
Οι κυρώσεις ως μοχλός ανατροπής των κυβερνήσεων που δεν υποτάσσονται στις ΗΠΑ
Λιτότητα, ακρίβεια, πληθωρισμός στο Ιράν. Φτώχεια, ανεργία, επισιτιστική κρίση στη Βενεζουέλα. Φταίει ο Μαδούρο και οι “μουλάδες”. Βολικό το αφήγημα που εξελίσσεται στα μέσα προπαγάνδας της Δύσης, αλλά συνειδητά αποκρύβεται η αιτία του οικονομικού στραγγαλισμού: Εξοντωτικά καθεστώτα κυρώσεων σε όσες χώρες δεν συντάσσονται με τις ΗΠΑ. Αν μια χώρα δεν παίρνει τις σωστές αποφάσεις για τις ΗΠΑ, αν τολμήσει να ακολουθήσει ανεξάρτητη πολιτική, αν αποφασίσει να εθνικοποιήσει τους πόρους της προς όφελος του λαού της, καταδικάζεται στη μέγγενη των κυρώσεων.
Το επιχείρημα της “οικονομικής αποτυχίας” της Βενεζουέλας, του Ιράν ή της Κούβας είναι τόσο πραγματικό, όσο πραγματικός είναι ο σεβασμός που δείχνει η αμερικανική κυβέρνηση στο Διεθνές Δίκαιο. Από την εικόνα αφαιρείται διαρκώς, σκόπιμα και συνειδητά το εγκληματικό καθεστώς κυρώσεων που χρησιμοποιείται ευρύτατα πλέον τα τελευταία χρόνια ως πολιτικό εργαλείο συμμόρφωσης, εκφοβισμού, ανατροπής των κυβερνήσεων που δεν υποτάσσονται στις ΗΠΑ.
Η παγκόσμια οικονομία και οι πολλαπλές αλληλεξαρτήσεις διαμορφώνουν σε περίπτωση κυρώσεων μια ασφυκτική συνθήκη για χώρες μικρού ή μεσαίου μεγέθους που οδηγούν αναπόφευκτα σε κοινωνική, οικονομική, ανθρωπιστική κρίση. Ρητός στόχος όσων επιβάλλουν κυρώσεις είναι να εκβιάσουν τον πληθυσμό να κάνει άλλες επιλογές, συμβατές με τον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό. Η καταδίκη μιας χώρας σε οικονομική ασφυξία, σε επισιτιστική ανασφάλεια, ακόμα και σε έλλειψη βασικών φαρμάκων, προκαλεί αναπόφευκτα πολιτική δυσαρέσκεια. Στόχος του ιμπεριαλισμού είναι η επιβολή των συμφερόντων του, ξεκινώντας από κυρώσεις και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, συνδυάζοντάς τα με πολεμικές επιχειρήσεις, σαμποτάζ και δολιοφθορές (πχ Ιράν), με την επιδίωξη να αυξηθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια.
Ο δυτικός καπιταλισμός κήρυττε (τουλάχιστον μέχρι τον Τραμπ) την “εξαγωγή δημοκρατίας”, αλλά σε όποιες χώρες διαφωνούσαν έβαζε το πιστόλι των οικονομικών κυρώσεων στον κρόταφο, συχνά συνδυασμένο με πραγματικά πυρά και πολύνεκρες στρατιωτικές επεμβάσεις.
Πραγματικά, ωραία αντίληψη για τη δημοκρατία έχει ο δυτικός καπιταλισμός. Πώς μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα μια κοινωνία την κυβέρνηση που θέλει, όταν μια “λάθος” κατά τον ιμπεριαλισμό κυβέρνηση, θα προκαλέσει αμερικανικές κυρώσεις οι οποίες με τη σειρά τους θα φέρουν την οικονομική εξόντωση της χώρας; Μπορεί να υπάρχει ελεύθερη δημοκρατική επιλογή όταν κάθε μη αρεστή στις ΗΠΑ πολιτική οδηγεί σε οικονομικό και κοινωνικό θάνατο;
Όποιος ισχυριστεί ότι οι κυρώσεις δεν υπακούουν σε σκοπιμότητες αλλά σε αξίες, θα έρθει αντιμέτωπος με το ερώτημα γιατί δεν έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο εγκληματικότερο κράτος των τελευταίων δεκαετιών, το κράτος του Ισραήλ, το οποίο διεξάγει συστηματικά γενοκτονία και εθνοκάθαρση ενάντια στο λαό της Παλαιστίνης, έχει παραβιάσει κάθε γράμμα από το Διεθνές Δίκαιο, έχει γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων του τον ΟΗΕ, έχει αρνηθεί τον έλεγχο για το κρυφό πυρηνικό του οπλοστάσιο και όχι απλά δεν επιβάλλονται κυρώσεις εναντίον του, αλλά δεν συζητιούνται καν.
“Οι κυρώσεις αφορούν το καθεστώς και όχι τον λαό” θα ισχυριστούν χωρίς αιδώ οι απολογητές του δυτικού καπιταλισμού. Μελέτες σαν αυτή που αναδημοσιεύουμε διαλύουν τον ισχυρισμό αυτό, καθώς πέρα από την εμπειρική πραγματικότητα που μπορεί κανείς να διαπιστώσει, η επιστημονική ανάλυση των επιπτώσεων των κυρώσεων δείχνει ότι το βασικό θύμα – και ας μην γελιόμαστε – ο εξαρχής στόχος των κυρώσεων της “πολιτισμένης Δύσης” είναι ο λαός και μάλιστα τα φτωχότερα στρώματά του.
Η σημασία των κυρώσεων ως όργανο πολιτικής συμμόρφωσης δεν έχει αναδειχθεί όσο πρέπει. Για την ακρίβεια, στη Δύση αποκρύβεται ότι λαοί των οποίων οι κυβερνήσεις δεν είναι υποτελείς των ΗΠΑ τιμωρούνται με τέτοιο τρόπο που η επιβίωση γίνεται δυσβάσταχτη, ειδικά στο βαθμό που δεν υπάρχει συγκροτημένο αντίπαλο δέος στον δυτικό ιμπεριαλισμό, τέτοιο που να διασφαλίζει ότι μια χώρα που επιλέγει έναν ανεξάρτητο δρόμο, μπορεί να επιβιώνει.
Σχετικά με αυτό ακριβώς το ζήτημα των κυρώσεων, ακολουθεί η μετάφραση αποσπασμάτων της μελέτης του Francisco R. Rodríguez από το διεθνές Κέντρο Ερευνών Center for Economic and Policy Research σχετικά με την πολιτική των κυρώσεων και τα αποτελέσματα που παράγει. Τα αποσπάσματα είναι από την Περίληψη. Ολόκληρη την πολυσέλιδη μελέτη με όλες τις πηγές, τα στοιχεία και αναλυτικά διαγράμματα, ειδικά για την περίπτωση του Ιράν, μπορείτε να τη δείτε εδώ: The Human Consequences of Economic Sanctions.
Η μελέτη αυτή είναι σημαντική καθώς αυτές τις μέρες εξελίχθηκαν δύο παράλληλες επιχειρήσεις ανατροπής μη φιλικών καθεστώτων προς τις ΗΠΑ (Βενεζουέλα και Ιράν). Οι δύο χώρες περιφέρονται στη δημόσια συζήτηση ως παράδειγμα “αποτυχημένων”, “καθυστερημένων”, “αντιδημοκρατικών” κλπ καθεστώτων, την ώρα που επί χρόνια αντιμετωπίζουν τον προσχηματικό και εγκληματικό στραγγαλισμό από τη μεριά των ΗΠΑ και της ΕΕ, σε βαθμό που έχει κατά καιρούς προκαλέσει έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων, μείωση του προσδόκιμου ζωής, ανεργία, πληθωρισμό, δέσμευση εθνικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό κλπ. Ακολουθούν αποσπάσματα του εγγράφου.
Οι ανθρωπιστικές συνέπειες των κυρώσεων
Εισαγωγή
Το παρόν έγγραφο παρέχει μια ολοκληρωμένη επισκόπηση και αξιολόγηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τις επιπτώσεις των οικονομικών κυρώσεων στο βιοτικό επίπεδο των χωρών-στόχων. Εντοπίσαμε 32 μελέτες που εφαρμόζουν ποσοτικές οικονομετρικές μεθόδους και μεθόδους βαθμονόμησης σε διακρατικά και εθνικά δεδομένα, προκειμένου να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο των οικονομικών κυρώσεων σε δείκτες ανθρώπινης και οικονομικής ανάπτυξης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Από αυτές, 30 μελέτες διαπιστώνουν ότι οι κυρώσεις έχουν αρνητικές επιπτώσεις σε αποτελέσματα που αφορούν από το κατά κεφαλήν εισόδημα έως τη φτώχεια, την ανισότητα, τη θνησιμότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παρέχουμε επίσης σε βάθος αναλύσεις τριών περιπτώσεων κυρώσεων — στο Ιράν, το Αφγανιστάν και τη Βενεζουέλα — που καταδεικνύουν τους τρόπους με τους οποίους οι κυρώσεις βλάπτουν τις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες-στόχους. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι κυρώσεις που περιόρισαν την πρόσβαση των κυβερνήσεων σε συνάλλαγμα επηρέασαν την ικανότητα των κρατών να παρέχουν βασικά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες και προκάλεσαν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στον ιδιωτικό τομέα και στους μη κυβερνητικούς φορείς.
Η χρήση οικονομικών κυρώσεων από ορισμένες από τις σημαντικότερες χώρες του κόσμου έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η υιοθέτησή τους σχεδόν πάντα εντάσσεται στο πλαίσιο προσπαθειών αποτροπής ή αποθάρρυνσης των κυβερνήσεων και των ατόμων που αποτελούν στόχο από ενέργειες που υποτίθεται ότι θα υπονομεύσουν την παγκόσμια ασφάλεια, τη δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ενώ έχει διεξαχθεί σημαντική έρευνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων στην επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων τους, έχουν καταβληθεί πολύ λιγότερες προσπάθειες για την κατανόηση των επιπτώσεων των κυρώσεων στους ανθρώπους που ζουν στις χώρες-στόχους.
Το παρόν έγγραφο εξετάζει την τρέχουσα γνώση σχετικά με τις ανθρωπιστικές συνέπειες των οικονομικών κυρώσεων. Συζητάμε την επίδραση των κυρώσεων στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στις χώρες-στόχους, συμπεριλαμβανομένων της οικονομίας, της φτώχειας και της διανομής, της υγείας και της διατροφής, καθώς και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρέχουμε μια συστηματική επισκόπηση της εμπειρικής βιβλιογραφίας χρησιμοποιώντας διακρατικά δεδομένα όσο και δεδομένα σε επίπεδο χώρας. Διαπιστώνουμε ένα αξιοσημείωτο επίπεδο συμφωνίας μεταξύ των μελετών ότι οι κυρώσεις έχουν έντονα αρνητικές και συχνά μακροχρόνιες επιπτώσεις στις συνθήκες διαβίωσης των περισσότερων ανθρώπων στις χώρες-στόχους.
Συμπληρώνουμε αυτή τη συζήτηση με μελέτες περιπτώσεων που απεικονίζουν τους τρόπους με τους οποίους οι κυρώσεις έχουν επηρεάσει τις συνθήκες διαβίωσης σε τρεις χώρες-στόχους: το Ιράν από το 1979, το Αφγανιστάν από το 1999 και τη Βενεζουέλα από το 2017. Αυτές οι μελέτες περιπτώσεων μας βοηθούν να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τους κύριους τρόπους με τους οποίους οι κυρώσεις επηρεάζουν την οικονομία και το βιοτικό επίπεδο. Επίσης, φωτίζουν τους λόγους για τους οποίους οι μηχανισμοί προστασίας, όπως οι εξαιρέσεις σε τομείς ανθρωπιστικής βοήθειας, δεν καταφέρνουν να αντισταθμίσουν αυτές τις επιπτώσεις.
Η χρήση οικονομικών κυρώσεων βρίσκεται σε άνοδο.
Τις τελευταίες έξι δεκαετίες, έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση στη χρήση οικονομικών κυρώσεων από τις δυτικές δυνάμεις και τους διεθνείς οργανισμούς. Λιγότερο από το 4% των χωρών υπόκειντο σε κυρώσεις που επιβλήθηκαν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τα Ηνωμένα Έθνη στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 27%. Τα μεγέθη είναι παρόμοια όταν εξετάζουμε τον αντίκτυπό τους στην παγκόσμια οικονομία: το μερίδιο του παγκόσμιου ΑΕγχΠ που παράγεται στις χώρες που έχουν υποβληθεί σε κυρώσεις αυξήθηκε από λιγότερο από 4% σε 29% κατά την ίδια περίοδο. Με άλλα λόγια, περισσότερο από το ένα τέταρτο των χωρών και σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας οικονομίας υπόκεινται σήμερα σε κάποιου είδους κυρώσεις από τον ΟΗΕ ή τις δυτικές χώρες.
Υπάρχει επίσης μια σαφής ανοδική τάση στις κυρώσεις που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα άτομα ή οργανισμούς. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ομπάμα, υπήρχαν κατά μέσο όρο 544 νέες καταχωρίσεις στον κατάλογο των Ειδικά Ορισμένων Ατόμων (SDN) του Γραφείου Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC). Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε 975 ετησίως κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ και συνεχίζει να αυξάνεται μέχρι σήμερα (σε 1151 ετησίως) κατά τη διάρκεια της θητείας του Μπάιντεν.
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τις συνεχιζόμενες ανθρωπιστικές επιπτώσεις των κυρώσεων. Το 2014, το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησε ψήφισμα στο οποίο δήλωνε ότι ήταν «βαθιά αναστατωμένο από τις αρνητικές επιπτώσεις των μονομερών καταναγκαστικών μέτρων» και «ανησυχούσε για το δυσανάλογο και αδιάκριτο ανθρωπιστικό κόστος των μονομερών κυρώσεων και τις αρνητικές επιπτώσεις τους στον άμαχο πληθυσμό».
Ωστόσο, φαίνεται σαφές ότι ορισμένες από τις οικονομικές και ανθρωπιστικές επιπτώσεις των κυρώσεων στους πληθυσμούς-στόχους είναι σκόπιμες. Για παράδειγμα, σε δήλωση που εξέδωσε η βρετανική κυβέρνηση μετά το πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας τον Φεβρουάριο του 2022, διαβεβαίωνε χωρίς αμφιβολία ότι «οι κυρώσεις θα καταστρέψουν την οικονομία της Ρωσίας». Τον Φεβρουάριο του 2019, ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο των ΗΠΑ, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις επιπτώσεις των κυρώσεων στο Ιράν, δήλωσε: «Η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη για τον ιρανικό λαό και είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτό θα οδηγήσει τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί και να αλλάξει τη συμπεριφορά του καθεστώτος». Ο Pompeo έκανε παρόμοιες δηλώσεις σχετικά με τις αμερικανικές κυρώσεις στη Βενεζουέλα τον επόμενο μήνα.
Από άλλη οπτική γωνία, ο πρόεδρος της Επιτροπής Κανονισμών της Βουλής των ΗΠΑ, ο βουλευτής Τζιμ ΜακΓκόβερν, έγραψε στον πρόεδρο Μπάιντεν τον Μάιο του 2021, ζητώντας του να «αποσύρει όλες τις δευτερεύουσες και τομεακές κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στη Βενεζουέλα». Στην επιστολή του, σημείωσε:
…ο αντίκτυπος των τομεακών και δευτερευουσών κυρώσεων είναι αδιάκριτος, και αυτό είναι σκόπιμο. Αν και οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ δηλώνουν τακτικά ότι οι κυρώσεις στοχεύουν την κυβέρνηση και όχι τον λαό, ολόκληρος ο σκοπός της εκστρατείας «μέγιστης πίεσης» είναι να αυξήσει το οικονομικό κόστος για τη Βενεζουέλα… Ο οικονομικός πόνος είναι το μέσο με το οποίο υποτίθεται ότι λειτουργούν οι κυρώσεις… δεν είναι οι αξιωματούχοι της Βενεζουέλας που υποφέρουν από το κόστος. Είναι ο λαός της Βενεζουέλας. Αξιόπιστες πηγές έχουν διαπιστώσει επανειλημμένα ότι οι κυρώσεις έχουν επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση στη χώρα.
Διακρατικές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι κυρώσεις έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στους πληθυσμούς των χωρών-στόχων.
Η μελέτη μας συνοψίζει τα αποτελέσματα 32 ερευνητικών εργασιών και κεφαλαίων βιβλίων που χρησιμοποιούν οικονομετρικές μεθόδους ή μεθόδους βαθμονόμησης γενικής ισορροπίας για να αξιολογήσουν τις επιπτώσεις των οικονομικών κυρώσεων στις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες-στόχους. Αυτές περιλαμβάνουν 20 μελέτες που χρησιμοποιούν διακρατικά και διακλαδικά δεδομένα και 12 μελέτες που χρησιμοποιούν χρονοσειρές εντός της χώρας ή δεδομένα σε επίπεδο επιχειρήσεων. Δεκαεννέα από τις 20 διακρατικές εργασίες διαπιστώνουν σταθερά στατιστικά σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις των οικονομικών κυρώσεων στην εξαρτώμενη μεταβλητή που κάθε φορά μας ενδιαφέρει. Οι εξαρτώμενες μεταβλητές περιλαμβάνουν το κατά κεφαλήν εισόδημα, τη φτώχεια, την ανισότητα, το διεθνές εμπόριο, την παιδική θνησιμότητα, τον υποσιτισμό, το προσδόκιμο ζωής και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μία μελέτη διαπιστώνει αμφίβολες επιπτώσεις των κυρώσεων στα ανθρώπινα δικαιώματα, με τις κυρώσεις να οδηγούν σε επιδείνωση των δικαιωμάτων σε ορισμένες περιπτώσεις και σε βελτίωση σε άλλες. Έντεκα από τις 12 μελέτες σε επίπεδο χώρας διαπιστώνουν αρνητικές επιπτώσεις σε παρόμοιες μεταβλητές αποτελεσμάτων. Η μόνη μελέτη χώρας που διαπιστώνει το αντίθετο αποτέλεσμα είναι μια μελέτη που χρησιμοποιεί χρονοσειρές δεδομένων της Βενεζουέλας, την οποία συζητάμε λεπτομερώς παρακάτω.
Συνολικά, αυτές οι μελέτες αποτελούν μια εντυπωσιακή σειρά αποδεικτικών στοιχείων για τις αρνητικές επιπτώσεις τόσο των ευρύτερων οικονομικών όσο και των στενά στοχευμένων κυρώσεων στις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες-στόχους, με τα περισσότερα αποτελέσματα να δείχνουν ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις και μόνο λίγα μη σημαντικά αποτελέσματα. Ωστόσο, υπάρχει σαφώς περιθώριο για περαιτέρω έρευνα προκειμένου να προσδιοριστούν οι αιτιώδεις μηχανισμοί που λειτουργούν, καθώς οι δημοσιεύσεις που εξετάστηκαν γράφτηκαν ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία σημειώθηκαν σημαντικές πρόοδοι στη μέτρηση των κυρώσεων και την αξιολόγηση των αιτιωδών επιπτώσεων.
Το παρόν έγγραφο παρέχει επίσης πρόσφατες μελέτες περιπτώσεων τριών οικονομιών που υπόκεινται σε κυρώσεις που απαγορεύουν ή παρεμποδίζουν σημαντικά τις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές: το Ιράν, το Αφγανιστάν και τη Βενεζουέλα. Σκοπός αυτών των μελετών περιπτώσεων είναι να παρέχουν μια σαφέστερη κατανόηση των μηχανισμών μέσω των οποίων οι κυρώσεις επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης στις οικονομίες-στόχους, καθώς και του τρόπου με τον οποίο αυτές έχουν εξελιχθεί στο πρόσφατο παρελθόν. Για το λόγο αυτό, εστιάζουμε σε τρεις περιπτώσεις στις οποίες οι κυρώσεις εξακολουθούν να ισχύουν και που μπορούν να μας βοηθήσουν να παρατηρήσουμε πώς οι πρόσφατες εξελίξεις που ενδέχεται να μην αποτυπώνονται επαρκώς στα διακρατικά δεδομένα — όπως η στροφή προς τις προσωπικές κυρώσεις ή η εξάπλωση των ανθρωπιστικών εξαιρέσεων — έχουν επηρεάσει τις ευάλωτες ομάδες στις οικονομίες-στόχους.
Οι κυρώσεις κατά του Ιράν μείωσαν σημαντικά τα έσοδα από το πετρέλαιο, οδηγώντας σε περικοπές των εισαγωγών και έλλειψη βασικών αγαθών.
Οι κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν επιβλήθηκαν για πρώτη φορά ως αντίδραση στην κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη τον Νοέμβριο του 1979. Μέχρι σήμερα, το εκτελεστικό διάταγμα του 1979, το οποίο έκρινε ότι η κατάσταση στο Ιράν αποτελούσε «ασυνήθιστη και εξαιρετική απειλή για την εθνική ασφάλεια» των Ηνωμένων Πολιτειών, παραμένει η μακροβιότερη δήλωση εθνικής έκτακτης ανάγκης των ΗΠΑ. Δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν, μακράν, ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος του Ιράν πριν από την επανάσταση, το εμπορικό εμπάργκο προκάλεσε σημαντικές απώλειες. Το εμπόριο μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν κατέρρευσε αμέσως μετά τις κυρώσεις και δεν επανήλθε ποτέ στα προηγούμενα επίπεδα, ακόμη και κατά τις περιόδους κατά τις οποίες οι κυρώσεις χαλάρωναν.
Η υποστήριξη για τις πολυμερείς κυρώσεις κατά του Ιράν ενισχύθηκε όταν το 2002 δημοσιεύτηκαν στοιχεία για την κατασκευή από το Ιράν δύο μυστικών ερευνητικών εγκαταστάσεων για την παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου και βαρέως νερού. Από το 2006, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε μια σειρά ψηφισμάτων που πάγωναν τα περιουσιακά στοιχεία οντοτήτων και προσώπων που εμπλέκονταν στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, απαγόρευαν τη μεταφορά πυρηνικών ειδών στο Ιράν και καλούσαν σε αυτοσυγκράτηση και επαγρύπνηση όσον αφορά τη χρηματοδότηση που αφορούσε το Ιράν και τις συναλλαγές με ιρανικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένης της Κεντρικής Τράπεζας. Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτές οι αποφάσεις οδήγησαν σε αυστηρότερες υποχρεώσεις συμμόρφωσης για τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έπρεπε να εγγυηθούν ότι οι συναλλαγές τους με το Ιράν δεν υποστήριζαν αυτές τις τράπεζες ή τους αντιπροσώπους των καταχωρημένων ιρανικών οργανισμών. Από τα τέλη του 2011, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη επέβαλαν πρόσθετους περιορισμούς που οδήγησαν στην απαγόρευση της εισαγωγής όλων των ιρανικών προϊόντων αργού πετρελαίου και λοιπού πετρελαίου στην Ευρώπη και στην επιβολή δευτερογενών κυρώσεων από τις ΗΠΑ σε άλλες χώρες που δεν δεσμεύτηκαν να μειώσουν τις εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου.
Οι κυρώσεις άρθηκαν ως αποτέλεσμα του Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA) του 2015, στο οποίο το Ιράν συμφώνησε να μειώσει σταδιακά τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου και τις δραστηριότητες εμπλουτισμού. Τον Μάιο του 2018, ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από το JCPOA και επανέφερε όλες τις κυρώσεις κατά του Ιράν. Αν και η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις με σκοπό την αναβίωση κάποιας μορφής του JCPOA, οι προσπάθειες αυτές δεν έχουν αποδώσει καρπούς μέχρι στιγμής.
Οι χρονοσειρές δεδομένων για το ΑΕΠ, την παραγωγή πετρελαίου και τις εξαγωγές του Ιράν δείχνουν σαφή μείωση μετά από κάθε γύρο κυρώσεων. Δείχνουν επίσης κάποια στοιχεία ότι η οικονομία έχει γίνει σταδιακά πιο ανθεκτική στις ζημίες από τις κυρώσεις. Μελέτες που χρησιμοποιούν μεθόδους συνθετικού ελέγχου επιβεβαιώνουν ότι οι κυρώσεις έχουν επηρεάσει αρνητικά την οικονομία του Ιράν σε σύγκριση με το αντίθετο σενάριο που θα ήταν αναμενόμενο σε περίπτωση μη επιβολής κυρώσεων. Εναλλακτικά, ασκήσεις βαθμονόμησης που βασίζονται σε μοντέλα γενικής ισορροπίας (CGE) διαπιστώνουν επίσης αρνητικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο.
Τα δεδομένα συνάδουν σε μεγάλο βαθμό με την υπόθεση ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταβολών στην ανάπτυξη του Ιράν οφείλεται σε μεταβολές στις εξαγωγές και την παραγωγή πετρελαίου, οι οποίες επηρεάστηκαν σημαντικά από τις κυρώσεις. Οι εισαγωγές μειώθηκαν σημαντικά μετά τις κυρώσεις του 2011 και του 2018 και ανέκαμψαν έντονα μετά τις συμφωνίες JCPOA. Μελέτες που χρησιμοποιούν δεδομένα από έρευνες νοικοκυριών διαπιστώνουν ότι τα αγροτικά νοικοκυριά, που ανήκουν σε ομάδες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ή εκείνα με επικεφαλής ηλικιωμένους και ανέργους, είχαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να περιπέσουν σε φτώχεια κατά την περίοδο των κυρώσεων, ενώ τα νοικοκυριά που εργάζονταν στον δημόσιο τομέα και εκείνα με επικεφαλής άτομα με υψηλό μορφωτικό επίπεδο είχαν τη μικρότερη πιθανότητα να περιπέσουν σε φτώχεια.
Εκτός από τις επιπτώσεις τους στο εισόδημα και τη φτώχεια, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι κυρώσεις επηρέασαν σημαντικά και άλλες διαστάσεις της ευημερίας εκτός του εισοδήματος, όπως η υγεία. Κατά τη διάρκεια της περιόδου των κυρώσεων, υπήρξε έλλειψη 73 φαρμάκων στο Ιράν, 32 από τα οποία περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των βασικών φαρμάκων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Εβδομήντα από τα 73 φάρμακα που έλειπαν καλύπτονταν από γενική άδεια του OFAC για την εξαγωγή φαρμάκων στο Ιράν, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτός ο τύπος άδειας έχει ελάχιστη πρακτική αποτελεσματικότητα. Υπάρχουν άφθονα ανεπίσημα στοιχεία που δείχνουν ότι οι εισαγωγές ορισμένων εγκεκριμένων φαρμάκων έχουν μπλοκαριστεί. Για παράδειγμα, μια παραγγελία αξίας 60 εκατομμυρίων δολαρίων σε μια αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία για ένα φάρμακο κατά της απόρριψης σε μεταμοσχεύσεις ήπατος δεν έφτασε στο Ιράν, παρά το γεγονός ότι διέθετε όλες τις απαιτούμενες άδειες του OFAC, επειδή καμία τράπεζα δεν δέχτηκε να πραγματοποιήσει τη συναλλαγή.
Διαπιστώνουμε επίσης ότι η πρόοδος στη μείωση της θνησιμότητας, της καθυστέρησης της ανάπτυξης και της αναιμίας στις γυναίκες σταμάτησε σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιόδου των κυρώσεων και συνεχίστηκε μετά την άρση των κυρώσεων. Τα στοιχεία της μελέτης Global Burden of Disease Study δείχνουν σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των ηλικιακά τυποποιημένων ετών ζωής προσαρμοσμένων στην αναπηρία (DALY) μετά το 2011, με τις πιο επιζήμιες επιπτώσεις να συγκεντρώνονται στις μη μεταδοτικές ασθένειες.
…
Οι κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας οδήγησαν σε κατάρρευση των εσόδων από το πετρέλαιο, συμβάλλοντας στη μεγαλύτερη συρρίκνωση της οικονομίας σε καιρό ειρήνης στη σύγχρονη ιστορία.
Ευρείες οικονομικές κυρώσεις, ξεκινώντας με περιορισμούς στη χρηματοδότηση, επιβλήθηκαν για πρώτη φορά στη Βενεζουέλα το 2017, όταν η κυβέρνηση Τραμπ απαγόρευσε τη χρηματοδότηση και την καταβολή μερισμάτων στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας και στην κρατική εταιρεία πετρελαίου Petróleos de Venezuela, S.A. (PDVSA). Οι ΗΠΑ επέβαλαν επίσης προσωπικές κυρώσεις — που επιβλήθηκαν για πρώτη φορά επιλεκτικά από την κυβέρνηση Ομπάμα το 2015 — σε ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους και πολιτικά πρόσωπα, καθώς και σε φορείς του ιδιωτικού τομέα που θεωρούνταν ότι είχαν σχέσεις με την κυβέρνηση Μαδούρο. Δεδομένου ότι οι κυρώσεις αυτές αποκλείουν τη συνεργασία με τα πρόσωπα που έχουν υποβληθεί σε κυρώσεις στο πλαίσιο των επίσημων καθηκόντων τους, ουσιαστικά έθεσαν τέλος σε όλες τις σχέσεις με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας που δεν είχαν προηγουμένως πάρει έγκριση από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Τον Αύγουστο του 2017, ο Πρόεδρος Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα που απαγόρευε την αγορά νέων ομολόγων που εκδίδονταν από την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ή από την PDVSA, αναγκάζοντας τη Βενεζουέλα να αθετήσει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις της και εμποδίζοντας την αναδιάρθρωση του χρέους της. Το διάταγμα απαγόρευε επίσης την καταβολή μερισμάτων στη Βενεζουέλα, εμποδίζοντας την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τα κέρδη των υπεράκτιων θυγατρικών της για τη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού της.
Τον Ιανουάριο του 2019, οι ΗΠΑ απαγόρευσαν το εμπόριο με το κρατικό μονοπώλιο πετρελαίου της Βενεζουέλας και αναγνώρισαν τον Χουάν Γκουαϊδό ως προσωρινό πρόεδρο της χώρας, μεταβιβάζοντας στην κυβέρνησή του τον έλεγχο όλων των υπεράκτιων περιουσιακών στοιχείων της Βενεζουέλας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των ΗΠΑ.
Τον Φεβρουάριο του 2020, οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις σε δύο θυγατρικές της ρωσικής ενεργειακής εταιρείας Rosneft, οι οποίες εκείνη την εποχή διαχειρίζονταν περίπου το 75% των πωλήσεων πετρελαίου της Βενεζουέλας και το σύνολο σχεδόν των εισαγωγών βενζίνης της. Η Βενεζουέλα άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρή έλλειψη βενζίνης αμέσως μετά την παύση όλων των εμπορικών συναλλαγών της Rosneft με τη χώρα και την αποχώρησή της από τις δραστηριότητές της στη Βενεζουέλα ως αντίδραση στις κυρώσεις.
Κάθε γύρος κυρώσεων (2017 χρηματοοικονομικές, 2019 πρωτογενές πετρέλαιο και 2020 δευτερογενές πετρέλαιο) ακολουθήθηκε από μείωση της παραγωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας, η οποία, σύμφωνα με μετρήσεις ανεξάρτητων οργανισμών, παρέμενε σταθερή για μια περίοδο οκτώ ετών από το 2008. Αν και είχε αρχίσει να μειώνεται στις αρχές του 2016, πριν από τις οικονομικές κυρώσεις του 2017, η μείωση αυτή φαίνεται να ήταν συνέπεια της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου που σημειώθηκε εκείνη την περίοδο και επηρέασε τους περισσότερους άλλους παραγωγούς με υψηλό κόστος. Αλλά ακόμη και όταν οι τιμές του πετρελαίου άρχισαν να ανακάμπτουν το 2017, η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας επιτάχυνε τη μείωση της, ακόμη και όταν η παραγωγή σταθεροποιήθηκε ή ανέκαμψε σε συγκρίσιμες οικονομίες.
Μελέτες που χρησιμοποιούν εκτιμήσεις των τάσεων, επιβεβαιώνουν ότι η επιβολή κυρώσεων συνδέθηκε με μείωση της παραγωγής πετρελαίου σε σύγκριση με ένα υποθετικό σενάριο χωρίς κυρώσεις. Το εύρος των εκτιμήσεων αυτών των μελετών τοποθετεί το κόστος της μείωσης μεταξύ 13 και 21 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, ή μεταξύ δύο και τριών φορές το επίπεδο των εξαγωγών του 2020. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαιώνονται από μια πρόσφατη μελέτη που χρησιμοποιεί δεδομένα σε επίπεδο επιχειρήσεων για να συγκρίνει τις επιχειρήσεις που είχαν πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση κατά τη στιγμή της επιβολής των κυρώσεων με εκείνες που δεν είχαν πρόσβαση. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις επηρέασαν σημαντικά την ανάπτυξη των επιχειρήσεων που είχαν προηγούμενη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, εξηγώντας περίπου το 46% της απώλειας παραγωγής τους.
Η επακόλουθη μείωση των εξαγωγών πετρελαίου περιόρισε σοβαρά την ικανότητα μιας παραδοσιακά εξαρτημένης από τις εισαγωγές οικονομίας να εξασφαλίζει εισαγωγές τροφίμων, καθώς και ενδιάμεσα και κεφαλαιουχικά αγαθά για τον γεωργικό της τομέα, οδηγώντας την οικονομία σε μια μεγάλη ανθρωπιστική κρίση. Οι συνολικές εισαγωγές μειώθηκαν κατά 91%, ενώ οι εισαγωγές τροφίμων μειώθηκαν κατά 78%. Η μείωση της ικανότητας της οικονομίας να εισάγει προϊόντα κατέστησε αδύνατη τη διατήρηση των προηγούμενων επιπέδων βασικών αγαθών. Ακόμη και αν η Βενεζουέλα εισήγαγε σήμερα μόνο τρόφιμα (δηλαδή, αν είχε αποφασίσει να μειώσει στο μηδέν όλες τις άλλες εισαγωγές, συμπεριλαμβανομένων άλλων βασικών αγαθών καθώς και κεφαλαιουχικών και ενδιάμεσων αγαθών για τη βιομηχανία πετρελαίου της), δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσει για περισσότερα από τα τέσσερα πέμπτα των τροφίμων που εισήγαγε το 2012.
Η βαθιά επιδείνωση των δεικτών υγείας, διατροφής και επισιτιστικής ασφάλειας στη Βενεζουέλα συνέπεσε με τη μεγαλύτερη οικονομική κατάρρευση, εκτός περιόδου πολέμου, από το 1950. Η κατάρρευση των εσόδων από το πετρέλαιο οδήγησε στην οικονομική συρρίκνωση, η οποία προκάλεσε την επιδείνωση των κοινωνικοοικονομικών δεικτών. Συμβάλλοντας στη μείωση της παραγωγής πετρελαίου της χώρας, οι κυρώσεις συνέβαλαν επίσης στη μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του βιοτικού επιπέδου και αποτελούν βασικό παράγοντα της υγειονομικής κρίσης της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της παιδικής και ενήλικης θνησιμότητας.
Μόνο μία μελέτη αμφισβητεί αυτό το συμπέρασμα. Σε ένα ενημερωτικό σημείωμα που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2021 από την ANOVA, μια βενεζουελάνικη εταιρεία συμβούλων με δεσμούς με την αντιπολίτευση της χώρας, υποστηρίζεται ότι οι κυρώσεις ακολουθήθηκαν από βελτίωση των εισαγωγών βασικών αγαθών, αντανακλώντας τις θετικές επιπτώσεις της οικονομικής απελευθέρωσης που προκάλεσαν οι κυρώσεις. Αυτή είναι επίσης η μόνη μελέτη στην έρευνά μας που υποστηρίζει ότι οι κυρώσεις συνδέονται με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Το επιχείρημα βασίζεται στο υποτιθέμενο εύρημα μιας διακοπής της τάσης κατά τη στιγμή της επιβολής των κυρώσεων του Αυγούστου 2017 σε χρονοσειρές παλινδρόμησης των ελάχιστων τετραγώνων που μοντελοποιούν τις εισαγωγές τροφίμων και φαρμάκων ως συνάρτηση του χρόνου. Η μελέτη έχει τύχει ευρείας κάλυψης από τον τύπο της Βενεζουέλας και συχνά επικαλείται από ηγέτες και πρόσωπα με επιρροή που υποστηρίζουν την αντιπολίτευση και υπερασπίζονται τις κυρώσεις προς τη Βενεζουέλα.
Εξετάζοντας τα αποτελέσματα της ANOVA, διαπιστώνουμε ότι οφείλονται σε ένα τεχνούργημα αρκετών αμφισβητήσιμων επιλογών μοντελοποίησης και τουλάχιστον ενός κρίσιμου σφάλματος κωδικοποίησης. Αυτές περιλαμβάνουν την επιλογή ενός αυθαίρετου εύρους ζώνης που είναι τριπλάσιο από αυτό που επιλέγεται με τις τυπικές μεθόδους στη βιβλιογραφία σχετικά με τη διακοπή της παλινδρόμησης, τον καθορισμό της εξαρτημένης μεταβλητής σε απόλυτα δολάρια ΗΠΑ αντί για τον πιο συμβατικό λογαριθμικό καθορισμό που χρησιμοποιείται στις μακροοικονομικές μελέτες χρονοσειρών, και την παράλειψη αρκετών κατηγοριών εισαγωγών που αντιπροσωπεύουν περίπου τα τέσσερα πέμπτα των εισαγωγών τροφίμων της οικονομίας κατά τη στιγμή των κυρώσεων. Μόλις διορθωθούν αυτά τα σφάλματα, κάθε ένδειξη βελτίωσης στο επίπεδο ή στο ρυθμό μεταβολής των εισαγωγών τροφίμων εξαφανίζεται. Ούτε η προσεκτική εξέταση των διορθωμένων δεδομένων ούτε μια σειρά στατιστικών δοκιμών δείχνουν ενδείξεις οποιασδήποτε σημαντικής και διαρκούς βελτίωσης στις εισαγωγές τροφίμων ή φαρμάκων μετά τις οικονομικές κυρώσεις του 2017.
Οι οικονομικές κυρώσεις βλάπτουν σοβαρά τους πιο ευάλωτους.
Τα στοιχεία που εξετάζονται σε αυτό το έγγραφο δείχνουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις συνδέονται με τη μείωση του βιοτικού επιπέδου και έχουν σοβαρές επιπτώσεις στις πιο ευάλωτες ομάδες των χωρών-στόχων. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλες περιπτώσεις πολιτικών παρεμβάσεων που συνεχίζουν να εφαρμόζονται παρά τη συσσώρευση παρόμοιων στοιχείων για τις αρνητικές επιπτώσεις τους στους ευάλωτους πληθυσμούς. Αυτό είναι ίσως ακόμη πιο εκπληκτικό, δεδομένου του εξαιρετικά ασταθούς ιστορικού των οικονομικών κυρώσεων όσον αφορά την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων τους, δηλαδή την πρόκληση αλλαγών στη συμπεριφορά των χωρών-στόχων.
Οι προσπάθειες ανασχεδιασμού του καθεστώτος κυρώσεων, ορισμένες από τις οποίες είναι αναμφίβολα καλοπροαίρετες, μπορούν εύκολα να παραμορφωθούν λόγω των στρεβλών κινήτρων των υπευθύνων χάραξης πολιτικής. Οι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές ανθρωπιστικές εξαιρέσεις χρησιμοποιούνται συχνά για να υποστηριχθεί ψευδώς δημόσια ότι οι κυρώσεις δεν εμποδίζουν ή δεν δημιουργούν εμπόδια στην ανθρωπιστική βοήθεια. Είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας, η ασαφής νομοθεσία δημιουργεί κίνητρα για γενικευμένη αποφυγή κινδύνου από τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στην οικονομία και τον πληθυσμό αποφεύγοντας διάφορες εμπορικές συναλλαγές με χώρες που υπόκεινται σε κυρώσεις, ακόμη και αν υπάρχουν «εξαιρέσεις» που θα τους επέτρεπαν να τις πραγματοποιήσουν. Αυτές οι «εξαιρέσεις» επιτρέπουν στους αξιωματούχους να χαρακτηρίσουν το πρόβλημα ως «υπερβολική συμμόρφωση» και όχι ως ανεπαρκή θεσμική σχεδίαση.
Δυστυχώς, οι πληθυσμοί που πλήττονται περισσότερο από τις κυρώσεις δεν έχουν καμία φωνή στις αποφάσεις για την υιοθέτησή τους. Συχνά, η απόφαση για την υιοθέτηση ή την αυστηροποίηση των κυρώσεων ανταποκρίνεται σε εσωτερικά πολιτικά κίνητρα των χωρών που επιβάλλουν τις κυρώσεις, όπως η εκλογική συμπεριφορά της διασποράς που προέρχεται από τις χώρες – στόχους (Βενεζουέλα, Ιράν, κλπ) σε αμφιταλαντευόμενες πολιτείες των ΗΠΑ. Η διεύρυνση του χώρου της λογικής και κριτικής δημόσιας συζήτησης θα είναι απαραίτητη για την αντιστροφή αυτής της ανισορροπίας στην εξουσία λήψης αποφάσεων σχετικά με την υιοθέτηση πολιτικών που μπορούν να βλάψουν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και να προκαλέσουν το θάνατο πολλών χιλιάδων.

* Ο Francisco Rodriguez είναι ανώτερος ερευνητής στο CEPR και καθηγητής στο Korbel School of International Studies του Πανεπιστημίου του Ντένβερ. Κατάγεται από τη Βενεζουέλα και είναι επίσης ιδρυτής της Oil for Venezuela, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης που επικεντρώνεται στην εξεύρεση λύσεων για την ανθρωπιστική κρίση στη Βενεζουέλα. Έχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα στην Oικονομία από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου