02 Ιουλίου 2026

«Περι­βαλ­λο­ντικό ισο­ζύγιο»: Στο "ζύγι" της κυβέρνησης η προστασία του περιβάλλοντος

Στο ζύγι η προστασία του περιβάλλοντος

Ανη­συ­χία προ­κα­λεί το «περι­βαλ­λο­ντικό ισο­ζύγιο» που θέλει να εντάξει στο άρθρο 24 η κυβέρ­νηση με τη συνταγ­μα­τική ανα­θε­ώ­ρηση.

Δεν τους «σηκώνει το κλίμα» στην κυβέρνηση. Ο λόγος για την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 24 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της σχετικής κυβερνητικής πρωτοβουλίας. Τόσο στην κυβερνητική εισήγηση στη Βουλή όσο και στην αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει (αριθμ. πρωτοκόλλου 4183/02.06.2026) αναφέρεται ο όρος «περιβαλλοντικό ισοζύγιο». Ο τελευταίος είχε εμφανιστεί και πριν από 25 χρόνια, αλλά αποσύρθηκε ύστερα από αντιδράσεις. Σήμερα τον επαναφέρουν. Πρόκειται για αναγκαία προσαρμογή στις περιβαλλοντικές ανάγκες ή για υποχώρηση των εγγυήσεων προστασίας του περιβάλλοντος;

Οπως λέει στο Documento o Γιώργος Χασιώτης, νομικός σύμβουλος στο WWF Ελλάς, «δεν θεωρούμε πως είναι αναγκαία καμία εισαγωγή στο Σύνταγμα οποιασδήποτε έννοιας που βάζει τη φύση σε οικονομική ή δήθεν αναπτυξιακή ζυγαριά».

Η κυβερνητική θέση

Πάντως, το δεδομένο είναι ότι προς το παρόν το άρθρο 24, παρ. 1 προβλέπει ανάμεσα σε άλλα τα εξής: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας».

Σήμερα και σύμφωνα με τον Ευριπίδη Στυλιανίδη, γενικό εισηγητή της πλειοψηφίας: «Σημαντικό στοιχείο της σύγχρονης λογικής είναι το λεγόμενο περιβαλλοντικό ισοζύγιο που συνεπάγεται ότι κάθε κρατική παρέμβαση πρέπει να αποτιμά το περιβαλλοντικό της κόστος και να προβλέπει αντισταθμιστικά μέτρα, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να μην οδηγεί σε καθαρή επιδείνωση». Η αιτιολογική βάση πίσω από την πρόταση της κυβέρνησης παρουσιάζεται στη σχετική έκθεση. Εκεί αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Το Σύνταγμα του 1975 αποδείχθηκε […] αξιοσημείωτα διορατικό, ενσωματώνοντας στο κείμενό του –και– την προστασία του φυσικού […] περιβάλλοντος. […] Εντούτοις, οι σύγχρονες προκλήσεις […] καλούν σε μια δραστική και ουσιαστική αναθεώρηση».

Οι αντιδράσεις

Τόσο το περιεχόμενο των προτάσεων όσο και η δικαιολόγησή τους προκάλεσαν αντιδράσεις. Μιλώντας σε ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου ο Προκόπης Παυλόπουλος, πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας και προβεβλημένο μέλος της ΝΔ, φέρεται να διερωτήθηκε «μήπως αυτό στο οποίο αποσκοπεί η κυβερνητική πρόταση […] είναι να επιτραπούν στο μέλλον η ανεμπόδιστη τσιμεντοποίηση και η δίχως περιορισμούς εγκατάσταση, όπου αυτό κρίνεται οικονομικώς σκόπιμο και προσοδοφόρο, των κάθε μορφής ΑΠΕ».

Πάντως, η κυβέρνηση επιχείρησε να εντάξει την πρότασή της σε ένα συνολικό ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσα από την αναφορά στη γερμανική συνταγματική εμπειρία και την απόφαση Klimabeschluss του 2021, η οποία ενίσχυσε τη δεσμευτικότητα της κλιματικής προστασίας έναντι του νομοθέτη. Ωστόσο και πάλι δεν είναι ξεκάθαρο εάν η αναθεώρηση του άρθρου ενισχύει ή σχετικοποιεί την υφιστάμενη συνταγματική υποχρέωση προστασίας του περιβάλλοντος. Σε κάθε περίπτωση αναμένεται με ενδιαφέρον τι από αυτά θα ισχύσει και θα συμπεριληφθεί στην έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος (κατά τον Αύγουστο, λένε οι πληροφορίες). Βέβαια, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ – ενδεικτικά Ολ. 3478/2000) έχει διαμορφώσει μια αυστηρή ερμηνεία του άρθρου.

Το Documento απευθύνθηκε στον Παναγιώτη Γαλάνη, δικηγόρο Περιβαλλοντικού – Πολεοδομικού Δικαίου, διδάκτορα και μεταδιδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ, ρωτώντας τον τι σημαίνει στην πράξη «περιβαλλοντικό ισοζύγιο».

Ο Π. Γαλάνης ξεκαθαρίζει: «Το περιβαλλοντικό ισοζύγιο συνεπάγεται ότι, όταν μια ανθρώπινη επέμβαση επιβαρύνει το περιβάλλον, το κράτος οφείλει να προβλέπει μέτρα που αντισταθμίζουν πραγματικά τη βλάβη: λ.χ. περισσότερο πράσινο, αναπλάσεις, κοινόχρηστους χώρους, αποκατάσταση ρεμάτων, κατεδαφίσεις αυθαιρέτων».

Επισημαίνει όμως εμφατικά ότι δεν πρόκειται για «απλή λογιστική εξίσωση». Εξηγεί πως «δεν μπορεί μια παρανομία να θεωρείται ανεκτή επειδή καταβάλλεται ένα χρηματικό ποσό». Για να προσθέσει: «Το περιβάλλον δεν αγοράζεται ούτε συμψηφίζεται αφηρημένα. Η αξία του περιβαλλοντικού ισοζυγίου βρίσκεται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκατάστασης πραγματικών περιβαλλοντικών βλαβών, ιδίως σε περιοχές που έχουν ήδη υποβαθμιστεί από άναρχη δόμηση».

Μάλιστα, προειδοποιεί ότι υπάρχει κίνδυνος «να μετατραπεί σε μηχανισμό ανοχής της αυθαιρεσίας: να πληρώνει κάποιος πρόστιμο, να διατηρεί το αυθαίρετο και το κράτος να εμφανίζει αυτήν τη διαδικασία ως περιβαλλοντική πολιτική». Για τον λόγο αυτό, τονίζει, η «ενδεχόμενη συνταγματική κατοχύρωση του περιβαλλοντικού ισοζυγίου πρέπει να αντιμετωπιστεί με ιδιαίτερη προσοχή». Διευκρινίζει πως θα μπορούσε να επιφέρει θετικές συνέπειες «μόνον αν λειτουργούσε ως πρόσθετη εγγύηση προστασίας του άρθρου 24 του Συντάγματος και όχι ως άλλοθι για νέες εξαιρέσεις. Χρειάζονται λοιπόν σαφείς προϋποθέσεις: πραγματική αποκατάσταση, σύνδεση της βλάβης με το συγκεκριμένο αντισταθμιστικό μέτρο, διαφάνεια στη χρήση των πόρων, χωρική συνάφεια και ευχερής δικαστικός έλεγχος. Η πρόληψη της περιβαλλοντικής βλάβης πρέπει να παραμείνει ο κανόνας». Τέλος, καθιστά σαφές ότι «το ισοζύγιο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον πολεοδομικό σχεδιασμό, την προστασία των δασών, των υδατικών πόρων των κοινόχρηστων χώρων και την υποχρέωση κατεδάφισης σοβαρών αυθαιρέτων».

Το σκεπτικό του ΣτΕ

Το Documento ζήτησε το σκεπτικό πίσω από τις απορριπτικές αποφάσεις των προηγούμενων ετών από το ΣτΕ. Οπως λέει ο Π. Γαλάνης: «Το ΣτΕ, με την Ολομ. ΣτΕ 3341/2013 απόφασή του, έκρινε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 για την τακτοποίηση αυθαιρέτων, διότι οδηγούσαν ουσιαστικά σε μακρόχρονη διατήρηση αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων που είχαν ανεγερθεί κατά παράβαση της πολεοδομικής νομοθεσίας. Η αναστολή κυρώσεων και κατεδάφισης δεν θεωρήθηκε απλή προσωρινή ανοχή, αλλά ουσιαστική αποδοχή της αυθαίρετης δόμησης. Το ΣτΕ έκρινε ότι η επίκληση του περιβαλλοντικού ισοζυγίου δεν αρκούσε όταν τα εισπραττόμενα ποσά δεν συνδέονταν συγκεκριμένα, άμεσα και ελέγξιμα με την αποκατάσταση της περιβαλλοντικής βλάβης».

Και προσθέτει: «Ακολούθησαν και άλλες αυστηρές κρίσεις, όπως η Ολομ. ΣτΕ 1118/2014 για τον ν. 4014/2011 και η Ολομ. ΣτΕ 1858/2015 για τον ν. 4178/2013. Η νομολογία δέχεται ότι η αυθαίρετη δόμηση πλήττει συλλήβδην τον ορθολογικό σχεδιασμό, την ισότητα των πολιτών και την περιβαλλοντική προστασία».

Μετά τα παραπάνω, ο Π. Γαλάνης διαπιστώνει ότι το περιβαλλοντικό ισοζύγιο μπορεί να είναι χρήσιμο μόνο ως εργαλείο αποκατάστασης, όχι ως τρόπος νομιμοποίησης της περιβαλλοντικής βλάβης. «Η συνταγματική αναθεώρηση, επομένως, δεν πρέπει να μεταβάλει την προστασία του περιβάλλοντος σε μηχανισμό τακτοποίησης τετελεσμένων, αλλά να κατοχυρώσει ότι κάθε αντιστάθμιση θα υπηρετεί πραγματικά την αποκατάσταση, τη διαφάνεια και τον ορθολογικό χωρικό σχεδιασμό».

Ακόμη μία διάσταση του ζητήματος αναδεικνύουν μιλώντας στο Documento πηγές με άριστη επιστημονική κατάρτιση και επιτελική εμπειρία. Εξηγούν ότι έχει σημασία το γεγονός ότι η έννοια του «περιβαλλοντικού ισοζυγίου» αναφέρεται σε «κάθε κρατική παρέμβαση» στο φυσικό περιβάλλον. «Αυτό σημαίνει ότι τα έργα ιδιωτών σε αυτό μένουν έξω από την αντισταθμιστική περιβαλλοντική λογική που επάγεται η εφαρμογή του “περιβαλλοντικού ισοζυγίου”». Αναφέρουν ακόμη πως πρόκειται για «ιδιαίτερη αντιμετώπιση των ιδιωτικών έργων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στις απαιτήσεις που γεννώνται από την εφαρμογή της έννοιας του “περιβαλλοντικού ισοζυγίου”».

Ο Αντώνης Ραλλάτος, δασολόγος – περιβαλλοντολόγος και επικεφαλής του τμήματος Περιβάλλοντος της ΚΕ του ΚΚΕ, αναδεικνύει τις επιπτώσεις του περιβαλλοντικού ισοζυγίου ειδικά για τα δάση και τις προστατευόμενες περιοχές. Ξεκαθαρίζει ότι ο ισχυρισμός του περιβαλλοντικού ισοζυγίου είναι «απαράδεκτος και αντιεπιστημονικός. Οι επενδύσεις σε γιγάντια πάρκα ΑΠΕ οδηγούν σε υποβάθμιση και καταστροφή τα δασικά οικοσυστήματα και τις προστατευόμενες περιοχές. Η αναδάσωση π.χ. μιας άλλης έκτασης δεν μπορεί να αποκαταστήσει την υποβάθμιση ενός δάσους. Φυτά, δένδρα, πανίδα, ορνιθοπανίδα, νερά, έδαφος, υπέδαφος, αέρας συλλειτουργούν για εκατοντάδες χρόνια και έχουν αποκτήσει την “ταυτότητα” ενός ενιαίου οικοσυστήματος».

Για τον έμπειρο επιστήμονα το «κυνήγι του κέρδους» μέχρι στιγμής οδήγησε «σε καταστροφές του φυσικού περιβάλλοντος», όπως είναι μεταξύ άλλων η «υποβάθμιση και αποψίλωση των δασών σε μεγάλες εκτάσεις και οι μεγάλες εκσκαφές σε εκατοντάδες στρέμματα για τις βάσεις εγκατάστασης των ανεμογεννητριών από οπλισμένο σκυρόδεμα που αντικαθιστούν μόνιμα το φυσικό έδαφος». Πέρα από τις κινητοποιήσεις, οι ενέργειες αυτές συναντούσαν εμπόδια ή απαγορευόταν η εγκατάστασή τους έπειτα από προσφυγές, σύμφωνα με τον Αντ. Ραλλάτο, ενώ συμπληρώνει ότι «ακόμη και το ΣτΕ δεν μπορούσε να τις αγνοήσει». Τώρα όμως o Αντ. Ραλλάτος διαπιστώνει ότι «απλώς δεν θα υπάρχει καν το δικαίωμα της προσφυγής».

Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει ότι με την αναθεώρηση του άρθρου 24 επιδιώκεται η κάλυψη των νέων αναγκών των επιχειρηματικών ομίλων –ΑΠΕ, τουρισμός, κατασκευαστικός τομέας, νερό– που αντιμετωπίζουν τους φυσικούς πόρους ως εμπόρευμα. «Αν ήθελαν πραγματικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, ας υλοποιούσαν την ολοκληρωμένη διαχείριση και προστασία των δασών και την αξιοποίηση όλων των εγχώριων πηγών ενέργειας με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες» αναφέρει ανάμεσα σε άλλα. Αντί αυτού, ολοκληρώνει, η ΝΔ συνεχίζει «την αντιλαϊκή – αντιπεριβαλλοντική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και της ΕΕ, με πρόσχημα τη λεγόμενη κλιματική κρίση, η οποία υποτίθεται ότι αντιμετωπίζεται με τις ΑΠΕ και το περιβαλλοντικό ισοζύγιο», κατοχυρώνοντας «με “συνταγματική βούλα” την ανεμπόδιστη εμπορευματοποίηση του περιβάλλοντος για την κερδοφορία των ομίλων».

«Ηταν απλά εισπρακτικό»

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Γιατί επανέρχεται σήμερα η συζήτηση για το περιβαλλοντικό ισοζύγιο και ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμα πίσω από αυτή την πρόταση για το άρθρο 24; Ο Γ. Χασιώτης αναφέρει στο Documento ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το σκεπτικό των κυβερνήσεων πίσω από τις αλλαγές στο Σύνταγμα. Τονίζει όμως ότι η έννοια του περιβαλλοντικού ισοζυγίου από μόνη της «γεννά ανησυχία, καθώς στην ουσία της προμηνύει περιβαλλοντική υποβάθμιση η οποία θα μπει σε μια πολιτική “ζυγαριά” αντιστάθμισης με κάποιες άλλες ενέργειες (ίσως αποκατάστασης κάπου αλλού)».

Σημειώνει δε ότι ο όρος υπάρχει στη νομοθεσία και «άνθισε» μέσα από την, όπως τη χαρακτηρίζει, «εξαιρετικά προβληματική νομοθεσία τακτοποίησης αυθαιρέτων, πολλά από τα οποία ήταν βαρύτατης περιβαλλοντικής επίπτωσης». Και διευκρινίζει: «Στην πράξη όμως το μέτρο αυτό ήταν απλά εισπρακτικό, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις σημαίνει την υποχρέωση καταβολής ενός ποσού για μια βλαπτική για το περιβάλλον δραστηριότητα (π.χ. 122 Κώδικα Χωροταξίας – Πολεοδομίας, σχετικά με τις δράσεις περιβαλλοντικού ισοζυγίου για τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων, ή 12 παρ. 10 ν. 3986/11για τα ΕΣΧΑΔΑ)».

Για τον συνομιλητή μας το πραγματικό διακύβευμα συνολικότερα της έννοιας του περιβαλλοντικού ισοζυγίου είναι πόσο «ζυγίζει» για τις πολιτικές ηγεσίες αυτής της χώρας η προστασία του περιβάλλοντος. «Με την κλιματική κρίση να εξελίσσεται σε χαοτική νέα κανονικότητα, η φύση προ πολλού έχει πάψει να είναι απλά όμορφες περιοχές και τοπία για ζωγραφιά. Τα υγιή οικοσυστήματα είναι ο σημαντικότερος σύμμαχος και η αποτελεσματικότερη λύση για να προστατευτούμε από τις κλιματικές καταστροφές. Το πραγματικό ζύγι γέρνει υπέρ της προστασίας της φύσης. Το θέμα είναι αν η επόμενη συντακτική Βουλή των Ελλήνων θα το δει».

ΠΗΓΗ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου