πρίσμα της πραγματικής οικονομικής ανάλυσης.

Η αλήθεια είναι ότι τα καρτέλ στην Ελλάδα όχι μόνο δεν πτοούνται από τις τρέχουσες παρεμβάσεις, αλλά έχουν βρει το ιδανικό περιβάλλον για να διευρύνουν τα περιθώρια κέρδους τους, πτωχεύοντας τη μεσαία τάξη και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Την ίδια ώρα ο πολλαπλώς αποτυχημένος υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος πανηγυρίζει γιατί με «συμφωνία κυρίων» πάγωσαν σε πολύ υψηλές τιμές 2.000 κωδικούς προϊόντων.

Η αριθμητική της εξαπάτησης

Ο κεντρικός ισχυρισμός που κυβέρνηση και Επιτροπή Ανταγωνισμού προβάλλουν με τόση έπαρση είναι το συνολικό «όφελος» των 714 εκατ. ευρώ, που σε βάθος πενταετίας μεταφράζεται σε περίπου 143 εκατ. ευρώ ετησίως. Σε μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου το ΑΕΠ πλέον ξεπερνά τα 240 δισ. ευρώ, το ετήσιο αυτό ποσό αντιστοιχεί στο προκλητικό… 0,06% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μέγεθος στατιστικά αμελητέο, σταγόνα στον ωκεανό της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι μια κρατική αρχή και η πολιτική ηγεσία πανηγυρίζουν για μια παρέμβαση που επηρεάζει μόλις έξι εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας της οικονομίας αποδεικνύει το μέγεθος της πολιτικής ένδειας και της ανάγκης για κατασκευή θετικών ειδήσεων. 

Ακόμη πιο αποκαλυπτική –και ταυτόχρονα προσβλητική για τον πολίτη– είναι η αναγωγή αυτού του ποσού σε ατομικό επίπεδο. Αν διαιρέσουμε τα 143 εκατ. ευρώ του ετήσιου οφέλους με τα 10,4 εκατ. των κατοίκων της χώρας, το αποτέλεσμα είναι περίπου 13 με 14 ευρώ ανά πολίτη ετησίως. Αν το δούμε σε επίπεδο νοικοκυριού, μιλάμε για μια υποτιθέμενη εξοικονόμηση της τάξης των 30 με 35 ευρώ τον χρόνο. Την ίδια ακριβώς περίοδο, η πραγματική, αμείλικτη ακρίβεια κατατρώγει τα εισοδήματα με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος για την περίοδο 2020-26, οι επιβαρύνσεις που υπέστησαν τα ελληνικά νοικοκυριά είναι εφιαλτικές:

Το κόστος των τροφίμων αυξήθηκε σωρευτικά κατά 36,95%. 

Το κόστος της ενέργειας (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και καύσιμα) εκτινάχθηκε σωρευτικά κατά 40-50%.

Τα ενοίκια κατοικιών σημείωσαν σωρευτική άνοδο ύψους 39,48%, με τις ετήσιες αυξήσεις στη στέγαση να παραμένουν σταθερά και προκλητικά υψηλότερες από τον γενικό πληθωρισμό.

Τα περιθώρια κέρδους των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων διευρύνθηκαν σκανδαλωδώς. Η ίδια η ΤτΕ έχει επισημάνει ότι η αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ οφειλόταν κυρίως στην αύξηση των μοναδιαίων κερδών (unit profits), αποδεικνύοντας ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν μετακύλισαν απλώς το αυξημένο κόστος παραγωγής, αλλά πρόσθεσαν και «καπέλο» για να διογκώσουν την κερδοφορία τους. Συνεπώς, το θεωρητικό ετήσιο όφελος των 143 εκατ. ευρώ που επικαλείται η Επιτροπή Ανταγωνισμού αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 5% της πραγματικής πρόσθετης επιβάρυνσης που φορτώθηκαν οι Ελληνες για φαγητό, ρεύμα και στέγη. Η ακρίβεια απορρόφησε πολλαπλάσια, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος κυβερνητικής «προστασίας».

Η ελληνική πρωτιά στην αισχροκέρδεια 

Γιατί όμως υπάρχει αυτή η χαοτική απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές ανακοινώσεις και την εμπειρία του πολίτη; Η απάντηση κρύβεται στη μεθοδολογία, την οποία η Επιτροπή Ανταγωνισμού αποσιωπά επιμελώς. Το περιβόητο όφελος των 714 εκατ. δεν αφορά πραγματικές μειώσεις τιμών στο ταμείο ούτε επιστροφές χρημάτων στους τραπεζικούς λογαριασμούς των καταναλωτών. Βασίζεται στον δείκτη Consumer Surplus (Πλεόνασμα του Καταναλωτή), ένα υπολογιστικό οικονομικό μοντέλο που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Με απλά λόγια, πρόκειται για υποθετική άσκηση επί χάρτου: εκτιμάται το τι πιθανόν θα είχε συμβεί και πόσο περισσότερο θα είχαν αυξηθεί οι τιμές αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις.

Αυτά τα χρήματα δεν μπήκαν ποτέ στην τσέπη κανενός καταναλωτή. Είναι «λογιστικά» οφέλη που υπάρχουν μόνο στις οθόνες των ηλεκτρονικών υπολογιστών των συμβούλων της Επιτροπής. Αν η Επιτροπή Ανταγωνισμού λειτουργούσε με την αποτελεσματικότητα που ισχυρίζεται, το αποτέλεσμα θα έπρεπε να αποτυπώνεται στην πραγματική αγορά με απτά στοιχεία: μόνιμη αποκλιμάκωση των τιμών, ενίσχυση του υγιούς ανταγωνισμού και συμπίεση των περιθωρίων κέρδους των ολιγοπωλίων. Αντίθετα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται σταθερά στις ευρωπαϊκές χώρες με τις υψηλότερες τιμές τροφίμων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών της, την ώρα που η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται καθηλωμένη στην τελευταία θέση της ΕΕ των 27 μαζί με τη Βουλγαρία. Η πραγματική αγορά δεν επιβεβαιώνει, αλλά ξεσκεπάζει την εικονική πραγματικότητα της κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποιεί θεωρητικά μοντέλα για να δικαιολογήσει την απραξία της απέναντι στην αισχροκέρδεια.

Τα πρόστιμα ως «έξοδα λειτουργίας» των καρτέλ

Ακόμη και εκεί που η Επιτροπή Ανταγωνισμού προσπαθεί να επιδείξει πυγμή τα στοιχεία γυρίζουν μπούμερανγκ και αποκαλύπτουν μια θεσμική αποτυχία. Η Επιτροπή υπερηφανεύεται για την επιβολή προστίμων ύψους 128,67 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο. Ομως σε μια υγιή και ανταγωνιστική αγορά η συστηματική επιβολή υπέρογκων προστίμων θα έπρεπε να λειτουργεί αποτρεπτικά. Οι παραβάσεις θα έπρεπε να μειώνονται και οι τιμές να πέφτουν. Το γεγονός ότι η αγορά συνεχίζει να παράγει εκτεταμένες παραβάσεις και οι ίδιες επιχειρήσεις συνεχίζουν να καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας αποδεικνύει ότι τα πρόστιμα αυτά ενσωματώνονται από τα καρτέλ ως απλά «έξοδα λειτουργίας», τα οποία στη συνέχεια μετακυλίονται εκ νέου στις πλάτες των καταναλωτών. 

Το πιο σκανδαλώδες στοιχείο ωστόσο αφορά την εισπραξιμότητα αυτών των ποινών. Από τα 128,7 εκατ. ευρώ των προστίμων που επιβλήθηκαν με τυμπανοκρουσίες, στα δημόσια ταμεία κατέληξαν μόλις 15,8 εκατ. ευρώ. Δηλαδή η Επιτροπή Ανταγωνισμού κατάφερε να εισπράξει μόλις το 12% των ποσών που καταλόγισε. Το υπόλοιπο 88% βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ατέρμονες δικαστικές προσφυγές, έχει παγώσει ή καθυστερεί προκλητικά.

Ασπίδα προστασίας των ολιγοπωλίων

Η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν είναι ένα τυχαίο εισαγόμενο φαινόμενο, όπως αρέσκεται να επαναλαμβάνει μονότονα το κυβερνητικό επιτελείο. Είναι δομική και πηγάζει από την ακραία συγκέντρωση ισχύος σε συγκεκριμένες αγορές. Η ελληνική οικονομία ελέγχεται από στενά ολιγοπώλια σε όλους τους κρίσιμους τομείς: στα σουπερμάρκετ, στην ενέργεια, στα καύσιμα, στις τράπεζες, στην ακτοπλοΐα και στις τηλεπικοινωνίες. Σε καθέναν από αυτούς τους κλάδους ελάχιστοι μεγάλοι παίκτες ελέγχουν το συντριπτικό ποσοστό της αγοράς. Είναι δεδομένο: όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση σε μια αγορά τόσο ευκολότερη είναι η σιωπηρή συνεννόηση για τη διατήρηση υψηλών περιθωρίων κέρδους και τόσο δυσκολότερη η διείσδυση νέων ανταγωνιστών.

Απέναντι σε αυτή την ολιγοπωλιακή ασφυξία η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει επιδείξει έναν χαρακτήρα καθαρά κατασταλτικό εκ των υστέρων και σχεδόν ποτέ προληπτικό. Παρεμβαίνει κατόπιν εορτής, όταν η ζημιά στην τσέπη του πολίτη έχει ήδη γίνει, αρνούμενη να σπάσει τις δομές των καρτέλ στη ρίζα τους. Αυτή η θεσμική ανεκτικότητα δεν είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία· αποτελεί καθαρή πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Η επιμονή στη διατήρηση υψηλών συντελεστών ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, σε συνδυασμό με την άρνηση διεξαγωγής ουσιαστικών, σαρωτικών ελέγχων στην εφοδιαστική αλυσίδα, δείχνει μια κυβέρνηση που προστατεύει τα υπερκέρδη των λίγων εις βάρος των πολλών.

Τα αποτελέσματα της περιόδου 2021-25 μιλούν από μόνα τους: οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν ή παρέμειναν στάσιμοι, η αγοραστική δύναμη κατέρρευσε, αλλά οι ισολογισμοί των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων εμφάνισαν ιστορικά υψηλά κερδοφορίας. Το επικοινωνιακό πυροτέχνημα της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν μπορεί να κρύψει κάτω από το χαλί την πραγματικότητα που βιώνει η ελληνική κοινωνία. Η «Μαξίμου ΑΕ» διά της «ανεξάρτητης» Επιτροπής Ανταγωνισμού επιστρατεύει θεωρητικά υποδείγματα και υπολογιστικά «οφέλη» 714 εκατ. ευρώ για να καλύψει πραγματικές απώλειες δισεκατομμυρίων ευρώ από το εισόδημα των νοικοκυριών. Ενας μηχανισμός προστασίας του ανταγωνισμού κρίνεται αποκλειστικά από το αποτέλεσμα στην αγορά και την ευημερία των πολιτών, όχι από τις εκθέσεις ιδεών που συντάσσονται για να προσφέρουν πολιτική ασυλία σε μια αποτυχημένη και κοινωνικά ανάλγητη οικονομική πολιτική.

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου